Tag Archives: ΣΥΡΙΖΑ

Συνέντευξη για την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας στον Prisma 91.6 FM της Πρέβεζας, 29-11-2018

Συνέντευξη για την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας στον Prisma 91.6 FM της Πρέβεζας, 29-11-2018

Σταύρος Μαυρουδέας στον Prisma 91,6: “Μετά από οκτώ χρόνια Μνημονίων η χώρα δεν έχει βγει από την κρίση.”

Τις πολιτικές εξελίξεις σχολίασε στο απογευματινό μαγκαζίνο ο καθηγητής οικονομίας, στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Σταύρος Μαυρουδέας.

Όπως ανέφερε οι ψευδαισθήσεις για μία άλλη Ευρώπη, πιο ανθρώπινη και με κοινωνικό πρόσωπο δεν υπάρχει.

Όσοι εδώ και δεκαετίες πίστευαν ότι μπορεί να αλλάξει Ευρώπη, ήταν χρήσιμοι ηλίθιοι σε αυτούς που κάνουν κουμάντο στην πραγματική Ευρώπη η ήταν απλά ηλίθιοι, ή εκ του πονηρού που είναι ακόμα χειρότερο.

Σχολιάζοντας την περίπτωση της Ιταλίας,  που ήρθε σε αντιπαράθεση με την Ευρώπη σχετικά με τον προϋπολογισμό της, είπε ότι είναι χαρακτηριστική περίπτωση, καθώς σαν χώρα αναγκάζεται να συμβιβαστεί, όχι με τον τρόπο που έγινε στην Ελληνική περίπτωση με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ,  διαπραγματεύεται , βεβαίως θα κάνει και αυτή του συμβιβασμούς της, δεν  θα τον παραξένευε όμως  μία αναζωπύρωση των Συγκρούσεων.

“Η Ιταλία είναι μία μεγάλη οικονομία και η ιταλική Ελίτ που δεν είναι η καλύτεροι στον κόσμο όπως όλες οι ελίτ, κοιτάνε τον εαυτό τους και όχι το τι συμφέρει τον κόσμο και τη χώρα, είναι αρκετά ισχυρή για να υποταχθεί με τον τρόπο που υποτάχθηκε ελληνική ελίτ και ουσιαστικά να γίνει μία παραδουλεύτρα.

Είναι σαφές ότι στο ευρώ ιερατείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συγχωρούν, πιέζουν αφόρητα μη αφήνοντας κανένα περιθώριο για ψευδαισθήσεις.”

Μάλιστα ακόμα και το περιβόητο σχέδιο Μακρόν, που υποτίθεται ότι θα έφερνε έναν μεγάλο προϋπολογισμό που κάπως θα μπορούσε να παρέμβει, μόλις πριν από μία εβδομάδα έγινε κουρελόχαρτο από τους Γερμανούς.

Το σχέδιο Μακρόν, ήταν υποτίθεται  ήταν μια ασπιρίνη στον καρκίνο και δεν έγινε αποδεκτό, με τον ίδιο να τσακώνεται, με τους ιπποκόμους  και δορυφόρους της Γερμανίας που έχουν συνασπιστεί με αρχηγούς τους Ολλανδούς.

Σχολιάζοντας την υποτιθέμενη παραίνεση Τσίπρα προς τους Ιταλούς ώστε να κάνουν πίσω, την χαρακτήρισε στα όρια της φάρσας και της γελοιότητας και αν όντως έγινε, δείχνει τη δουλοπρέπεια του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα.

Στο ερώτημα για τον οδικό χάρτη της χώρας και το  ποιος είναι, είπε ότι δεν έχει σχέση με αυτά που ακούγονται από την πλευρά  της ευρωπαϊκής ένωσης και της κυβέρνησης Συριζα, δεν έχει να κάνει ούτε με τις αθλιότητες της αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εμφανίζονται σαν τον τρελό δολοφόνο με το πριόνι, που λέει γιατί δεν τους κόβεται κι άλλο τώρα.

Η πραγματικότητα είναι ότι μετά από οκτώ και πλέον χρόνια προγραμμάτων προσαρμογής και μνημονίων, η χώρα δεν έχει βγει από την κρίση, τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας παραμένουν και έχουν χειροτερέψει με την παρέμβαση των μνημονίων, καθώς η Αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της Ελλάδας παραμένει και είναι ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό που προκύπτει από αυτήν την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου, είναι η έκρηξη του χρέους και αυτό είναι το μόνο που ενδιαφέρει την Ευρωπαϊκή Ένωση, για αυτήν εφαρμόζουμε τα μνημόνια και τα προγράμματα προσαρμογής και έχουμε αποτύχει τραγικά.

Ξεκινήσαμε με 123% του χρέους το 2010 και είμαστε περίπου στο 180% σήμερα και προβλέπεται αποκλιμάκωση πολύ αργά, με ρυθμούς ανάπτυξης παραμυθένιους, καθώς και παραμυθένια πλεονάσματα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το πρόγραμμα αυτό δεν βγαίνει.

https://prismaradio.gr/2018/11/30/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%ad%ce%b1%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-prisma-916-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%ac-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%ce%bf%ce%ba/

https://www.prevezatoday.gr/stayros-mayroydeas-ston-prisma-91-6-meta-apo-okto-chronia-mnimonion-i-chora-den-echei-vgei-apo-tin-krisi/

 

 

 

 

Advertisements

«Ο μύθος της εξόδου από την κρίση», ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2018 νο.33

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ

2018, Νο. 33

 

Ο μύθος της εξόδου από την κρίση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Το ελληνικό πρόβλημα, τα ΠΟΠ και η Αριστερά

 Τον Αύγουστο 2018 εξαγγέλθηκε από την ΕΕ και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ η ολοκλήρωση, μετά κόπων και βασάνων, του τρίτου από τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής – ΠΟΠ (τα κοινώς λεγόμενα Μνημόνια). Ταυτόχρονα, δηλώθηκε ότι η ελληνική κρίση έχει επιτέλους επιλυθεί. Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι τα ελληνικά ΠΟΠ έχουν μία μακρά ιστορία αποτυχιών. Ξεκίνησαν με το πρώτο ΠΟΠ το 2010 που προέβλεπε την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος εντός τετραετίας με μία μικρή μείωση του ΑΕΠ της χώρας. Απέτυχε πριν καν ολοκληρωθεί και αντικαταστάθηκε από το δεύτερο ΠΟΠ, το οποίο είχε την ίδια τύχη και γι’ αυτό συμπληρώθηκε από το τρίτο ΠΟΠ[1]. Καθένα σημαδευόταν και από μία κυβερνητική αλλαγή.

Η εξαγγελία της ολοκλήρωσης του κατά κοινή ομολογία πιο προβληματικού προγράμματος του ΔΝΤ και της ΕΕ δεν έγινε χωρίς αναταράξεις. Η μεν ΕΕ – και τα διάφορα κέντρα και ηγεμονικές δυνάμεις στο εσωτερικό της – προβληματίσθηκαν είτε για την ανάγκη ενός τέταρτου ΠΟΠ είτε μίας πιο ήπιας εκδοχής του (με την μορφή της προληπτικής πιστωτικής γραμμής). Τελικά η ΕΕ κατέληξε – για γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους – στην ανακήρυξη της ολοκλήρωσης των ΠΟΠ αλλά επισημαίνοντας ότι η εποπτεία της Ελλάδας θα συνεχισθεί με νέους μηχανισμούς. Το δε ΔΝΤ – απηχώντας τις αμερικανικές απόψεις – επιφυλάχθηκε σαφώς να εξαγγείλει την επιτυχία του προγράμματος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αμφισβητεί καθοριστικές πλευρές του (και ιδιαίτερα την επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους)[2]. Σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό των «μεγάλων αφεντικών», τοποθετούνται και το εγχώριο συστημικό πολιτικό υπηρετικό προσωπικό. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ διασαλπίζει ότι είναι αυτός που έλυσε το ελληνικό πρόγραμμα, ότι η χώρα αποκτά την οικονομική (και όχι μόνο) ανεξαρτησία της και ότι σταδιακά θα βελτιωθεί το βάρβαρα υποβαθμισμένο επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού. Τα βασικά επιχειρηματικά κέντρα υποστηρίζουν επίσης ότι η χώρα βγαίνει από την κρίση (γιατί έτσι ελπίζουν σε μία βελτίωση προσδοκιών που θα επηρεάσει θετικά κάποια οικονομικά μεγέθη) αν και ταυτόχρονα ψαλιδίζουν τις θριαμβολογίες του ΣΥΡΙΖΑ (υπενθυμίζοντας ότι αυτός προκάλεσε προβλήματα στο παρελθόν στην υλοποίηση των ΠΟΠ που σήμερα πανηγυρίζει για την επιτυχημένη ολοκλήρωση τους). Τέλος, η ΝΔ γκρινιάζει (γιατί φοβάται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται καλύτερος υπηρέτης των ξένων και εγχώριων αφεντικών) και ταυτόχρονα αμφισβητεί την έξοδο από την κρίση (σε μεγάλο βαθμό αντιγράφοντας παλιότερα ανάλογα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ).

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι οι συστημικές δυνάμεις βρίσκονται σήμερα σε μία κατάσταση σύγχυσης, με αντικρουόμενες τάσεις και κατευθύνσεις. Δυστυχώς όμως το ίδιο συμβαίνει και για την ελληνική Αριστερά. Η αδυναμία της να εκμεταλλευθεί το ρήγμα στο σύστημα που παρουσιάσθηκε με την κρίση και το σημερινό τέλμα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε σοβαρότατα ελλείματα τόσο της ανάλυσης της όσο και της στρατηγικής και της τακτικής της. Για την ελληνική Αριστερά και ιδιαίτερα το κομμουνιστικό ρεύμα της είναι σημαντικό να συγκροτηθεί ένα ρεαλιστικό και μάχιμο πολιτικό σχέδιο – κάτι που έλειψε δραματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια – που να μπορεί στην πράξη να αμφισβητήσει και να ανατρέψει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Για την επεξεργασία του είναι αναγκαίο να ξεπερασθούν οι χειροτεχνισμοί των φωνακλάδικων καταγγελιών και των αόριστων γενικολογιών και να οικοδομηθεί μία συγκροτημένη και τεκμηριωμένη αντίληψη για το που πραγματικά βρίσκονται τα πράγματα στη χώρα μας.

 

 

Τι ακριβώς είναι η ελληνική κρίση;

 Για να εκτιμηθεί εάν υπάρχει έξοδος από την κρίση πρέπει πρώτα να ξεκαθαρισθεί ο χαρακτήρας της.

Οι κυρίαρχες Ορθόδοξες προσεγγίσεις υιοθετούν μία ταυτόχρονα μυωπική και υποκριτική ερμηνεία. Υποκριτική γιατί δεν θέλει να αποδεχθεί ότι τα θεμελιώδη αίτια της κρίσης συνδέονται με τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί κάτι τέτοιο θα αμφισβητούσε το τελευταίο. Μυωπική γιατί εστιάζει στα επιφαινόμενα ακριβώς γιατί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το άμεσο πρόβλημα αλλά δεν θέλουν ούτε μπορούν να θίξουν τις δομικές πλευρές του. Υποστηρίζουν ότι είναι απλά μία κρίση χρέους που εκφράζεται στα δίδυμα ελλείμματα (του δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών). Τα τελευταία προέκυψαν λόγω των υποτιθέμενων υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων κυρίως στο δημόσιο (στις οποίες αποδίδεται το δημοσιονομικό έλλειμμα) και δευτερευόντως στον ιδιωτικό τομέα (στις οποίες αποδίδεται το εμπορικό έλλειμμα). Επομένως, δεν σχετίζεται – τουλάχιστον καταρχήν – με την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας (που άλλωστε διαμορφώθηκε καθοριστικά από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση).

Οι Ετερόδοξες ερμηνείες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από καθαρόαιμες Κεϋνσιανές και μετα-Κεϋνσιανές θεωρίες μέχρι Μαρξίζουσες. Τον βασικό τόνο τον δίνουν οι πρώτες ενώ οι Μαρξίζουσες αποτελούν τους φτωχούς συγγενείς. Επίσης αποφεύγουν να διακρίνουν δομικά συστημικά αίτια στην κρίση. Επιπλέον, αποσκοπούν ρητά – είτε στις Μαρξίζουσες εκδοχές μέσω της στρατηγικής των σταδίων – στην μεταρρύθμιση του συστηματος σε πιο φιλολαϊκή μορφή. Συμφωνούν με την Ορθοδοξία ότι η ελληνική είναι απλά μία κρίση χρέους, αλλά δεν την αποδίδουν κυρίως στο δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά στο εμπορικό έλλειμμα. Για το τελευταίο επιρρίπτουν την ευθύνη στις πολιτικές λιτότητας του ευρω-κέντρου (που μέσω της υποτιθέμενα νεο-μερκαντιλιστικής δομής της ΟΝΕ, διογκώνουν τα εμπορικά ελλείμματα της ευρω-περιφέρειας και την οδηγούν στην υπερχρέωση). Επιπλέον, οι περισσότερες Ετερόδοξες ερμηνείες βασίζονται στην προβληματική θεωρία της χρηματιστικοποίησης (για την κριτική της βλέπε Μαυρουδέας (2016β)).

Τόσο οι Ορθόδοξες όσο και οι Ετερόδοξες ερμηνείες έχουν σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα (μερικά από τα οποία είναι κοινά) και δεν κατανοούν τον βαθύ δομικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης (βλέπε Mavroudeas (2015)).

Σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες και τις Ετερόδοξες θεωρήσεις, οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι τα δίδυμα ελλείμματα δεν είναι δημιούργημα το ένα του άλλου (όπως ερίζουν οι δύο πρώτες) αλλά αποτέλεσμα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου η οποία επιτάθηκε από το προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας που υπαγορεύθηκε από την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Συνεπώς, το ελληνικό πρόβλημα ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής (διάρθρωση και κερδοφορία) και επηρεάζει την σφαίρα της κυκλοφορίας (οδηγώντας στο πρόβλημα του χρέους). Χωρίς την αναδιάρθρωση της πρώτης δεν πρόκειται να επιλυθούν τελεσίδικα τα προβλήματα της δεύτερης.

Από τις ερμηνείες αυτές προκύπτουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές στρατηγικές διεξόδου από την κρίση, καθώς εκφράζουν ανταγωνιστικές ταξικές οπτικές. Οι Ορθόδοξες θεωρήσεις υποστηρίζουν ρητά το κεφάλαιο, ενώ οι Ετερόδοξες προτιμούν ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Επιπλέον, και οι δύο εντάσσουν τις προτάσεις τους στη θεμελιακή ταξική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων για παραμονή της χώρας μέσα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Εξαιρούνται ορισμένες Ορθόδοξες απόψεις που εκφράζουν τον αντιπαλότητα των ΗΠΑ στην ΟΝΕ καθώς και κάποιες (ολοένα και συρρικνούμενες μετά την άνευ όρων παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ) Ετερόδοξες απόψεις που πρότασσαν την έξοδο μόνον από την ΟΝΕ αλλά την παραμονή στην ΕΕ (για μία κριτική των τελευταίων βλέπε Μαυρουδέας (2017)). Αντίθετα, μόνο οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι μία φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση (και φυσικά όχι μία διέξοδος προς όφελος του κεφαλαίου) περνά αναγκαστικά από την συνολική αποδέσμευση από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Πρακτικά, οι Ορθόδοξες αναλύσεις στοιχίζονται πίσω από την στρατηγική των ΠΟΠ (με εξαίρεση κάποιες φιλοαμερικανικές απόψεις που προβάλλουν την έξοδο από την ΟΝΕ). Αντίθετα, οι περισσότερες Ετερόδοξες αναλύσεις υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση των ΠΟΠ με την προσθήκη κάποιων μέτρων αντι-κυκλικής πολιτικής και αναδιάρθρωσης του χρέους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έχει βγει σήμερα ο ελληνικός καπιταλισμός από την κρίση;

Προφανώς, οι διαφορετικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης οδηγούν και σε διαφορετικές εκτιμήσεις για το εάν επιλύεται ή όχι.

Για τις Ορθόδοξες και Ετερόδοξες αναλύσεις το βασικό κριτήριο είναι η βιωσιμότητα του χρέους. Δηλαδή εάν ο λόγος χρέους/ΑΕΠ κατέρχεται σε κάποιο επίπεδο στο οποίο οι διεθνείς αγορές είναι διατεθειμένες να δανείζουν συστηματικά το ελληνικό κράτος. Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του ΑΕΠ καθώς ήταν η μη-αναμενόμενη κατακόρυφη πτώση του τελευταίου που επιδείνωσε τόσο τον καθοριστικό δείκτη χρέους/ΑΕΠ όσο όμως και άλλες κρίσιμες μεταβλητές (π.χ. την φορολογική επίδοση). Η ανάκαμψη του ΑΕΠ θεωρείται ότι σηματοδοτεί ότι η οικονομική δραστηριότητα επιστρέφει σε κανονικούς ρυθμούς. Άλλωστε οι αναλύσεις αυτές χρησιμοποιούν σαν τεκμήριο εξόδου από την κρίση το απλοϊκό κριτήριο της ύπαρξης μερικών διαδοχικών τριμήνων θετικού ρυθμού μεγέθυνσης.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω θεωρήσεις, η Μαρξιστική ανάλυση κοιτάζει πολύ πιο θεμελιακές μεταβλητές (που αφορούν την κερδοφορία και την συσσώρευση του κεφαλαίου). Επιπλέον, εστιάζει περισσότερο σε δομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και έχει επίγνωση ότι μία ανάκαμψη της οικονομίας δεν συνεπάγεται έξοδο από την κρίση καθώς η καπιταλιστική οικονομία λειτουργεί με κυκλικές διακυμάνσεις (που τροποποιούνται από βαθιές κρίσεις).

Με βάση τα παραπάνω, για την Μαρξιστική ανάλυση τα δομικά προβλήματα που προκάλεσαν την ελληνική κρίση (δηλαδή η ανεπαρκής κερδοφορία του κεφαλαίου και επιπλέον οι μεταφορές αξίας από τον λιγότερο αναπτυγμένο ελληνικό καπιταλισμό προς τους πιο αναπτυγμένους δυτικούς «εταίρους» του), δεν έχουν αναταχθεί επαρκώς (αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2018)). Παρά την βάρβαρη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης η καπιταλιστική κερδοφορία δεν ανατάχθηκε ικανοποιητικά καθώς το σύστημα απέφυγε να εκκαθαρίσει επαρκώς τα μη-κερδοφόρα κεφάλαια. Ένδειξη αυτής της αδυναμίας αποτελεί η υστέρηση των επενδύσεων. Χαρακτηριστικά, παρά τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου σχεδίου δημοσιονομικής στρατηγικής για αύξηση 11,1% για το 2018, για δύο συνεχόμενα τρίμηνα υπάρχει εντυπωσιακή υποχώρηση (Ιανουάριος-Μάρτιος -10,3%, Απρίλιος-Ιούνιος -5,4%). Οι μόνες επενδύσεις που γίνονται είναι είτε σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις (σε κραυγαλέα χαριστικές αποτιμήσεις) είτε επενδύσεις στον τουρισμό (που εξελίσσεται προοπτικά σε νέο «δράκο» της οικονομίας με άθλιες επιδόσεις στην απασχόληση, πρόκληση υψηλών εισαγωγών και επικίνδυνες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις).

Επιπρόσθετα, οι επαγγελλόμενοι «από μηχανής θεοί» της αύξησης των ξένων επενδύσεων και των εξαγωγών εξακολουθούν να μην λειτουργούν. Οι ξένες επενδύσεις είναι περιορισμένες, αφορούν κυρίως ιδιωτικοποιήσεις και χρηματοδοτούνται εν πολλοίς με ελληνικό τραπεζικό δανεισμό (βλέπε επένδυση Fraport, εξαγορά Hilton κλπ.). Αντίστοιχα,

Αντίστοιχα, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά. Οι εξαγωγές παρά την τεράστια μείωση των μισθών καρκινοβατούν καθώς, παρά τις Ορθόδοξες υποκρισίες, δεν εξαρτώνται κυρίως από το μισθολογικό κόστος και επιπλέον οι Έλληνες καπιταλιστές απλά αύξησαν το περιθώριο κέρδους τους (τσεπώνοντας την μισθολογική μείωση). Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι το βασικότερο εξαγωγικό προϊόν (πετρελαιοειδή) αναγκαστικά συνεπιφέρει αύξηση των εισαγωγών. Επίσης η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών παραμένει κατά βάση η ίδια εφόσον το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει (καθώς υπαγορεύεται από τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης). Όλα αυτά αποτυπώνονται και στο εμπορικό ισοζύγιο το οποίο έχει εξισορροπηθεί μόνο λόγω της μείωσης των εισαγωγών. Από την άλλη – και αυτό είναι ενδεικτικό – κάθε μικρή άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας μοιραία φέρνει μαζί της και μία αύξηση των εισαγωγών (καθώς το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο εξαρτάται καθοριστικά από τις εισαγωγές ενδιάμεσων εισροών).

 

 

Έχουν επιτύχει τα ΠΟΠ;

 

Όμως ακόμη και με το δικό τους κριτήριο της βιωσιμότητας του χρέους τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει. Στο σημείο αυτό έχουν γίνει ήδη αρκετές λαθροχειρίες. Πρώτη, η τοποθέτηση ενός τεχνητού ορόσημου στο 120%. Είναι γνωστό ότι τίποτα δεν διασφαλίζει ότι σε ένα τέτοιο επίπεδο θα υπάρξει μόνιμος δανεισμός και επίσης ότι η επιλογή του έγινε για καθαρά πολιτικούς λόγους (την μη-συμπερίληψη της Ιταλίας σε ΠΟΠ). Δεύτερη, η εφαρμογή εκτός του μεσοπρόθεσμου κριτηρίου του 120% και ενός βραχυπρόθεσμού κριτηρίου βιωσιμότητας (που θεωρεί ότι βραχυχρόνια είναι βιώσιμο το χρέος εάν απλά μπορεί να εξυπηρετείται). Επιπλέον στο τομέα αυτό τα ΠΟΠ έχουν εξόφθαλμα αποτύχει μέχρι τώρα. Το ελληνικό χρέος ξεκίνησε από περίπου 125% και σήμερα, αντί να μειώνεται, έχει αυξηθεί σε περίπου 178%.

Όσον αφορά το μακροχρόνιο κριτήριο, στην τελευταία μελέτη βιωσιμότητας το ΔΝΤ, χρησιμοποιώντας σαφώς σοβαρότερη μεθοδολογία από αυτή της ΕΕ, αποφαίνεται ότι δεν είναι βιώσιμο και μάλιστα ότι θα συνεχίσει να αυξάνει τα επόμενα χρόνια. Αλλά ακόμη και η βραχυπρόθεσμη βιωσιμότητα είναι εξασφαλισμένη μόνο μέχρι περίπου το 2022 που δεν έχουν αρχίσει η αποπληρωμές δανείων αλλά υπάρχει μόνο η εξυπηρέτηση του χρέους.

Αυτό φαίνεται και από τα προβλήματα που υπάρχουν στις περιορισμένες και κατασκευασμένες εξόδους του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς αγορές. Ξεκινώντας από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και συνεχίζοντας με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ΠΟΠ προβλέπει ένα σταδιακό ξεκίνημα του ιδιωτικού δανεισμού του ελληνικού δημοσίου τόσο για τεχνικούς λόγους (δημιουργία καμπύλης αποτιμήσεων) όσο, κυρίως, για πολιτικούς λόγους. Οι εκδόσεις ελληνικού χρέους είναι μικρών ποσών και κυρίως μικρής χρονικής διάρκειας, που χαρακτηριστικά δεν ξεπερνά την περίοδο που είναι διασφαλισμένη η εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Τα επιτόκια τους εξακολουθούν να είναι πολύ ακριβά (και ουσιαστικά επιβαρύνουν την δομή χρέους της χώρας). Επιπλέον, είναι εντελώς «στημένες» από την ΕΕ και μερικούς βασικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Μάλιστα σε κάθε κλυδωνισμό της παγκόσμιας οικονομίας – όπως την περίοδο αυτή με την αντιπαράθεση της Ιταλίας με την ΕΕ – σταματούν καθώς τα επιτόκια ξεφεύγουν επικίνδυνα προς τα επάνω.

Για να διατηρηθεί η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει το χρέος της είναι αναγκαίο να μπορεί για μία μη-ρεαλιστική μακροχρόνια περίοδο να επιτυγχάνει ανεδαφικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ (μεσοσταθμικά της τάξης του 2%) και αντίστοιχα ανεδαφικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 3.5%). Το ίδιο το ΔΝΤ έχει αμφισβητήσει την ρεαλιστικότητα αυτής της τροχιάς.

Συγκεφαλαιώνοντας, η ΕΕ αποφάσισε για καθαρά πολιτικούς λόγους να διακηρύξει την ολοκλήρωση των ελληνικών ΠΟΠ και πίσω της έτρεξε σαν πιστός σκύλος η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια η ολοκλήρωση αφορά μόνο το σκέλος των δανείων καθώς υποτίθεται ότι το «μαξιλάρι» των υπαρχόντων δανείων μαζί με τις νέες εκδόσεις ελληνικού χρέους εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση του τελευταίου για τα λίγα επόμενα χρόνια. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις όμως δεν έληξαν καθώς υπάρχει μακρά λίστα εκκρεμοτήτων. Επίσης, όπως δήλωσε ανοικτά η ΕΕ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Απλά θα πάρει διαφορετικές, αλλά όχι λιγότερο αυστηρές, μορφές. Επίσης, έχει πάντα τιμωρητικούς μηχανισμούς, όπως είναι η άρνηση εκταμίευσης εναπομεινάντων δανείων, η άρνηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους (π.χ. επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα) κλπ. Και βέβαια, σε περίπτωση αποτυχίας εκπλήρωσης των στόχων, υπάρχουν πάντα οι θεσμοθετημένοι αυτόματοι «κόφτες» που η «αγωνιστική» (sic!) διαπραγμάτευση Βαρουφάκη-ΣΥΡΙΖΑ έχει συνομολογήσει.

 

 

Το ηφαίστειο της κρίσης παραμένει ενεργό

Συνοψίζοντας, το ελληνικό ηφαίστειο παραμένει πάντα ενεργό. Τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει αλλά ούτε καν ολοκληρωθεί αφού ο στόχος τους παραμένει ανεκπλήρωτος.. Η ΕΕ απλά σπρώχνει τα προβλήματα παρακάτω ελπίζοντας σε κάποιες ευνοϊκές μελλοντικές συγκυρίες. Οι δε ΗΠΑ επωφελούνται να ενισχύσουν τις οικονομικές και πολιτικές θέσεις τους στην Ελλάδα και ταυτόχρονα πιέζουν σε επιμέρους ζητήματα την ΕΕ. Η ελληνική αστική τάξη, ανήμπορη για οποιαδήποτε αυτόνομη κίνηση, απλά επιδιώκει να διασώσει το τομάρι της μεταφέροντας τα βάρη στην πλάτη των εργαζόμενων και των μεσαίων στρωμάτων. Οι πολιτικοί διαχειριστές της – ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ – κοκκορομαχούν για τριτεύοντα ζητήματα επιδιώκοντας την πολιτική επιβίωση και την κυβερνητική εξουσία.

Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να γίνει ένα νέο ΠΑΣΟΚ χωρίς καν την περιορισμένη αναδιανομή εισοδήματος του τελευταίου αλλά απλά μοιράζοντας την φτώχεια. Ταυτόχρονα προσφέρει μία μακροπρόθεσμη υπηρεσία στο σύστημα δυσφημώντας το όνομα της Αριστεράς.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική Αριστερά κι ιδιαίτερα για τους κομμουνιστές είναι εάν θα επιτρέψει την συνέχιση αυτής της ζοφερής κατάστασης. Εδώ θα φανεί εάν έμαθε από τα λάθη της και την αδυναμία της να εκμεταλλευθεί την προηγούμενη οκταετία της κρίσης και κάνει αποφασιστικά βήματα για να τα διορθώσει. Αλλιώς, είτε θα παραμείνει θεατής στο λιμάνι καραβιών που φεύγουν (αλλά ποτέ επιβάτης τους) είτε θα καταντήσει σαν την δυτική Αριστερά ένα οικόσιτο του συστήματος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Μαυρουδέας Στ. (2012), «Η κρίση της ΕΕ, οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η Ελλάδα», Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας νο.1.

Mavroudeas S. (2015), ‘The Greek saga: Competing explanations of the Greek crisis’, Kingston University London Economics Discussion Paper Series 2015-1.

Μαυρουδέας Στ. (2016α), «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης», Ουτοπία νο.115.

Μαυρουδέας Στ. (2016β), «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση», Τετράδια Μαρξισμού νο.1.

Mavroudeas S. (2017), ‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why do they Systematically Fail’ σε Marangos, J., (ed.), The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis, Palgrave Macmillan, New York

Μαυρουδέας Στ. (2017), «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;». εφημερίδα ΠΡΙΝ νο.1333, 3-6-2017.

Μαυρουδέας Στ. (2018), «Έξοδος από την κρίση ή στο ίδιο έργο θεατές;», Τετράδια Μαρξισμού νο.6

 

* Ο Στ. Μαυρουδέας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

[1] Για την ιστορική διαδρομή, την προέλευση, τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις αδυναμίες των ελληνικών ΠΟΠ βλέπε Μαυρουδέας (2016α), Mavroudeas (2017).

[2] Για τις ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις γύρω από το ελληνικό πρόβλημα βλέπε Μαυρουδέας (2012).

Ένα σχόλιο στο PRESS TV News σχετικά με την υποτιθέμενη ελληνική έξοδο από το πρόγραμμα της τρόικας

Χθες (21/8/2018) έκανα ένα σύντομο σχόλιο στην PRESS TV News σχετικά με την υποτιθέμενη ελληνική έξοδο από το πρόγραμμα της τρόικας (ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ).

Τα βασικά σημεία του σχολίου είναι τα εξής.

Η υποτιθέμενη έξοδος από το πρόγραμμα της τρόικας είναι μια απάτη. Το πρόγραμμα συνεχίζεται ουσιαστικά καθώς υπάρχουν επιπρόσθετα μέτρα λιτότητας που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια, η αποπληρωμή των δανείων της τρόικας θα διαρκέσει αρκετές δεκαετίες (και δεν είναι εξασφαλισμένη, συνεπώς μία ενδεχόμενη μελλοντική ελληνική χρεωκοπία είναι πάντα στην ατζέντα) και η εποπτεία τουλάχιστον από την ΕΕ (αν το ΔΝΤ εγκαταλείψει το πρόγραμμα όπως αναμένεται) θα συνεχιστεί και για πολλά χρόνια.

Το πρόγραμμα είναι αποτυχία. Ο δηλωμένος στόχος του (μολονότι μπορεί να είναι μυωπικός) ήταν να καταστήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος βιώσιμο. Δεν το πέτυχε, καθώς ο τρέχων δείκτης χρέους/ΑΕΠ είναι υψηλότερος από ότι στην αρχή του προγράμματος. Επιπλέον, η λιτότητα έχει αποδυναμώσει την ελληνική οικονομία, καθιστώντας τις αναπτυξιακές δυνατότητες της αμφίβολες.

Οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και της ΕΕ για την δήθεν επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος είναι μία σκηνοθετημένη απάτη για φτηνούς πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.

Ο ελληνικός λαός θα συνεχίσει να σηκώνει το βάρος αυτού του αντιλαϊκού προγράμματος και των πολιτικών που βρίσκονται πίσω του για πολλά χρόνια.

Το βίντεο της συνέντευξης ακολουθεί.

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος – «Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια, ΠΡΙΝ 24-6-2018

 

ΠΡΙΝ 24-6-2018

αρ. 1384

 

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος

«Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Από το success story της ΝΔ σε αυτό του ΣΥΡΙΖΑ

Η τυπική ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου τον Αύγουστο 2018 δίνει την ευκαιρία (;) στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ να προβάλλει και αυτή, όπως η προηγούμενη των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το δικό της success story, δηλαδή ότι βγάζει την χώρα από την κρίση και ότι η εποχή της αντιλαϊκής λιτότητας περνά. Ο κουτοπόνηρος αυτός ισχυρισμός – όπως και ο ανάλογος των προκατόχων της – βασίζεται σε υποκρισίες και συνειδητά αβάσιμα επιχειρήματα. Φυσικά ενορχηστρωτής και αυτού του success story είναι οι ξένοι πάτρωνες τη ελληνικής ολιγαρχίας (βασικά η ΕΕ) ενώ τα εγχώρια (αυτή την φορά ψευδο-αριστερά) φερέφωνα είναι απλοί οργανοπαίκτες. Βέβαια και οι τελευταίοι, όπως και οι προηγούμενοι, προσπαθούν να πουλήσουν την «μελωδία» τους στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική επιβίωση τους. Είναι κυριολεκτικά φαιδρός ο σκυλοκαβγάς ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ για το νέο success story όπου οι δύο εμπλεκόμενοι έχουν ουσιαστικά απλά αλλάξει τις θέσεις τους. Εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση, αποδομούσε το success story των προκατόχων του έρχεται τώρα η ΝΔ – με όχι ουσιαστικά διαφορετικά επιχειρήματα – να κάνει το ίδιο. Αν όμως τα μαλλιοτραβήγματα των εγχώριων οργανοπαικτών μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά μεταξύ των μαέστρων αυτής της φαρσοκωμωδίας. Για πρώτη φορά η αντιπαράθεση όσον αφορά το ελληνικό success story μεταξύ του ΔΝΤ (βλέπε ΗΠΑ) και της ΕΕ παίρνει τόσο μεγάλη διάσταση με το πρώτο να το αμφισβητεί ευθέως και την δεύτερη να το υπερασπίζεται μανιωδώς (προς λύπη της ΝΔ).

 

Η Μαρξιστική ανάλυση δείχνει ότι η ελληνική είναι μία βαθιά δομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού που προέρχεται από (α) την φθίνουσα κερδοφορία του (παρά την αυξημένη εκμετάλλευση της εργασίας) λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα και (β) από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του ελληνικού υπο-ιμπεριαλισμού μέσα κυρίως στην ευρωπαϊκή ενοποίηση από τους πιο αναπτυγμένους καπιταλισμούς της. Τα αίτια αυτά οδήγησαν στην κρίση (δηλαδή το μπλοκάρισμα της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας και την συρρίκνωση των δραστηριοτήτων της). Ο δημόσιος τομέας έσπευσε να στηρίξει την φθίνουσα ιδιωτική καπιταλιστική κερδοφορία με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν στα ύψη τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα τελευταία χρηματοδοτήθηκαν κυρίως με εξωτερικό δανεισμό – λόγω ευρωζώνης – με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να είναι λιγότερο διαχειρίσιμο. Η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών οδήγησε στην αδυναμία αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και στον κίνδυνο χρεωκοπίας. Συνεπώς, η ελληνική είναι μία δομική κρίση που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και επιδεινώθηκε από την προβληματική παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας λόγω ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση της από ισχυρότερους καπιταλισμούς. Η δημοσιονομική κρίση και η κρίση (εξωτερικού) ισοζυγίου πληρωμών – τα διαβόητα δίδυμα ελλείμματα – είναι παράγωγα και όχι αίτια της κρίσης.

Αυτή η κρίση δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί, όπως δείχνει η στασιμότητα των επενδύσεων (τόσο εγχώριων όσο και ξένων). Χαρακτηριστικά, ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου παραμένει στάσιμος, οι μόνες σημαντικές επενδύσεις που γίνονται είναι κυρίως στον τουριστικό κλάδο (που, παρά τα κουτοπόνηρα φληναφήματα των ξενοδόχων, έχει ασήμαντες επιπτώσεις στην απασχόληση, προκαλεί σημαντικές εισαγωγές από το εξωτερικό, είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις επιλογές των μεγάλων tour operators και μάλλον αγγίζει ήδη τα όρια της υπάρχουσας υποδομής) ενώ τα ξένα κεφάλαια έρχονται μόνο όταν παίρνουν «φιλέτα» σε τιμές εξευτελιστικές (και όχι για να στήσουν νέες δραστηριότητες).

Βέβαια η Κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη και νέο-κεϋνσιανή) αντίληψη (και από κοντά και οι επιπόλαιες Ριζοσπαστικές αναλύσεις της χρηματιστικοποίησης και του μετα-κεϋνσιανισμού) δεν μπορούν και δεν θέλουν να δουν όλα τα παραπάνω γιατί τότε θα έπρεπε είτε να αναγνωρίσουν την προβληματική φύση του καπιταλισμού είτε/και τον καταστροφικό ρόλο της ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αντίθετα, εστιάζουν μόνο στο επιφαινόμενο ζήτημα του χρέους. Όλη η αρχιτεκτονική των μνημονίων εστιάζει στην αποφυγή της χρεωκοπίας (δηλαδή στην βιωσιμότητα του χρέους). Η περιορισμένη αναφορά σε διαρθρωτικά προβλήματα αφορά μόνο την ασυδοσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και όχι φυσικά την παραγωγική ανασυγκρότηση (καθώς αυτό θα έθιγε τις επιταγές της ευρωπαϊκής ενοποίησης) και λειτουργεί απλά υποστηρικτικά στην διασφάλιση του χρέους.

Η στρατηγική των μνημονίων μέχρι τώρα έχει επιδείξει μόνο αποτυχίες και γι’ αυτό χρειάζεται διαρκείς αναπροσαρμογές. Η πιο κραυγαλέα απόδειξη της αποτυχίας της είναι ο ίδιος ο βασικός στόχος της (ο λόγος χρέους/ΑΕΠ) που αντί να μειωθεί στα χρόνια των μνημονίων έχει αυξηθεί (από 120% σε περίπου 180%). Για να σωθούν τα προσχήματα η μεν ΕΕ κάνει κυριολεκτικά φαιδρές αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους ενώ και το ΔΝΤ έχει εφεύρει έναν ηπιότερο μεσοπρόθεσμο ορισμό βιωσιμότητας. Αυτή η υποκρισία κράτησε αρκετά έτσι ώστε, παρόλο ότι αμφότεροι γνώριζαν ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν επιλυνόταν ούτε καν στο ζήτημα του χρέους, να κερδίσουν χρόνο και να αποφύγουν ευρύτερες αναταράξεις στην ΕΕ και στην παγκόσμια οικονομία. Σήμερα όμως η παρόξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών – ιδιαίτερα με την επιθετική πολιτική Τραμπ – ανατρέπει τους συμβιβασμούς αυτούς. Το ΔΝΤ ξαναθυμήθηκε ότι το πρόβλημα του χρέους δεν επιλύεται και απαιτεί άμεσες και ριζικές λύσεις, δηλαδή να βάλει η ΕΕ το χέρι στην τσέπη. Η ευρύτερη επιδίωξη των ΗΠΑ είναι να γονατίσουν την ΕΕ σαν πιθανό ανταγωνιστή τους. Ιδιαίτερα η Γερμανία ανθίσταται σ’ αυτό αποκλείοντας διαγραφή χρέους και συζητώντας μόνο μία ελεγχόμενη και μικρή αναδιάρθρωση του (επιμήκυνση χρέους, εξομάλυνση της εξυπηρέτησης του ιδιαίτερα μετά το 2023 που η τελευταία αυξάνει δραματικά κλπ.). Επίσης προσπαθεί να κρατήσει το ΔΝΤ μέσα στο ελληνικό πρόγραμμα, κάνοντας έτσι τις ΗΠΑ συνυπεύθυνες και αποκλείοντας έναν πιο αντιπαραθετικό ρόλο τους.

Στη διελκυστίνδα αυτή η ΕΕ προβάλλει ότι το πρόβλημα χρέους έχει ουσιαστικά αντιμετωπισθεί και συνεπώς δεν χρειάζεται τέταρτο μνημόνιο που θα σήμαινε μη-βιωσιμότητα του χρέους και νέα δάνεια. Με τον τρόπο αυτό στηρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καθώς τις δίνει την δυνατότητα να κατασκευάσει το δικό της ψευδεπίγραφο success story. Η δε τελευταία εγκαταλείπει ουσιαστικά κάθε στόχο ριζικής αναδιάρθρωσης χρέους και περιορίζεται σε ότι ψίχουλα είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι ευρωπαίοι πάτρωνες. Για να δοθεί αυτή η ψεύτικη εικόνα επιτυχίας ωθείται η Ελλάδα στη δημιουργία «μαξιλαριού» μέσω δανεισμού από τις διεθνείς αγορές, ο οποίος είναι ακριβός και θα γίνει ακόμη ακριβότερος καθώς έχει ξεκινήσει κύκλος αύξησης των επιτοκίων και επίσης οι κλυδωνισμοί στην ΕΕ (βλέπε Ιταλία πιο πρόσφατα) πολλαπλασιάζονται. Επιπλέον, σχεδιάζεται ένας μηχανισμός χρηματοδότησης μέσω του ESM που θα ενεργοποιηθεί σε περίπτωση αποτυχίας (και που φυσικά θα συνεπιφέρει επιπρόσθετες δεμσεύσεις).

Ταυτόχρονα, και αντίθετα με τα παραμύθια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Αυτό έχει δηλωθεί από όλες τις επίσημες πλευρές και έχει «σεμνά» αναγνωρισθεί από τον Ευ.Τσακαλώτο. Απλά η εποπτεία θα πάρει άλλη μορφή και θα γίνει λίγο πιο διακριτική (αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο αυστηρή στα καθοριστικά ζητήματα). Όπως διαρρέεται, θα περιλαμβάνει περιοδικές (μάλλον 3μηνιαίες) εκθέσεις που θα αφορούν όλη την ευρεία γκάμα των δεσμεύσεων που έχουν ήδη συνομολογηθεί για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Το καρότο του νέου συστήματος εποπτείας δεν περιλαμβάνει δάνεια (αν και θα υπάρχει σχετικό αποθεματικό στον ESMγια περίπτωση κατάφορης αποτυχίας του προγράμματος) αλλά «καραμελίτσες» (όπως επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα και ενδεχόμενες νέες ήπιες διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους εάν χρειασθεί).

Με άλλα λόγια, τα μνημόνια θα τελειώσουν τυπικά για να συνεχισθούν ουσιαστικά. Όπως επιβεβαίωσε και το πρόσφατα αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, οι στόχοι σχετικά με καθοριστικά μακροικονομικά μεγέθη (πρωτογενές πλεόνασμα, εξυπηρέτηση χρέους, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικά έσοδα κλπ.) παραμένουν πάντα εξαιρετικά υψηλοί (και ιδιαίτερα αυτοί που αφορούν την μακροχρόνια επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3.5% του ΑΕΠ και μεσοσταθμικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ άνω του 2% είναι ουσιαστικά ανεδαφικοί). Εδώ παραμένουν πάντα και τα ήδη θεσμοθετημένα μαστίγια του μνημονιακού προγράμματος. Η αποτυχία εκπλήρωσης των μακροοικονομικών στόχων επιφέρει αυτόματες περικοπές σε βασικά δημοσιονομικά πεδία (οι περιβόητοι κόφτες που κατασκευάσθηκαν ήδη επί υπουργίας Βαρουφάκη).

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει την φτώχεια δεν την περιορίζει

Συνεπώς είναι απλά γελοίες οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ περί αυξημένης ελευθερίας δημοσιονομικής πολιτικής μετά τον Αύγουστο 2018 που δήθεν θα οδηγήσει σε μείωση της λιτότητας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, στο άμεσο μέλλον προβλέπεται η ουσιαστική μείωση του αφορολόγητου από το 2020 (αλλά ενδεχομένως και νωρίτερα) που θα αυξήσει περαιτέρω την φορολογική ληστεία των λαϊκών εισοδημάτων. Επίσης έχει συνομολογηθεί η γενικευμένη μείωση των συντάξεων (της τάξης των 2.5 δις) από το 2019 μέσω της δραστικής μείωσης της «προσωπικής διαφοράς» και ορισμένων άλλων αλχημειών του νομοθετικού εκτρώματος Κατρούγκαλου.

Αυτό το οποίο ουσιαστικά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, και θα ήθελε να το πουλήσει ως δώρο στο μέλλον, είναι το μοίρασμα της φτώχειας και όχι ο περιορισμός της. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει και δικά του πελατειακά δίκτυα – ανάλογα με αυτά των άλλων συστημικών κομμάτων – αναδιανέμει ψίχουλα από κάποια στρώματα προς κάποια άλλα. Ιδιαίτερα επιδιώκει να εξαγοράσει με ξεροκόμματα πληβειακά στρώματα διαλύοντας κάθε ταξική συνείδηση τους και οδηγώντας τα κυριολεκτικά στην λουμπενοποίηση. Είναι χαρακτηριστική η πολιτική του στο κρίσιμο ζήτημα της απασχόλησης όπου παρουσιάζεται μείωση της ανεργίας που οφείλεται αφενός στην αύξηση της μετανάστευσης (που δεν είναι μόνο πλέον brain drain) και αφετέρου σε δημιουργία περιστασιακών, ουσιαστικά ανασφάλιστων, κακοπληρωμένων και με άθλιες συνθήκες θέσεων εργασίας.

Φυσικά την ίδια ώρα – και βέβαια με πιο σοβαρά ανταλλάγματα – επιδιώκει να ενδυναμώσει και να διευρύνει τους δεσμούς του με μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Χαρακτηριστικά, οι κυβερνητικοί χαριεντισμοί με τους κατά Ωνάση «καρχαρίες» του εφοπλισμού γνωρίζουν λαμπρές στιγμές, όπως άλλωστε και η ασυδοσία και η κραυγαλέα φοροαποφυγή των τελευταίων.

 

Η κρίση είναι εδώ, αναζητείται η θρυαλλίδα

Η ελληνική κρίση, παρά τις μυθοπλασίες των συστημικών κέντρων και της Κυρίαρχης οικονομικής σκέψης (αλλά και αρκετών τυχοδιωκτών Ριζοσπαστών), κάθε άλλο παρά έχει ξεπεραστεί. Η «κρίσιμη μάζα» που την προκάλεσε παραμένει πάντα στη θέση της και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ξαναεκραγεί. Η πιθανότητα αυτή αυξάνεται και λόγω διεθνών εξελίξεων καθώς οι ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις οξύνονται ραγδαία και επίσης ο φόβος ενός νέου παγκόσμιου κραχ επιστρέφει. Αυτό που λείπει προς το παρόν από αυτή την «κρίσιμη μάζα» είναι η θρυαλλίδα για μία νέα έκρηξη της που θα ξανα-αναστατώσει τις πολιτικο-κοινωνικές ισορροπίες του συστήματος.

Το ερώτημα είναι αν αυτή την φορά θα υπάρχει εκείνη η Αριστερά που θα είναι άξια του ονόματος της και που θα μπορέσει να μην αφήσει τις λαϊκές μάζες να πέσουν στην παγίδα είτε ενός (νέου;) ΣΥΡΙΖΑ είτε στον εντεινόμενο κίνδυνο μίας «ακροδεξιάς με γραβάτα» και που θα μπορέσει να τις οδηγήσει σε ένα απελευθερωτικό μέλλον. Η ανατρεπτική Αριστερά στη χώρα μας απέτυχε στην προηγούμενη φάση να παίξει τον ρόλο. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει δεκαετίες αδυναμιών και αρχαίας σκουριάς. Θα καταφέρει αυτή την φορά να ξεπεράσει τις αδυναμίες της;

Η ιστορία και ο λαός συγχωρούν αυτούς που έντιμα κάνουν λάθη. Δεν συγχωρούν όμως ποτέ αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα επαναλαμβάνουν.

 

Ένα σχόλιο για τα ναυτιλιακά ομόλογα

Ένα σχόλιο για τα ναυτιλιακά ομόλογα

Στ. Μαυρουδέας

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την ίδια ώρα που φορτώνει νέα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων και της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ο πιστότερος υπηρέτης των εφοπλιστών. Την ίδια ώρα που φορτώνει περικοπές και νέα φορολογικά βάρη στους πρώτους, όχι μόνο προστατεύει με νύχια και με δόντια την ασύδοτη φοροδιαφυγή των εφοπλιστών αλλά προσπαθεί να τους διευκολύνει στο να βρουν «φθηνό χρήμα» για τις ιδιωτικές δουλειές τους.

Η ναυτιλία αντιμετωπίζει προβλήματα από τους χαμηλούς ναύλους στην παγκ. ναυλαγορά (ιδιαίτερα στα χύδην φορτίου πλοία που έχει κυρίως το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο).

 

Εξαιτίας των χαμηλών ναύλων που οδήγησε στη χρεωκοπία αρκετές ξένες (π.χ. γερμανικές, Hanjin) αλλά και ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες, οι τράπεζες διεθνώς είναι διστακτικές στη χορήγηση δανειακών κεφαλαίων προς τη ναυτιλία.

 

Οι Έλληνες εφοπλιστές δεν φαίνεται στην πλειοψηφία τους να εμφανίζουν προβλήματα ρευστότητας καθώς έχουν συσσωρεύσει από το παρελθόν μεγάλα ίδια κεφάλαια και έχουν αγοράσει πάρα πολλά πλοία κοψοχρονιά από χρεωκοπημένες ξένες ναυτιλιακές. Επίσης οι «μεγάλοι» του κλάδου εξακολουθούν να μπορούν να δανείζονται με καλούς όρους στις διεθνείς χρηματαγορές. Ταυτόχρονα όμως αντιλαμβάνονται ότι μεσοπρόθεσμα αν δεν μπορέσουν να αντλήσουν ικανή ποσότητα δανειακών κεφαλαίων θα πρέπει να μειώσουν τον κύκλο των εργασιών τους τουλάχιστον σε ότι αφορά την ποντοπόρο ναυτιλία. Ιδιαίτερα οι μικρότερες ναυτιλιακές εταιρείες νιώθουν αυτή την απειλή εντονότερα.

 

Από αυτή την άποψη οποιαδήποτε πηγή φθηνών δανειακών κεφαλαίων είναι ευπρόσδεκτη για το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Η πρόσφατη επιτυχία έκδοσης εταιρικών ομολόγων (Μυτιληναίος, Γερμανός) άνοιξε τις σχετικές ορέξεις.

 

Στην περίπτωση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς όμως η άντληση δανειακών κεφαλαίων είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και αμφίβολης αποδοτικότητας εγχείρημα. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι:

  • Η δομική έλλειψη δανειακών κεφαλαίων στην ελληνική χρηματαγορά που έχουν δημιουργήσει η κρίση και τα μνημόνια
  • Η ανάγκη για έγκριση από την τρόικα προκειμένου να χορηγηθούν πιστώσεις σε ικανή έκταση και ιδιαίτερα όταν πρόκειται να τις εγγυηθεί το ελληνικό δημόσιο.
  • Γι’ αυτούς τους λόγους η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν είναι ικανή να προσφέρει σημαντική μόχλευση. Επιπλέον είναι δύσκολο να λειτουργήσει το μοντέλο των τιτλοποιήσεων στην ελληνική πραγματικότητα.
  • Τα ναυτιλιακά ομόλογα δεν έχουν καλή προϊστορία καθώς πολύ συχνά στο παρελθόν ναυτιλιακές εταιρείες πέτυχαν το «κούρεμα» τους.
  • Είναι δύσκολη η αποτίμηση του ενεργητικού μίας ναυτιλιακής εταιρείας (λόγω του offshore δικαίου που τις καλύπτει) και συνεπώς ένας ομολογιούχος δεν μπορεί να ξέρει καλά τι εγγυήσεις έχει σε περίπτωση προβλημάτων.
  • Οι ελληνικές τράπεζες (που πλέον έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό υπό ξένο έλεγχο) δεν καλοβλέπουν τα εταιρικά ομόλογα καθώς χάνουν σημαντικές καταθέσεις (μεγάλοι και αξιόχρεοι πελάτες) ενώ τα commissions που εισπράττουν δεν αντισταθμίζουν στο ελάχιστο τη ζημιά αυτή. Και όλα αυτά σε μία περίοδο που ενεδρεύει ο κίνδυνος νέων προβλημάτων (δυσκολότερα stress tests από το 2018, προβλήματα ανακεφαλαιοποίησης, bail in κλπ.).

 

Στην περίπτωση που πίσω από τα ναυτιλιακά ομόλογα δοθούν, με κάποιο τρόπο, εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου τότε πρόκειται περί σκανδάλου ολκής καθώς θα επιβαρυνθούν οι Έλληνες πολίτες.

Συμπερασματικά:

  • Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να «γλύψει» το εφοπλιστικό κεφάλαιο και να δείξει ότι είναι καλύτερος υπηρέτης του από την ΝΔ.
  • Το εφοπλιστικό κεφάλαιο δέχεται χαμογελαστά το «γλύψιμο» αν και ξέρει ότι έχει μικρές δυνατότητες. Αυτές πιθανά που «καίγονται» περισσότερο να προχωρήσουν τα ναυτιλιακά ομόλογα είναι μικρότερες ναυτιλιακές εταιρείες (που θέλουν να μειώσουν ή και να αναχρηματοδοτήσουν τον υπέρογκο δανεισμό τους με φθηνότερα επιτόκια).
  • Είναι αμφίβολη η θέση της τρόικα και ιδιαίτερα της Γερμανίας στο θέμα αυτό. Η τελευταία – και δημόσια – έχει στοχοποιήσει (για τους δικούς της λόγους) το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Αν δεχθεί κάτι τέτοιο είναι εύλογο ότι θα ζητήσει ακριβά ανταλλάγματα.
  • Η ενδεχόμενη παροχή εγγύησης του ελληνικού δημοσίου συνεπάγεται απαράδεκτες επιβαρύνσεις για τους Έλληνες φορολογούμενους

 

Τι δουλειά έχει η ελληνική κυβέρνηση να εξυπηρετεί τις ιδιωτικές μπίζνες του εφοπλιστικού κεφαλαίου που μάλιστα βρίσκεται κυρίως εκτός της χώρας; Δεν έχει αρκετά άλλα προβλήματα ο ελληνικός λαός για να ασχοληθούν με αυτά όλοι αυτοί οι κρατικοί αξιωματούχοι; Δεν μπορούν οι ναυτιλιακές εταιρείες να κοιτάξουν μόνες τους τις δουλειές τους;

 

Η χώρα έχει χρυσοπληρώσει το εφοπλιστικό κεφάλαιο το οποίο έναντι δεν δίνει ούτε ψίχουλα και συνεχώς απαιτεί και περισσότερα. Όχι μόνο δεν χρειάζεται περισσότερες χαριστικές διευκολύνσεις αλλά πρέπει επιτέλους και να πληρώσει τα χρεωστούμενα του. Να φορολογηθεί τώρα το εφοπλιστικό κεφάλαιο.

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης – Εφημερίδα των Συντακτών

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης

Αλέξης Τσίπρας, Κυριάκος Μητσοτάκης

 

Εδώ και μήνες η χώρα «χορεύει» στο ρυθμό της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου στη σειρά των αποτυχημένων μνημονιακών προγραμμάτων που την έχουν καταστρέψει. Αντικείμενο της είναι η επιβολή ενός νέου πακέτου αντιλαϊκών μέτρων λιτότητας (περικοπές συντάξεων, διάλυση και ιδιωτικοποίηση ΔΕΗ, ακόμη μεγαλύτερος εργασιακός μεσαίωνας με απορρύθμιση των απολύσεων κλπ.) που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση την ελληνική οικονομία. Το πακέτο αυτό είναι αναγκαίο γιατί το μνημονιακό πρόγραμμα προσαρμογής επτά συναπτά χρόνια αποτυγχάνει συστηματικά και γι’ αυτό απαιτούνται διαρκείς παρεμβάσεις για την διάσωση του.

Η συνταγή της δημοσιονομικής λιτότητας που θα οδηγήσει σε ανάπτυξη –δηλαδή ότι ο ιδιωτικός τομέας θα υπερκαλύψει την συρρίκνωση του δημοσίου– αποδείχθηκε εντελώς αβάσιμη. Η ελληνική οικονομική ολιγαρχία έχει μάθει να αποκομίζει κέρδη με δημόσια λεφτά και ακίνδυνα. Γι’ αυτό δεν ρισκάρει να επενδύσει στο μνημονιακό υφεσιακό περιβάλλον αλλά μόνο αρπάζει κοψοχρονιά δημόσια φιλέτα.

Σύσσωμη η καθεστηκυία τάξη (φιλο-ΣΥΡΙΖΑ και αντι-ΣΥΡΙΖΑ) χοροπηδά, φωνασκεί και αλληλοκαθυβρίζεται για το γιατί δεν κλείνει η διαπραγμάτευση. Άλλωστε το κόστος της το πληρώνει ο εργαζόμενος λαός.

Σε αυτό το γελοίο θέατρο σκιών οι αντιμαχόμενοι καραγκιοζοπαίκτες κρύβουν συστηματικά τα πραγματικά επίδικα.

Η κυβέρνηση Τραμπ κινείται πολύ πιο μονομερώς και πιο επιθετικά έναντι της ΕΕ. Όχι μόνο το ΔΝΤ δεν έχει από το 2014 εκπληρώσει τις δικές του δανειακές υποχρεώσεις αλλά πλέον απειλεί ανοικτά με την αποχώρηση του από το πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ πιέζουν στυγνά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό ότι δεν θα συμμετέχουν οικονομικά και θα εκβιάζουν πολιτικά με νέα Brexit στο μαλακό νότιο υπογάστριο της γερμανικής ΕΕ εάν δεν υποκύψει στις γενικότερες απαιτήσεις τους. Γι’ αυτό η χρυσοπληρωμένη και ανίκανη γραφειοκρατία του ΔΝΤ – φοβούμενη για τις καρέκλες της – εγκαταλείπει την προηγουμένως συγκαταβατική στάση της έναντι της ΕΕ, υπονομεύει συστηματικά κάθε συμφωνία για τον «λογαριασμό» της αξιολόγησης και επαναφέρει συνεχώς την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (που ούτε θέλει να ακούσει η Γερμανία). Και γι’ αυτό τρενάρει την αξιολόγηση αλλάζοντας συνεχώς τις απαιτήσεις της.

Η Γερμανία προσπαθεί – εκμεταλλευόμενη τις ενδο-αμερικανικές διαμάχες – να δημιουργήσει τετελεσμένα και αν είναι δυνατόν να δεσμεύσει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Πολλές φορές τραβά τα πράγματα από τα μαλλιά με βλακώδεις κινήσεις που εντέλει επιδεινώνουν την θέση της. Θέλει τουλάχιστον μέχρι τις γερμανικές εκλογές (Σεπτέμβριος 2017) να αποφευχθεί μία πλήρης αποχώρηση του ΔΝΤ ή ακόμη και μία (πιθανότερη) δήλωση παραμονής του μόνο ως τεχνικού συμβούλου. Θέλει να κλείσει η αξιολόγηση αλλά καθώς δεν δεσμεύονται οι ΗΠΑ δεν μπορεί να υπολογίσει τον τελικό λογαριασμό που θα φορτωθεί στην Ελλάδα.

Ακριβώς επειδή τα δύο μεγάλα αφεντικά τσακώνονται γι΄αυτό δεν κλείνει και ο λογαριασμός της αξιολόγησης.

Ο καυγάς των αφεντικών οδηγεί στη σχιζοφρένεια τους νενέκους της ελληνικής ολιγαρχίας καθώς δεν ξέρουν που πρέπει να προσπέσουν. Βέβαια όλοι τρέμουν την κατάρρευση του μνημονιακού προγράμματος που θα δείξει στο λαό την απόλυτη γύμνια τους και θα διακινδυνεύσει τις καλά προστατευμένες περιουσίες τους. Έτσι ανέχονται αγόγγυστα ακόμη και την ρητή υπαγωγή του ελληνικού καπιταλισμού στην τελευταία από τις πολλαπλές ταχύτητες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η μερίδα που εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, πίσω από το θέατρο της «σκληρής διαπραγμάτευσης», υπογράφει τα πάντα για να κλείσει η αντιλαϊκή αξιολόγηση. Το μόνο που διαπραγματεύεται είναι ο ετεροχρονισμός των μέτρων έτσι ώστε να μην πέσουν όλα μέσα στο επόμενο διάστημα για να μπορέσει να επιμηκύνει την παραμονή της στην κυβέρνηση και να φορτωθεί μέρος του κόστους η επόμενη κυβέρνηση. Άλλωστε το ίδιο έκαναν και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η αντιπολιτευόμενη μερίδα συνυπογράφει επίσης οποιοδήποτε λογαριασμό φέρουν οι ξένοι πάτρωνες αλλά θέλει να εφαρμοσθεί άμεσα έτσι ώστε να τον χρεωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να της αδειάσει την θέση στην κυβέρνηση μία ώρα αρχύτερα. Και κάποιοι κοντοτιέροι (π.χ. Στουρνάρας) ονειρεύονται χούντες τεχνοκρατών με τους εαυτούς τους επικεφαλής.

Αφήνοντας στην άκρη τον υποκριτικό σκυλοκαβγά των μερίδων της ελληνικής ολιγαρχίας, η αξιολόγηση που θα φορτώσει νέα δεινά στον ελληνικό λαό δεν κλείνει γιατί οι ξένοι πάτρωνες δεν τα βρίσκουν.

Αυτό το βρώμικο παιχνίδι έχει ημερομηνία λήξης. Περίπου στα τέλη Μαΐου πρέπει να υπάρξει κάποια λύση καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να αποπληρώσει τα περίπου 10,5 δισ. που λήγουν μέσα στο καλοκαίρι. Μέχρι τότε οι Γερμανοί πρέπει να αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίζουν να παίζουν καθυστέρηση ή θα σηκώσουν το ελληνικό πρόγραμμα μόνοι τους (μέσω του ESM όπως ήδη σχεδιάζεται) ή ακόμη και θα «εκτοξεύσουν» την Ελλάδα σε διπλό νόμισμα (φυσικά εξαρτημένο από το ευρώ).

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Αναδημοσιεύσεις

http://mignatiou.com/2017/04/o-karagkioz-berntes-tis-defteris-axiologisis/

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας – Εφημερίδα των Συντακτών

https://www.efsyn.gr/arthro/i-kyvernitiki-eyresitehnia-tis-dimosionomikis-oydeterotitas-ton-neon-metron-litotitas

2017-03-05_11-01-26

 

 

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας

 

Αίθουσα συνεδριάσεων Eurogroup

Και άλλα παραμύθια της Χαλιμάς… | © European Union

03.03.2017, 23:15 | Ετικέτες:  ΔΝΤ, Eurogroup, ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση

Συντάκτης:

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας*

Το προ-σύμφωνο που συνομολόγησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο τελευταίο Eurogroup φορτώνει νέα μέτρα λιτότητας στις πλάτες του ελληνικού λαού.

Τα μέτρα αυτά θα τα πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι μέσω νέων φοροεπιδρομών (με την μείωση του αφορολογήτου), της περαιτέρω απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (αύξηση ποσοστού επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων κλπ.) και κατακρεούργησης του ασφαλιστικού συστήματος (με ακόμη μικρότερες νέες συντάξεις και μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις παλιές). Επίσης η δαμόκλειος σπάθη του «κόφτη» (δηλαδή των οριζόντιων μειώσεων στο δημόσιο τομέα) επεκτείνεται για όσα χρόνια υπάρχει ο φόβος εκτροχιασμού του Μνημονιακού προγράμματος (και συνεπώς εμφάνισης «χρηματοδοτικού κενού», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές της).

Έτσι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» γίνεται με εξαιρετικά άγριες διαθέσεις.

Εμπρός σ’ αυτό το φιάσκο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται στο μόνο που γνωρίζει, δηλαδή στην κατασκευή και προσπάθεια πώλησης παραμυθιών. Η καινούρια μυθοπλαστική ευρεσιτεχνία του λέγεται «δημοσιονομικά ουδέτερη» επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας. Πρόκειται βέβαια για μία χονδροειδή κακοποίηση όχι μόνο της οικονομικής ανάλυσης αλλά και της κοινής λογικής.

Δημοσιονομικά ουδέτερα χαρακτηρίζονται τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (φόροι, δαπάνες κλπ.) που δεν επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών  – ή στην πιο κεϋνσιανή παραλλαγή δεν επηρεάζουν την ζήτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τα νέα μέτρα λιτότητας που συνομολογεί με τους ξένους πάτρωνες δεν θα είναι μέτρα λιτότητας. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «εάν είναι ένα πακέτο 1 δισ. που θα είναι μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση, θα υπάρχει και 1 δισ. μέτρα θετικά, που θα επιστρέφουν στην οικονομία».

Τα νέα μέτρα που διαπραγματεύεται ο κ.Τσακαλώτος και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ξένους πάτρωνες αφορούν το «χρηματοδοτικό κενό» που προβλέπεται να εμφανίσει το Μνημονιακό πρόγραμμα από το 2018. Το «χρηματοδοτικό κενό» αυτό προκύπτει γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το ελληνικό χρέος εκτινάσσονται στο 3.5% και πρέπει να διατηρηθούν εκεί για αρκετά χρόνια (έναν πανθομολογουμένως εξωπραγματικό στόχο). Για να επιτευχθεί αυτός ο απίθανος στόχος και να διατηρηθεί η επίφαση βιωσιμότητας του Μνημονιακού προγράμματος απαιτούνται τα νέα πρόσθετα μέτρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποδεχθεί τον «κόφτη» (δηλαδή τα οριζόντια καθολικά μέτρα λιτότητας) μέχρι και το 2019. Τώρα στο τραπέζι είναι η επέκταση του και για μετά. Γνωρίζει καλά ότι μία ενεργοποίηση του «κόφτη» θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη και στην εκπαραθύρωση του από τους ζεστούς και πλουσιοπάροχους κυβερνητικούς θώκους. Γι’ αυτό αποδέχεται μεν τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας αλλά προσπαθεί να τα ετεροχρονίσει για την θητεία της επόμενης κυβέρνησης που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι δικό του.

Από την άλλη το ΔΝΤ πιέζει για νέα μέτρα λιτότητας της τάξης του 2% του ΑΕΠ από το 2019, πολλά από τα οποία όμως θα εφαρμοσθούν από το 2018 αν δεν πιαστεί τότε ο στόχος του 3.5%. Ο στόχος του είναι να πιέσει περαιτέρω την ΕΕ αυξάνοντας τα προβλήματα στην Ελλάδα και φλερτάροντας ακόμη και με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης.

Το ευρω-ιερατείο δεν ενοχλείται άμεσα που το ΔΝΤ τον αναλαμβάνει τον ρόλο του «κακού» και πιέζει σε μεγαλύτερο ξεζούμισμα της άμοιρης χώρας μας. Κρατά όμως ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της πίεσης καθώς αν οι απαιτήσεις ανέβουν πάρα πολύ τότε τα αδιέξοδα του Μνημονιακού προγράμματος θα γίνουν ακόμη πιο εξόφθαλμα. Αυτό θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής χρέους (κάτι που η ΕΕ δεν θέλει ούτε να ακούσει) και την κοινωνική έκρηξη (η αποφυγή της οποίας είναι ο μοναδικός λόγος που αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση καθώς σ’ αυτό έχει προσφέρει ασυναγώνιστες υπηρεσίες).

Τέλος, συζητιούνται κάποια αντίμετρα που δεν θα κάνουν λιγότερο επώδυνες τις περικοπές αλλά που θα λειτουργήσουν αντικυκλικά. Γύρω από αυτά τα αντίμετρα στήνει ο ΣΥΡΙΖΑ το παραμυθάκι της δημοσιονομικής ουδετερότητας. Το ΔΝΤ, ιδιαίτερα μετά τον εξευτελισμό του στην κρίση της Αργεντινής, προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του αλλά και να διορθώσει τα προγράμματα του. Έτσι προσπάθησε να αμβλύνει τον βαθιά υφεσιακό (προ-κυκλικό) χαρακτήρα των προγραμμάτων του εισάγοντας στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο νέο πλαίσιο παραμένουν τα οριζόντια μέτρα λιτότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις και η περιστολή του δημόσιου τομέα αλλά συνδυάζονται με διακριτικές πολιτικές για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και (δευτερευόντως και ως φύλλο συκής) για την ακραία φτώχεια. Βέβαια, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μελέτες, τα προγράμματα του ΔΝΤ παρέμειναν βαθύτατα υφεσιακά, δηλαδή δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερα. Αυτό γιατί τα μέτρα λιτότητας (σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων) και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα (που είναι ο βασικότερος πάροχος απασχόλησης) οδηγούν σε βαθιά ύφεση. Τα αντίμετρα δεν κατορθώνουν να την αποτρέψουν καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο επενδύσεων εν μέσω βαθιάς ύφεσης και η συνολική κατανάλωση των πλουσίων στρωμάτων πάντα υπολείπεται της αντίστοιχης των φτωχότερων στρωμάτων. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της φτώχειας τα αντίμετρα δεν μειώνουν την φτώχεια αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αμβλύνουν τις οξύτερες εκδηλώσεις της.

Υπό αυτό το πρίσμα το ΔΝΤ, προτείνει αντίμετρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια καθώς και για την επιχειρηματική δραστηριότητα (λες και η ελληνική ολιγαρχία πλήρωνε ποτέ φόρους). Τα αντιμέτρα αυτά είναι, πρώτον, βαθύτατα ταξικά και, δεύτερον, σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι αντιπροτείνει την μείωση του ΕΝΦΙΑ για τους μικροϊδιοκτήτες και του ΦΠΑ σε φάρμακα και ηλεκτρισμό προσπαθώντας να διασώσει κάτι από την λαϊκή απήχηση του.

Η όλη διαπραγμάτευση είναι μία καρικατούρα ακόμη και των τυπικών προγραμμάτων του ΔΝΤ γιατί ο στόχος της είναι καθαρά εισπρακτικός. Ο στόχος του νέου πακέτου μέτρων είναι η άμεση άντληση φορολογικών εσόδων και η μείωση δαπανών. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθεί το «χρηματοδοτικό κενό». Εάν τα νέα μέτρα λιτότητας υπεραποδώσουν τότε μπορεί να επιστραφούν κάποια ψίχουλα στους «πτωχούς ιθαγενείς». Σε κάθε περίπτωση, τα αντιμέτρα είναι σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Δεν θα είχε νόημα και αλλιώς.

Συνεπώς οι κυβερνητικές δηλώσεις περί δημοσιονομικής ουδετερότητας είναι συνειδητά και άθλια παραμύθια.

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας