Tag Archives: προγράμματα οικονομικής προσαρμογής

ΣΥΡΙΖΑ & ΝΔ: Δύο πανομοιότυπα οικονομικά προγράμματα – Στ. Μαυρουδέας ΠΡΙΝ 23-6-2019

 

 

 

 

 

 

ΠΡΙΝ

23-6-2019

 

Οικονομικά προγράμματα ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ: λαγοί με πετραχήλια μέσα στην φυλακή των Μνημονίων

 

Στ. Μαυρουδέας

 

Προεκλογικές υποκρισίες

Εμπρός στις επερχόμενες εκλογές τα δύο βασικά κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, επιδίδονται σε ένα κακόγουστο θέατρο με προγράμματα που υπόσχονται την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και των πολιτών. Κατ’ αρχήν κανένα από τα δύο δεν είναι οικονομικό πρόγραμμα με την πλήρη έννοια του όρου. Το οικονομικό πρόγραμμα του συστήματος είναι τα μνημονιακά Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) που δεσμεύουν την χώρα για πολλές δεκαετίες και που επιβάλλουν ασφυκτικούς στόχους και περιορισμούς για όλες τις βασικές μακροοικονομικές παραμέτρους. Επίσης επιβάλλουν μία συγκεκριμένη νεοσυντηρητική λογική για την διαχείριση της οικονομίας καθώς και για την παραγωγική διάρθρωση της που υπακούουν στις επιταγές της ΕΕ και στα συμφέροντα του κεφαλαίου. Συνεπώς, τα προγράμματα της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι απλά συμπιλήματα υποσχέσεων μέσα στα μικρά περιθώρια ελευθερίας που αφήνουν τα μνημονιακά Προγράμματα στις εκάστοτε κυβερνήσεις της ελληνικής μπανανίας.

Δεύτερον, παρά τις φωνασκίες των δύο συστημικών αστικών κομμάτων, οι καρικατούρες προγραμμάτων τους είναι εξαιρετικά όμοιες όσον αφορά την μακροοικονομική δομή τους και διαφέρουν κυρίως στο ύψος των μέτρων και στον χρονισμό τους. Και οι δύο υπόσχονται μειώσεις φορολογίας (α) για τις επιχειρήσεις και (β) για τα νοικοκυριά καθώς και (γ) μεγέθυνση του ΑΕΠ μέσω «μεταρρυθμίσεων». Οι ομοιότητες στα δύο πρώτα είναι εξωφρενικές. Στο τρίτο, ενώ ουσιαστικά ακολουθούν και οι δύο τις επιταγές των μνημονίων εμφανίζονται να διαφοροποιούνται – αλλά μόνο λεκτικά – στην έκταση των ιδιωτικοποιήσεων και του εργασιακού μεσαίωνα.

 

Δύο πανομοιότυπα «προγράμματα»

Η μακροοικονομική δομή και των δύο «προγραμμάτων» είναι πανομοιότυπη. Στα πλαίσια των μνημονίων επιδιώκεται να υπάρξει ένας δημοσιονομικός χώρος, δηλαδή κάποια περιθώρια δημοσιονομικής πολιτικής – μέσα στα ασφυκτικά όρια των μακροχρόνια υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που απαιτούν τα ΠΟΠ – ώστε να μπορεί το κυβερνητικό κόμμα να καταπραΰνει με κάποια ψίχουλα την λαϊκή δυσαρέσκεια και να ενισχύσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τα οποία συνδέεται. Αυτός ο δημοσιονομικός χώρος μπορεί να προκύψει μέσω (α) μείωσης δημόσιων δαπανών, (β) αύξησης της φορολογίας και (γ) μεγέθυνσης του ΑΕΠ (που ενισχύει τα φορολογικά έσοδα) κυρίως μέσω μίας σειράς θεσμικών αλλαγών. Τα ΠΟΠ αφήνουν το περιθώριο, εφόσον επιτυγχάνονται οι στόχοι (κυρίως του πρωτογενούς πλεονάσματος) και εγκρίνει η τρόικα, να επιστραφεί η «υπεραπόδοση» με κάποια «αντίμετρα» που μετριάζουν τις υφεσιακές επιπτώσεις της λιτότητας που επιβάλλουν τα ΠΟΠ.

Όλες οι μέχρι τώρα μνημονιακές κυβερνήσεις μείωσαν δραματικά τις δημόσιες δαπάνες σε βαθμό δυσλειτουργίας βασικών υπηρεσιών (ιδιαίτερα στην υγεία, την εκπαίδευση και την άμυνα) και με την κυριολεκτική εξαϋλωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ – δηλαδή του μοναδικού εργαλείου επενδύσεων στον κρατικοδίαιτο ελληνικό καπιταλισμό). Μάλιστα επειδή, αντίθετα με τους διάφορους νεοφιλελεύθερους τσαρλατάνους, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και ιδιαίτερα του ΠΔΕ είναι τέτοια που κινδυνεύουν βασικές λειτουργίες του αστικού κράτους και του ελληνικού καπιταλισμού, η ίδια η τρόικα απαιτεί την παύση εξαϋλωσης του ΠΔΕ.

Όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις επίσης επιδόθηκαν σε φοροεπιδρομή σε βάρος των μεσαίων στρωμάτων και των εργαζομένων. Η αύξηση της φορολογίας (άμεσης και έμμεσης) είναι επιταγή των μνημονίων καθώς είναι ο γρηγορότερος και ασφαλέστερος τρόπος εξασφάλισης της εξυπηρέτησης του χρέους. Η φοροεπιδρομή είχε ξεκινήσει ήδη από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις (π.χ. επιβολή ΕΝΦΙΑ, αντικειμενικά κριτήρια). Μάλιστα, αντίθετα με τις παραδοσιακές νεοφιλελεύθερες συνταγές, τα ΠΟΠ ενίσχυσαν την άμεση φορολογία έναντι της έμμεσης. Φυσικά η φοροεπιδρομή δεν αφορά το μεγάλο κεφάλαιο που μένει πάντα στο απυρόβλητο. Χαρακτηριστικά, το εφοπλιστικό κεφάλαιο (η κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού) απολαμβάνει πάντα τις σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του και πληρώνει τον γελοίο «εθελούσιο» (sic!) φόρο των περίπου 150 εκ. ετησίως. Σημειωτέον, ότι για την αποφυγή της φορολόγησης του – που προσπαθεί να επιβάλλει ιδιαίτερα η Γερμανία – οι μνημονιακές κυβερνήσεις όλων των συστημικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) δίνουν  λυσσώδεις μάχες που φυσικά δεν τις έδωσαν για κανένα από τα αντιλαϊκά μέτρα των μνημονίων. Άλλωστε οι αρχηγοί τους συναγελάζονται στις εφοπλιστικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις. Αντιθέτως, η φοροεπιδρομή πλήττει κυρίως τους εργαζόμενους (που όπως διαχρονικά δείχνουν τα στοιχεία σηκώνουν το βάρος της φορολογίας) και πλέον διάφορα ενδιάμεσα στρώματα.

Σήμερα η ΝΔ φωνασκεί υποκριτικά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αύξησε δραματικά τους φόρους. Αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι ενίσχυσε λίγο περισσότερο την φοροεπιδρομή απέναντι στην ψευδεπίγραφη «μεσαία τάξη» για να εξασφαλίσει τον δικό του πελατειακό δημοσιονομικό χώρο. Δηλαδή να μπορεί να επιστρέψει προεκλογικά κάποιες σταγόνες από την αφαίμαξη όλης της προηγούμενης περιόδου για την ενίσχυση της δικής του καπιταλιστικής διαπλοκής όσο και για την δημιουργία βραχύβιων πελατειακών σχέσεων εξαγοράς στρωμάτων εργαζομένων που βρίσκονται στο όριο της εξαθλίωσης. Έτσι μέσω μερικής και εποχικής απασχόλησης, με ανύπαρκτη ή μηδαμινή κοινωνική ασφάλιση, με άθλιες αμοιβές και συνθήκες εργασίας επέδειξε σχετική μείωση της ανεργίας.

Η φορολογική αυτή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε εκλογικά καθώς έχασε περισσότερους από όσους κέρδισε. Έτσι, μία από τις εκλογικές αιχμές της ΝΔ είναι η υπερφορολόγηση. Μάλιστα, αντιγράφει πιστά την ανάλογη προ-κυβερνητική αντι-φορομπηχτική ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ακριβώς επειδή σε αυτήν την κινούμενη άμμο των «μεσαίων στρωμάτων» βασίζεται η εκλογική στρατηγική και των δύο, το κέντρο βάρους και των δύο «προγραμμάτων» αφορά την φορολογία καθώς ερίζουν για το ποιος θα ελαφρώσει περισσότερο την λεγόμενη «μεσαία τάξη». Παρεμπιπτόντως, ο όρος αυτός είναι ένας εισαγόμενος παραπλανητικός αμερικανισμός προπαγανδιστικών επιτελείων. Ούτε ενιαία ούτε τάξη είναι, και ας αποφαίνεται αντίθετα ο γίγας «μαρξιστικής σκέψης» Ε.Τσακαλώτος. Ο ελληνικός καπιταλισμός – όπως και αρκετοί παρόμοιοι του ιστορικά και οικονομικά – χαρακτηρίζεται από μία μεγάλη κατηγορία ενδιάμεσων στρωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ένα τμήμα τους είναι παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα. Ένα άλλο όμως μεγάλο τμήμα τους είναι ουσιαστικά εργαζόμενοι που έχουν «αγοράσει την δουλειά τους». Το τελευταίο αφορά τόσο στρώματα διανοητικής εργασίας (μηχανικοί, γιατροί κλπ.) όσο και παραδοσιακά στρώματα χειρωνακτικής εργασίας. Αυτή η ιδιομορφία του ελληνικού καπιταλισμού διευκόλυνε σημαντικά τόσο την κερδοφορία του (καθώς μετατόπιζε κόστη) όσο και τις ταξικές συμμαχίες του (καθώς διαιρούσε την εργατική τάξη και επίσης μέσω των στρωμάτων αυτών επέβαλλε ευκολότερα την ηγεμονία του επάνω της). Ταυτόχρονα όμως είναι μία ιδιομορφία που πρέπει πλέον να εκλείψει αφενός γιατί σήμερα είναι βαρίδι και αφετέρου γιατί οι δυτικοί ιμπεριαλισμοί που  καθοδηγούν την σημερινή αναδιάρθρωση-εν-μέσω-κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού δεν δουλεύουν με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, η προλεταριοποίηση των «μεσαίων» στρωμάτων είναι μέσα στους βασικούς άρρητους στόχους των μνημονίων.

Μία συγκριτική ματιά στον βασικό κορμό των δύο οικονομικών «προγραμμάτων» αποκαλύπτει τις εξόφθαλμες ομοιότητες τους. O συναγωνισμός για την μείωση της φορολόγησης των κερδών του κεφαλαίου έχει ήδη αρχίσει από τον ΣΥΡΙΖΑ πριν δοθεί οποιαδήποτε φορολογική ελάφρυνση στους εργαζόμενους και τα «μεσαία» στρώματα. Ακολουθεί καθυστερημένος, χρονικά και ποσοτικά, ο συναγωνισμός στις φοροελαφρύνσεις στο εισόδημα (που και εκεί τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν την τιμητική τους) και στην ιδιοκτησία.

 

ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ
Φορολογία εισοδήματος μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 20%, μείωση των συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδήματα και διατήρηση του αφορολόγητου ορίου μείωση του εισαγωγικού συντελεστή από 22% στο 9% για εισοδήματα έως 10.000

μείωση του ανώτατου συντελεστή που ανέρχεται στο 45%.

αλλαγή των φορολογικών κλιμακίων που ενδεχομένως να φθάσουν τα 5-7 (για να περιορισθεί το κόστος από τη διατήρηση του αφορολόγητου ορίου)

Φορολογία επιχειρηματικών κερδών έχει ήδη νομοθετήσει μείωση της φορολογίας από 29% στο 25% το 2022 και την μείωση της φορολογίας στα μερίσματα στο 10%

αύξηση του συντελεστή αποσβέσεων στο 150%

μείωση από 29% στο 20% την επόμενη διετία από το 2020

μείωση της φορολογίας στα μερίσματα από 10% στο 5%

η πραγματική φορολογική επιβάρυνση θα διαμορφωθεί στο 24%

ΦΠΑ μείωση του χαμηλού συντελεστή από το 13% στο 11% μείωση από το 24% στο 22% και του χαμηλού συντελεστή από το 13% στο 11%
ΕΝΦΙΑ μείωση μεσοσταθμικά κατά 30% για το 2020 και 50% για τις χαμηλές και μεσαίες περιουσίες μείωση κατά 30% σε μικρούς και μεγάλους ιδιοκτήτες

αναστολή του ΦΠΑ στην οικοδομή για τα επόμενα 3 χρόνια

Εισφορά Αλληλεγγύης μηδενική εισφορά για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ και μείωση συντελεστών για μεγαλύτερα εισοδήματα σταδιακή κατάργηση
Τέλος επιτηδεύματος – Προκαταβολές φόρου μείωση κατά 50% κατάργηση σε βάθος 2 ετών

 

Βέβαια, η τρόικα παρακολουθεί πάντα ανήσυχη τους προεκλογικούς διαξιφισμούς και στέλνει τακτικά μηνύματα – και μέσω εγχώριων εκπροσώπων – για κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Η υπεκφυγή των δύο συστημικών μονομάχων είναι ότι ο δημοσιονομικός χώρος θα υπάρξει λόγω «ανάπτυξης». Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ προϋπολογίζει 2.5% ενώ η ΝΔ ένα εξωπραγματικό 4%. Οι υποθέσεις και των δύο είναι συνειδητά λανθασμένες. Ο ελληνικός καπιταλισμός παραμένει στο αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο που τον οδήγησε στην κρίση παρά την δραματική αύξηση της εργατικής εκμετάλλευσης. Ήδη εφέτος ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ μάλλον θα κλείσει χαμηλότερα από τον προβλεπόμενο. Οι αιτιάσεις κυρίως της ΝΔ ότι οι φοροελαφρύνσεις θα οδηγήσουν σε επενδυτική έκρηξη είναι υποκριτικές καθώς οι τελευταίες δεν οδηγούν απαραίτητα σε επενδύσεις ούτε σε τέτοιους ρυθμούς μεγέθυνσης. Η Κύπρος (γνωστός φορολογικός παράδεισος) έχει 3.2% μεγέθυνση ενώ ακόμη και η «μπάτε σκύλοι αλέστε» Ιρλανδία δεν έχει τέτοιες επιδόσεις. Επίσης, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή μείωσε την φορολογία κερδών (από 35% σε 29%) οι καπιταλιστές απλά ενθυλάκωσαν την αυξημένη κερδοφορία χωρίς να κάνουν επενδύσεις.

 

Θεσμικές αλλαγές προς όφελος του κεφαλαίου αλλά χωρίς αναπτυξιακές επιπτώσεις

Ανάλογα εξωπραγματικές είναι οι εκτιμήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ σχετικά με τις θεσμικές αλλαγές (που πολλές επιβάλλονται από τα μνημόνια) που θα ενισχύσουν την μεγέθυνση. Η ακόμη μεγαλύτερη απορρύθμιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας (που επαγγέλλεται η ΝΔ αλλά και υλοποιεί σιωπηρά ο ΣΥΡΙΖΑ, βλέπε προτάσεις Μάρδα περί ανοίγματος επιχείρησης με ένα email) σε συνθήκες κρίσης δεν θα οδηγήσει σε επενδυτική έκρηξη αλλά σε απογείωση της ανομίας (π.χ. πρόγραμμα Golden Visa). Οι φοροελαφρύνσεις προς τα (κατά πλειοψηφία) υπερχρεωμένα νοικοκυριά δεν θα βγουν στην κατανάλωση αλλά κυρίως στην κάλυψη χρεών. Η ενίσχυση των ιδιωτικοποιήσεων (που η ΝΔ διατυμπανίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ σιωπηλά προωθεί) δεν πρόκειται να φέρει – όπως δεν έφερε και μέχρι τώρα και επί κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ – εισροή ξένων κεφαλαίων καθώς τα τελευταία αγοράζουν μόνο επιλεκτικά και «κοψοχρονιά». Άλλωστε, εκτός από το Ελληνικό, το επόμενο colpo grosso των ιδιωτικοποιήσεων είναι η ΔΕΗ με σοβαρότατες επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία και τα λαϊκά στρώματα.

Ανάλογης απάτης με το 4% της ΝΔ είναι η διακήρυξη ΣΥΡΙΖΑ περί 500.000 νέων θέσεων καλά αμειβόμενης εργασίας στην τετραετία 2019-2023). Δεν προκύπτει από πουθενά. Και ενώ στην τωρινή 4ετή διακυβέρνηση του δημιούργησε 380.000 κακής και ασταθούς απασχόλησης (με μόνο 100.000 από αυτές να είναι αξιοπρεπείς).

Οι προβλέψεις αυτές γίνονται ακόμη πιο εξωπραγματικές αν συνυπολογιστεί ότι η οικονομία της ΕΕ είναι ήδη σε κάμψη και επίσης οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας (αν συνυπολογιστούν μάλιστα και οι αυξανόμενες ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις) είναι γκρίζες.

Φυσικά, όπως πολύ καλά γνωρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, ένας δημοσιονομικός εκτροχιασμός θα οδηγήσει στους γνωστούς οριζόντιους «κόφτες» λιτότητας που και οι δύο τους έχουν ψηφίσει.

 

Η μόνη ελπίδα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα είναι η έξοδος από την φυλακή της ΕΕ

Η μεγάλη εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία της χώρας μας πρέπει να καταλάβει ότι δεν πρόκειται να διασωθεί από την σημερινή μιζέρια της διαλέγοντας έναν από τους δύο συστημικούς κυβερνητικούς διεκδικητές. Ούτε καταφεύγοντας στα συμπληρώματα τους στα δεξιά ή στα «αριστερά» και σε τυχοδιωκτικά μιντιακά κατασκευάσματα όπως το κόμμα Βαρουφάκη. Κανένα από αυτά τα σχήματα δεν σκοπεύει να συγκρουστεί με τους ξένους πάτρωνες της χώρας και την ελληνική ολιγαρχία. Αντίθετα, αποτελούν μέρος των μηχανισμών εκτόνωσης και ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Πίσω από τα γυαλιστερά χαρτιά, τα διαγράμματα και τα νούμερα των «προγραμμάτων» τους κρύβεται η υποταγή στις επιταγές της ΕΕ και του κεφαλαίου. Όλοι τους, και ακόμη και οι πιο φωνακλάδες, δεν αμφισβητούν ουσιαστικά την υπαγωγή της χώρας στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Ούτε σκοπεύουν να κάνουν κάτι για το υπαγορευόμενο από την τελευταία στρεβλό παραγωγικό πρότυπο που μεταμορφώνει την Ελλάδα σε χώρα γκαρσονιών ξένων τουριστών και κακοπληρωμένων και δύστυχων εργαζόμενων.

Η μόνη ελπίδα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα – την μεγάλη πλειοψηφία της χώρας μας – είναι να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο με την έξοδο από την φυλακή της ΕΕ μπορούν να ξαναγίνουν κύριοι της τύχης τους και να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Διαλέγοντας διαχειριστή της μιζέριας τους δεν πρόκειται να δουν διέξοδο.

Είναι ευθύνη της κομμουνιστικής Αριστεράς να δείξει τα βήματα και να κάνει κατανοητό στις ευρύτερες λαϊκές μάζες τον δρόμο αυτό.

 

 

Advertisement

«Ο μύθος της εξόδου από την κρίση», ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2018 νο.33

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ

2018, Νο. 33

 

Ο μύθος της εξόδου από την κρίση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Το ελληνικό πρόβλημα, τα ΠΟΠ και η Αριστερά

 Τον Αύγουστο 2018 εξαγγέλθηκε από την ΕΕ και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ η ολοκλήρωση, μετά κόπων και βασάνων, του τρίτου από τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής – ΠΟΠ (τα κοινώς λεγόμενα Μνημόνια). Ταυτόχρονα, δηλώθηκε ότι η ελληνική κρίση έχει επιτέλους επιλυθεί. Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι τα ελληνικά ΠΟΠ έχουν μία μακρά ιστορία αποτυχιών. Ξεκίνησαν με το πρώτο ΠΟΠ το 2010 που προέβλεπε την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος εντός τετραετίας με μία μικρή μείωση του ΑΕΠ της χώρας. Απέτυχε πριν καν ολοκληρωθεί και αντικαταστάθηκε από το δεύτερο ΠΟΠ, το οποίο είχε την ίδια τύχη και γι’ αυτό συμπληρώθηκε από το τρίτο ΠΟΠ[1]. Καθένα σημαδευόταν και από μία κυβερνητική αλλαγή.

Η εξαγγελία της ολοκλήρωσης του κατά κοινή ομολογία πιο προβληματικού προγράμματος του ΔΝΤ και της ΕΕ δεν έγινε χωρίς αναταράξεις. Η μεν ΕΕ – και τα διάφορα κέντρα και ηγεμονικές δυνάμεις στο εσωτερικό της – προβληματίσθηκαν είτε για την ανάγκη ενός τέταρτου ΠΟΠ είτε μίας πιο ήπιας εκδοχής του (με την μορφή της προληπτικής πιστωτικής γραμμής). Τελικά η ΕΕ κατέληξε – για γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους – στην ανακήρυξη της ολοκλήρωσης των ΠΟΠ αλλά επισημαίνοντας ότι η εποπτεία της Ελλάδας θα συνεχισθεί με νέους μηχανισμούς. Το δε ΔΝΤ – απηχώντας τις αμερικανικές απόψεις – επιφυλάχθηκε σαφώς να εξαγγείλει την επιτυχία του προγράμματος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αμφισβητεί καθοριστικές πλευρές του (και ιδιαίτερα την επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους)[2]. Σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό των «μεγάλων αφεντικών», τοποθετούνται και το εγχώριο συστημικό πολιτικό υπηρετικό προσωπικό. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ διασαλπίζει ότι είναι αυτός που έλυσε το ελληνικό πρόγραμμα, ότι η χώρα αποκτά την οικονομική (και όχι μόνο) ανεξαρτησία της και ότι σταδιακά θα βελτιωθεί το βάρβαρα υποβαθμισμένο επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού. Τα βασικά επιχειρηματικά κέντρα υποστηρίζουν επίσης ότι η χώρα βγαίνει από την κρίση (γιατί έτσι ελπίζουν σε μία βελτίωση προσδοκιών που θα επηρεάσει θετικά κάποια οικονομικά μεγέθη) αν και ταυτόχρονα ψαλιδίζουν τις θριαμβολογίες του ΣΥΡΙΖΑ (υπενθυμίζοντας ότι αυτός προκάλεσε προβλήματα στο παρελθόν στην υλοποίηση των ΠΟΠ που σήμερα πανηγυρίζει για την επιτυχημένη ολοκλήρωση τους). Τέλος, η ΝΔ γκρινιάζει (γιατί φοβάται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται καλύτερος υπηρέτης των ξένων και εγχώριων αφεντικών) και ταυτόχρονα αμφισβητεί την έξοδο από την κρίση (σε μεγάλο βαθμό αντιγράφοντας παλιότερα ανάλογα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ).

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι οι συστημικές δυνάμεις βρίσκονται σήμερα σε μία κατάσταση σύγχυσης, με αντικρουόμενες τάσεις και κατευθύνσεις. Δυστυχώς όμως το ίδιο συμβαίνει και για την ελληνική Αριστερά. Η αδυναμία της να εκμεταλλευθεί το ρήγμα στο σύστημα που παρουσιάσθηκε με την κρίση και το σημερινό τέλμα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε σοβαρότατα ελλείματα τόσο της ανάλυσης της όσο και της στρατηγικής και της τακτικής της. Για την ελληνική Αριστερά και ιδιαίτερα το κομμουνιστικό ρεύμα της είναι σημαντικό να συγκροτηθεί ένα ρεαλιστικό και μάχιμο πολιτικό σχέδιο – κάτι που έλειψε δραματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια – που να μπορεί στην πράξη να αμφισβητήσει και να ανατρέψει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Για την επεξεργασία του είναι αναγκαίο να ξεπερασθούν οι χειροτεχνισμοί των φωνακλάδικων καταγγελιών και των αόριστων γενικολογιών και να οικοδομηθεί μία συγκροτημένη και τεκμηριωμένη αντίληψη για το που πραγματικά βρίσκονται τα πράγματα στη χώρα μας.

 

 

Τι ακριβώς είναι η ελληνική κρίση;

 Για να εκτιμηθεί εάν υπάρχει έξοδος από την κρίση πρέπει πρώτα να ξεκαθαρισθεί ο χαρακτήρας της.

Οι κυρίαρχες Ορθόδοξες προσεγγίσεις υιοθετούν μία ταυτόχρονα μυωπική και υποκριτική ερμηνεία. Υποκριτική γιατί δεν θέλει να αποδεχθεί ότι τα θεμελιώδη αίτια της κρίσης συνδέονται με τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί κάτι τέτοιο θα αμφισβητούσε το τελευταίο. Μυωπική γιατί εστιάζει στα επιφαινόμενα ακριβώς γιατί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το άμεσο πρόβλημα αλλά δεν θέλουν ούτε μπορούν να θίξουν τις δομικές πλευρές του. Υποστηρίζουν ότι είναι απλά μία κρίση χρέους που εκφράζεται στα δίδυμα ελλείμματα (του δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών). Τα τελευταία προέκυψαν λόγω των υποτιθέμενων υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων κυρίως στο δημόσιο (στις οποίες αποδίδεται το δημοσιονομικό έλλειμμα) και δευτερευόντως στον ιδιωτικό τομέα (στις οποίες αποδίδεται το εμπορικό έλλειμμα). Επομένως, δεν σχετίζεται – τουλάχιστον καταρχήν – με την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας (που άλλωστε διαμορφώθηκε καθοριστικά από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση).

Οι Ετερόδοξες ερμηνείες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από καθαρόαιμες Κεϋνσιανές και μετα-Κεϋνσιανές θεωρίες μέχρι Μαρξίζουσες. Τον βασικό τόνο τον δίνουν οι πρώτες ενώ οι Μαρξίζουσες αποτελούν τους φτωχούς συγγενείς. Επίσης αποφεύγουν να διακρίνουν δομικά συστημικά αίτια στην κρίση. Επιπλέον, αποσκοπούν ρητά – είτε στις Μαρξίζουσες εκδοχές μέσω της στρατηγικής των σταδίων – στην μεταρρύθμιση του συστηματος σε πιο φιλολαϊκή μορφή. Συμφωνούν με την Ορθοδοξία ότι η ελληνική είναι απλά μία κρίση χρέους, αλλά δεν την αποδίδουν κυρίως στο δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά στο εμπορικό έλλειμμα. Για το τελευταίο επιρρίπτουν την ευθύνη στις πολιτικές λιτότητας του ευρω-κέντρου (που μέσω της υποτιθέμενα νεο-μερκαντιλιστικής δομής της ΟΝΕ, διογκώνουν τα εμπορικά ελλείμματα της ευρω-περιφέρειας και την οδηγούν στην υπερχρέωση). Επιπλέον, οι περισσότερες Ετερόδοξες ερμηνείες βασίζονται στην προβληματική θεωρία της χρηματιστικοποίησης (για την κριτική της βλέπε Μαυρουδέας (2016β)).

Τόσο οι Ορθόδοξες όσο και οι Ετερόδοξες ερμηνείες έχουν σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα (μερικά από τα οποία είναι κοινά) και δεν κατανοούν τον βαθύ δομικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης (βλέπε Mavroudeas (2015)).

Σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες και τις Ετερόδοξες θεωρήσεις, οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι τα δίδυμα ελλείμματα δεν είναι δημιούργημα το ένα του άλλου (όπως ερίζουν οι δύο πρώτες) αλλά αποτέλεσμα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου η οποία επιτάθηκε από το προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας που υπαγορεύθηκε από την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Συνεπώς, το ελληνικό πρόβλημα ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής (διάρθρωση και κερδοφορία) και επηρεάζει την σφαίρα της κυκλοφορίας (οδηγώντας στο πρόβλημα του χρέους). Χωρίς την αναδιάρθρωση της πρώτης δεν πρόκειται να επιλυθούν τελεσίδικα τα προβλήματα της δεύτερης.

Από τις ερμηνείες αυτές προκύπτουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές στρατηγικές διεξόδου από την κρίση, καθώς εκφράζουν ανταγωνιστικές ταξικές οπτικές. Οι Ορθόδοξες θεωρήσεις υποστηρίζουν ρητά το κεφάλαιο, ενώ οι Ετερόδοξες προτιμούν ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Επιπλέον, και οι δύο εντάσσουν τις προτάσεις τους στη θεμελιακή ταξική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων για παραμονή της χώρας μέσα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Εξαιρούνται ορισμένες Ορθόδοξες απόψεις που εκφράζουν τον αντιπαλότητα των ΗΠΑ στην ΟΝΕ καθώς και κάποιες (ολοένα και συρρικνούμενες μετά την άνευ όρων παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ) Ετερόδοξες απόψεις που πρότασσαν την έξοδο μόνον από την ΟΝΕ αλλά την παραμονή στην ΕΕ (για μία κριτική των τελευταίων βλέπε Μαυρουδέας (2017)). Αντίθετα, μόνο οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι μία φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση (και φυσικά όχι μία διέξοδος προς όφελος του κεφαλαίου) περνά αναγκαστικά από την συνολική αποδέσμευση από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Πρακτικά, οι Ορθόδοξες αναλύσεις στοιχίζονται πίσω από την στρατηγική των ΠΟΠ (με εξαίρεση κάποιες φιλοαμερικανικές απόψεις που προβάλλουν την έξοδο από την ΟΝΕ). Αντίθετα, οι περισσότερες Ετερόδοξες αναλύσεις υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση των ΠΟΠ με την προσθήκη κάποιων μέτρων αντι-κυκλικής πολιτικής και αναδιάρθρωσης του χρέους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έχει βγει σήμερα ο ελληνικός καπιταλισμός από την κρίση;

Προφανώς, οι διαφορετικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης οδηγούν και σε διαφορετικές εκτιμήσεις για το εάν επιλύεται ή όχι.

Για τις Ορθόδοξες και Ετερόδοξες αναλύσεις το βασικό κριτήριο είναι η βιωσιμότητα του χρέους. Δηλαδή εάν ο λόγος χρέους/ΑΕΠ κατέρχεται σε κάποιο επίπεδο στο οποίο οι διεθνείς αγορές είναι διατεθειμένες να δανείζουν συστηματικά το ελληνικό κράτος. Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του ΑΕΠ καθώς ήταν η μη-αναμενόμενη κατακόρυφη πτώση του τελευταίου που επιδείνωσε τόσο τον καθοριστικό δείκτη χρέους/ΑΕΠ όσο όμως και άλλες κρίσιμες μεταβλητές (π.χ. την φορολογική επίδοση). Η ανάκαμψη του ΑΕΠ θεωρείται ότι σηματοδοτεί ότι η οικονομική δραστηριότητα επιστρέφει σε κανονικούς ρυθμούς. Άλλωστε οι αναλύσεις αυτές χρησιμοποιούν σαν τεκμήριο εξόδου από την κρίση το απλοϊκό κριτήριο της ύπαρξης μερικών διαδοχικών τριμήνων θετικού ρυθμού μεγέθυνσης.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω θεωρήσεις, η Μαρξιστική ανάλυση κοιτάζει πολύ πιο θεμελιακές μεταβλητές (που αφορούν την κερδοφορία και την συσσώρευση του κεφαλαίου). Επιπλέον, εστιάζει περισσότερο σε δομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και έχει επίγνωση ότι μία ανάκαμψη της οικονομίας δεν συνεπάγεται έξοδο από την κρίση καθώς η καπιταλιστική οικονομία λειτουργεί με κυκλικές διακυμάνσεις (που τροποποιούνται από βαθιές κρίσεις).

Με βάση τα παραπάνω, για την Μαρξιστική ανάλυση τα δομικά προβλήματα που προκάλεσαν την ελληνική κρίση (δηλαδή η ανεπαρκής κερδοφορία του κεφαλαίου και επιπλέον οι μεταφορές αξίας από τον λιγότερο αναπτυγμένο ελληνικό καπιταλισμό προς τους πιο αναπτυγμένους δυτικούς «εταίρους» του), δεν έχουν αναταχθεί επαρκώς (αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2018)). Παρά την βάρβαρη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης η καπιταλιστική κερδοφορία δεν ανατάχθηκε ικανοποιητικά καθώς το σύστημα απέφυγε να εκκαθαρίσει επαρκώς τα μη-κερδοφόρα κεφάλαια. Ένδειξη αυτής της αδυναμίας αποτελεί η υστέρηση των επενδύσεων. Χαρακτηριστικά, παρά τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου σχεδίου δημοσιονομικής στρατηγικής για αύξηση 11,1% για το 2018, για δύο συνεχόμενα τρίμηνα υπάρχει εντυπωσιακή υποχώρηση (Ιανουάριος-Μάρτιος -10,3%, Απρίλιος-Ιούνιος -5,4%). Οι μόνες επενδύσεις που γίνονται είναι είτε σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις (σε κραυγαλέα χαριστικές αποτιμήσεις) είτε επενδύσεις στον τουρισμό (που εξελίσσεται προοπτικά σε νέο «δράκο» της οικονομίας με άθλιες επιδόσεις στην απασχόληση, πρόκληση υψηλών εισαγωγών και επικίνδυνες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις).

Επιπρόσθετα, οι επαγγελλόμενοι «από μηχανής θεοί» της αύξησης των ξένων επενδύσεων και των εξαγωγών εξακολουθούν να μην λειτουργούν. Οι ξένες επενδύσεις είναι περιορισμένες, αφορούν κυρίως ιδιωτικοποιήσεις και χρηματοδοτούνται εν πολλοίς με ελληνικό τραπεζικό δανεισμό (βλέπε επένδυση Fraport, εξαγορά Hilton κλπ.). Αντίστοιχα,

Αντίστοιχα, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά. Οι εξαγωγές παρά την τεράστια μείωση των μισθών καρκινοβατούν καθώς, παρά τις Ορθόδοξες υποκρισίες, δεν εξαρτώνται κυρίως από το μισθολογικό κόστος και επιπλέον οι Έλληνες καπιταλιστές απλά αύξησαν το περιθώριο κέρδους τους (τσεπώνοντας την μισθολογική μείωση). Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι το βασικότερο εξαγωγικό προϊόν (πετρελαιοειδή) αναγκαστικά συνεπιφέρει αύξηση των εισαγωγών. Επίσης η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών παραμένει κατά βάση η ίδια εφόσον το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει (καθώς υπαγορεύεται από τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης). Όλα αυτά αποτυπώνονται και στο εμπορικό ισοζύγιο το οποίο έχει εξισορροπηθεί μόνο λόγω της μείωσης των εισαγωγών. Από την άλλη – και αυτό είναι ενδεικτικό – κάθε μικρή άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας μοιραία φέρνει μαζί της και μία αύξηση των εισαγωγών (καθώς το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο εξαρτάται καθοριστικά από τις εισαγωγές ενδιάμεσων εισροών).

 

 

Έχουν επιτύχει τα ΠΟΠ;

 

Όμως ακόμη και με το δικό τους κριτήριο της βιωσιμότητας του χρέους τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει. Στο σημείο αυτό έχουν γίνει ήδη αρκετές λαθροχειρίες. Πρώτη, η τοποθέτηση ενός τεχνητού ορόσημου στο 120%. Είναι γνωστό ότι τίποτα δεν διασφαλίζει ότι σε ένα τέτοιο επίπεδο θα υπάρξει μόνιμος δανεισμός και επίσης ότι η επιλογή του έγινε για καθαρά πολιτικούς λόγους (την μη-συμπερίληψη της Ιταλίας σε ΠΟΠ). Δεύτερη, η εφαρμογή εκτός του μεσοπρόθεσμου κριτηρίου του 120% και ενός βραχυπρόθεσμού κριτηρίου βιωσιμότητας (που θεωρεί ότι βραχυχρόνια είναι βιώσιμο το χρέος εάν απλά μπορεί να εξυπηρετείται). Επιπλέον στο τομέα αυτό τα ΠΟΠ έχουν εξόφθαλμα αποτύχει μέχρι τώρα. Το ελληνικό χρέος ξεκίνησε από περίπου 125% και σήμερα, αντί να μειώνεται, έχει αυξηθεί σε περίπου 178%.

Όσον αφορά το μακροχρόνιο κριτήριο, στην τελευταία μελέτη βιωσιμότητας το ΔΝΤ, χρησιμοποιώντας σαφώς σοβαρότερη μεθοδολογία από αυτή της ΕΕ, αποφαίνεται ότι δεν είναι βιώσιμο και μάλιστα ότι θα συνεχίσει να αυξάνει τα επόμενα χρόνια. Αλλά ακόμη και η βραχυπρόθεσμη βιωσιμότητα είναι εξασφαλισμένη μόνο μέχρι περίπου το 2022 που δεν έχουν αρχίσει η αποπληρωμές δανείων αλλά υπάρχει μόνο η εξυπηρέτηση του χρέους.

Αυτό φαίνεται και από τα προβλήματα που υπάρχουν στις περιορισμένες και κατασκευασμένες εξόδους του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς αγορές. Ξεκινώντας από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και συνεχίζοντας με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ΠΟΠ προβλέπει ένα σταδιακό ξεκίνημα του ιδιωτικού δανεισμού του ελληνικού δημοσίου τόσο για τεχνικούς λόγους (δημιουργία καμπύλης αποτιμήσεων) όσο, κυρίως, για πολιτικούς λόγους. Οι εκδόσεις ελληνικού χρέους είναι μικρών ποσών και κυρίως μικρής χρονικής διάρκειας, που χαρακτηριστικά δεν ξεπερνά την περίοδο που είναι διασφαλισμένη η εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Τα επιτόκια τους εξακολουθούν να είναι πολύ ακριβά (και ουσιαστικά επιβαρύνουν την δομή χρέους της χώρας). Επιπλέον, είναι εντελώς «στημένες» από την ΕΕ και μερικούς βασικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Μάλιστα σε κάθε κλυδωνισμό της παγκόσμιας οικονομίας – όπως την περίοδο αυτή με την αντιπαράθεση της Ιταλίας με την ΕΕ – σταματούν καθώς τα επιτόκια ξεφεύγουν επικίνδυνα προς τα επάνω.

Για να διατηρηθεί η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει το χρέος της είναι αναγκαίο να μπορεί για μία μη-ρεαλιστική μακροχρόνια περίοδο να επιτυγχάνει ανεδαφικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ (μεσοσταθμικά της τάξης του 2%) και αντίστοιχα ανεδαφικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 3.5%). Το ίδιο το ΔΝΤ έχει αμφισβητήσει την ρεαλιστικότητα αυτής της τροχιάς.

Συγκεφαλαιώνοντας, η ΕΕ αποφάσισε για καθαρά πολιτικούς λόγους να διακηρύξει την ολοκλήρωση των ελληνικών ΠΟΠ και πίσω της έτρεξε σαν πιστός σκύλος η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια η ολοκλήρωση αφορά μόνο το σκέλος των δανείων καθώς υποτίθεται ότι το «μαξιλάρι» των υπαρχόντων δανείων μαζί με τις νέες εκδόσεις ελληνικού χρέους εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση του τελευταίου για τα λίγα επόμενα χρόνια. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις όμως δεν έληξαν καθώς υπάρχει μακρά λίστα εκκρεμοτήτων. Επίσης, όπως δήλωσε ανοικτά η ΕΕ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Απλά θα πάρει διαφορετικές, αλλά όχι λιγότερο αυστηρές, μορφές. Επίσης, έχει πάντα τιμωρητικούς μηχανισμούς, όπως είναι η άρνηση εκταμίευσης εναπομεινάντων δανείων, η άρνηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους (π.χ. επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα) κλπ. Και βέβαια, σε περίπτωση αποτυχίας εκπλήρωσης των στόχων, υπάρχουν πάντα οι θεσμοθετημένοι αυτόματοι «κόφτες» που η «αγωνιστική» (sic!) διαπραγμάτευση Βαρουφάκη-ΣΥΡΙΖΑ έχει συνομολογήσει.

 

 

Το ηφαίστειο της κρίσης παραμένει ενεργό

Συνοψίζοντας, το ελληνικό ηφαίστειο παραμένει πάντα ενεργό. Τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει αλλά ούτε καν ολοκληρωθεί αφού ο στόχος τους παραμένει ανεκπλήρωτος.. Η ΕΕ απλά σπρώχνει τα προβλήματα παρακάτω ελπίζοντας σε κάποιες ευνοϊκές μελλοντικές συγκυρίες. Οι δε ΗΠΑ επωφελούνται να ενισχύσουν τις οικονομικές και πολιτικές θέσεις τους στην Ελλάδα και ταυτόχρονα πιέζουν σε επιμέρους ζητήματα την ΕΕ. Η ελληνική αστική τάξη, ανήμπορη για οποιαδήποτε αυτόνομη κίνηση, απλά επιδιώκει να διασώσει το τομάρι της μεταφέροντας τα βάρη στην πλάτη των εργαζόμενων και των μεσαίων στρωμάτων. Οι πολιτικοί διαχειριστές της – ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ – κοκκορομαχούν για τριτεύοντα ζητήματα επιδιώκοντας την πολιτική επιβίωση και την κυβερνητική εξουσία.

Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να γίνει ένα νέο ΠΑΣΟΚ χωρίς καν την περιορισμένη αναδιανομή εισοδήματος του τελευταίου αλλά απλά μοιράζοντας την φτώχεια. Ταυτόχρονα προσφέρει μία μακροπρόθεσμη υπηρεσία στο σύστημα δυσφημώντας το όνομα της Αριστεράς.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική Αριστερά κι ιδιαίτερα για τους κομμουνιστές είναι εάν θα επιτρέψει την συνέχιση αυτής της ζοφερής κατάστασης. Εδώ θα φανεί εάν έμαθε από τα λάθη της και την αδυναμία της να εκμεταλλευθεί την προηγούμενη οκταετία της κρίσης και κάνει αποφασιστικά βήματα για να τα διορθώσει. Αλλιώς, είτε θα παραμείνει θεατής στο λιμάνι καραβιών που φεύγουν (αλλά ποτέ επιβάτης τους) είτε θα καταντήσει σαν την δυτική Αριστερά ένα οικόσιτο του συστήματος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Μαυρουδέας Στ. (2012), «Η κρίση της ΕΕ, οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η Ελλάδα», Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας νο.1.

Mavroudeas S. (2015), ‘The Greek saga: Competing explanations of the Greek crisis’, Kingston University London Economics Discussion Paper Series 2015-1.

Μαυρουδέας Στ. (2016α), «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης», Ουτοπία νο.115.

Μαυρουδέας Στ. (2016β), «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση», Τετράδια Μαρξισμού νο.1.

Mavroudeas S. (2017), ‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why do they Systematically Fail’ σε Marangos, J., (ed.), The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis, Palgrave Macmillan, New York

Μαυρουδέας Στ. (2017), «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;». εφημερίδα ΠΡΙΝ νο.1333, 3-6-2017.

Μαυρουδέας Στ. (2018), «Έξοδος από την κρίση ή στο ίδιο έργο θεατές;», Τετράδια Μαρξισμού νο.6

 

* Ο Στ. Μαυρουδέας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

[1] Για την ιστορική διαδρομή, την προέλευση, τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις αδυναμίες των ελληνικών ΠΟΠ βλέπε Μαυρουδέας (2016α), Mavroudeas (2017).

[2] Για τις ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις γύρω από το ελληνικό πρόβλημα βλέπε Μαυρουδέας (2012).