Tag Archives: ΣΥΡΙΖΑ

Ένα σχόλιο στο PRESS TV News σχετικά με την υποτιθέμενη ελληνική έξοδο από το πρόγραμμα της τρόικας

Χθες (21/8/2018) έκανα ένα σύντομο σχόλιο στην PRESS TV News σχετικά με την υποτιθέμενη ελληνική έξοδο από το πρόγραμμα της τρόικας (ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ).

Τα βασικά σημεία του σχολίου είναι τα εξής.

Η υποτιθέμενη έξοδος από το πρόγραμμα της τρόικας είναι μια απάτη. Το πρόγραμμα συνεχίζεται ουσιαστικά καθώς υπάρχουν επιπρόσθετα μέτρα λιτότητας που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια, η αποπληρωμή των δανείων της τρόικας θα διαρκέσει αρκετές δεκαετίες (και δεν είναι εξασφαλισμένη, συνεπώς μία ενδεχόμενη μελλοντική ελληνική χρεωκοπία είναι πάντα στην ατζέντα) και η εποπτεία τουλάχιστον από την ΕΕ (αν το ΔΝΤ εγκαταλείψει το πρόγραμμα όπως αναμένεται) θα συνεχιστεί και για πολλά χρόνια.

Το πρόγραμμα είναι αποτυχία. Ο δηλωμένος στόχος του (μολονότι μπορεί να είναι μυωπικός) ήταν να καταστήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος βιώσιμο. Δεν το πέτυχε, καθώς ο τρέχων δείκτης χρέους/ΑΕΠ είναι υψηλότερος από ότι στην αρχή του προγράμματος. Επιπλέον, η λιτότητα έχει αποδυναμώσει την ελληνική οικονομία, καθιστώντας τις αναπτυξιακές δυνατότητες της αμφίβολες.

Οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και της ΕΕ για την δήθεν επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος είναι μία σκηνοθετημένη απάτη για φτηνούς πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.

Ο ελληνικός λαός θα συνεχίσει να σηκώνει το βάρος αυτού του αντιλαϊκού προγράμματος και των πολιτικών που βρίσκονται πίσω του για πολλά χρόνια.

Το βίντεο της συνέντευξης ακολουθεί.

Advertisements

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος – «Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια, ΠΡΙΝ 24-6-2018

 

ΠΡΙΝ 24-6-2018

αρ. 1384

 

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος

«Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Από το success story της ΝΔ σε αυτό του ΣΥΡΙΖΑ

Η τυπική ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου τον Αύγουστο 2018 δίνει την ευκαιρία (;) στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ να προβάλλει και αυτή, όπως η προηγούμενη των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το δικό της success story, δηλαδή ότι βγάζει την χώρα από την κρίση και ότι η εποχή της αντιλαϊκής λιτότητας περνά. Ο κουτοπόνηρος αυτός ισχυρισμός – όπως και ο ανάλογος των προκατόχων της – βασίζεται σε υποκρισίες και συνειδητά αβάσιμα επιχειρήματα. Φυσικά ενορχηστρωτής και αυτού του success story είναι οι ξένοι πάτρωνες τη ελληνικής ολιγαρχίας (βασικά η ΕΕ) ενώ τα εγχώρια (αυτή την φορά ψευδο-αριστερά) φερέφωνα είναι απλοί οργανοπαίκτες. Βέβαια και οι τελευταίοι, όπως και οι προηγούμενοι, προσπαθούν να πουλήσουν την «μελωδία» τους στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική επιβίωση τους. Είναι κυριολεκτικά φαιδρός ο σκυλοκαβγάς ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ για το νέο success story όπου οι δύο εμπλεκόμενοι έχουν ουσιαστικά απλά αλλάξει τις θέσεις τους. Εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση, αποδομούσε το success story των προκατόχων του έρχεται τώρα η ΝΔ – με όχι ουσιαστικά διαφορετικά επιχειρήματα – να κάνει το ίδιο. Αν όμως τα μαλλιοτραβήγματα των εγχώριων οργανοπαικτών μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά μεταξύ των μαέστρων αυτής της φαρσοκωμωδίας. Για πρώτη φορά η αντιπαράθεση όσον αφορά το ελληνικό success story μεταξύ του ΔΝΤ (βλέπε ΗΠΑ) και της ΕΕ παίρνει τόσο μεγάλη διάσταση με το πρώτο να το αμφισβητεί ευθέως και την δεύτερη να το υπερασπίζεται μανιωδώς (προς λύπη της ΝΔ).

 

Η Μαρξιστική ανάλυση δείχνει ότι η ελληνική είναι μία βαθιά δομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού που προέρχεται από (α) την φθίνουσα κερδοφορία του (παρά την αυξημένη εκμετάλλευση της εργασίας) λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα και (β) από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του ελληνικού υπο-ιμπεριαλισμού μέσα κυρίως στην ευρωπαϊκή ενοποίηση από τους πιο αναπτυγμένους καπιταλισμούς της. Τα αίτια αυτά οδήγησαν στην κρίση (δηλαδή το μπλοκάρισμα της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας και την συρρίκνωση των δραστηριοτήτων της). Ο δημόσιος τομέας έσπευσε να στηρίξει την φθίνουσα ιδιωτική καπιταλιστική κερδοφορία με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν στα ύψη τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα τελευταία χρηματοδοτήθηκαν κυρίως με εξωτερικό δανεισμό – λόγω ευρωζώνης – με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να είναι λιγότερο διαχειρίσιμο. Η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών οδήγησε στην αδυναμία αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και στον κίνδυνο χρεωκοπίας. Συνεπώς, η ελληνική είναι μία δομική κρίση που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και επιδεινώθηκε από την προβληματική παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας λόγω ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση της από ισχυρότερους καπιταλισμούς. Η δημοσιονομική κρίση και η κρίση (εξωτερικού) ισοζυγίου πληρωμών – τα διαβόητα δίδυμα ελλείμματα – είναι παράγωγα και όχι αίτια της κρίσης.

Αυτή η κρίση δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί, όπως δείχνει η στασιμότητα των επενδύσεων (τόσο εγχώριων όσο και ξένων). Χαρακτηριστικά, ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου παραμένει στάσιμος, οι μόνες σημαντικές επενδύσεις που γίνονται είναι κυρίως στον τουριστικό κλάδο (που, παρά τα κουτοπόνηρα φληναφήματα των ξενοδόχων, έχει ασήμαντες επιπτώσεις στην απασχόληση, προκαλεί σημαντικές εισαγωγές από το εξωτερικό, είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις επιλογές των μεγάλων tour operators και μάλλον αγγίζει ήδη τα όρια της υπάρχουσας υποδομής) ενώ τα ξένα κεφάλαια έρχονται μόνο όταν παίρνουν «φιλέτα» σε τιμές εξευτελιστικές (και όχι για να στήσουν νέες δραστηριότητες).

Βέβαια η Κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη και νέο-κεϋνσιανή) αντίληψη (και από κοντά και οι επιπόλαιες Ριζοσπαστικές αναλύσεις της χρηματιστικοποίησης και του μετα-κεϋνσιανισμού) δεν μπορούν και δεν θέλουν να δουν όλα τα παραπάνω γιατί τότε θα έπρεπε είτε να αναγνωρίσουν την προβληματική φύση του καπιταλισμού είτε/και τον καταστροφικό ρόλο της ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αντίθετα, εστιάζουν μόνο στο επιφαινόμενο ζήτημα του χρέους. Όλη η αρχιτεκτονική των μνημονίων εστιάζει στην αποφυγή της χρεωκοπίας (δηλαδή στην βιωσιμότητα του χρέους). Η περιορισμένη αναφορά σε διαρθρωτικά προβλήματα αφορά μόνο την ασυδοσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και όχι φυσικά την παραγωγική ανασυγκρότηση (καθώς αυτό θα έθιγε τις επιταγές της ευρωπαϊκής ενοποίησης) και λειτουργεί απλά υποστηρικτικά στην διασφάλιση του χρέους.

Η στρατηγική των μνημονίων μέχρι τώρα έχει επιδείξει μόνο αποτυχίες και γι’ αυτό χρειάζεται διαρκείς αναπροσαρμογές. Η πιο κραυγαλέα απόδειξη της αποτυχίας της είναι ο ίδιος ο βασικός στόχος της (ο λόγος χρέους/ΑΕΠ) που αντί να μειωθεί στα χρόνια των μνημονίων έχει αυξηθεί (από 120% σε περίπου 180%). Για να σωθούν τα προσχήματα η μεν ΕΕ κάνει κυριολεκτικά φαιδρές αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους ενώ και το ΔΝΤ έχει εφεύρει έναν ηπιότερο μεσοπρόθεσμο ορισμό βιωσιμότητας. Αυτή η υποκρισία κράτησε αρκετά έτσι ώστε, παρόλο ότι αμφότεροι γνώριζαν ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν επιλυνόταν ούτε καν στο ζήτημα του χρέους, να κερδίσουν χρόνο και να αποφύγουν ευρύτερες αναταράξεις στην ΕΕ και στην παγκόσμια οικονομία. Σήμερα όμως η παρόξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών – ιδιαίτερα με την επιθετική πολιτική Τραμπ – ανατρέπει τους συμβιβασμούς αυτούς. Το ΔΝΤ ξαναθυμήθηκε ότι το πρόβλημα του χρέους δεν επιλύεται και απαιτεί άμεσες και ριζικές λύσεις, δηλαδή να βάλει η ΕΕ το χέρι στην τσέπη. Η ευρύτερη επιδίωξη των ΗΠΑ είναι να γονατίσουν την ΕΕ σαν πιθανό ανταγωνιστή τους. Ιδιαίτερα η Γερμανία ανθίσταται σ’ αυτό αποκλείοντας διαγραφή χρέους και συζητώντας μόνο μία ελεγχόμενη και μικρή αναδιάρθρωση του (επιμήκυνση χρέους, εξομάλυνση της εξυπηρέτησης του ιδιαίτερα μετά το 2023 που η τελευταία αυξάνει δραματικά κλπ.). Επίσης προσπαθεί να κρατήσει το ΔΝΤ μέσα στο ελληνικό πρόγραμμα, κάνοντας έτσι τις ΗΠΑ συνυπεύθυνες και αποκλείοντας έναν πιο αντιπαραθετικό ρόλο τους.

Στη διελκυστίνδα αυτή η ΕΕ προβάλλει ότι το πρόβλημα χρέους έχει ουσιαστικά αντιμετωπισθεί και συνεπώς δεν χρειάζεται τέταρτο μνημόνιο που θα σήμαινε μη-βιωσιμότητα του χρέους και νέα δάνεια. Με τον τρόπο αυτό στηρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καθώς τις δίνει την δυνατότητα να κατασκευάσει το δικό της ψευδεπίγραφο success story. Η δε τελευταία εγκαταλείπει ουσιαστικά κάθε στόχο ριζικής αναδιάρθρωσης χρέους και περιορίζεται σε ότι ψίχουλα είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι ευρωπαίοι πάτρωνες. Για να δοθεί αυτή η ψεύτικη εικόνα επιτυχίας ωθείται η Ελλάδα στη δημιουργία «μαξιλαριού» μέσω δανεισμού από τις διεθνείς αγορές, ο οποίος είναι ακριβός και θα γίνει ακόμη ακριβότερος καθώς έχει ξεκινήσει κύκλος αύξησης των επιτοκίων και επίσης οι κλυδωνισμοί στην ΕΕ (βλέπε Ιταλία πιο πρόσφατα) πολλαπλασιάζονται. Επιπλέον, σχεδιάζεται ένας μηχανισμός χρηματοδότησης μέσω του ESM που θα ενεργοποιηθεί σε περίπτωση αποτυχίας (και που φυσικά θα συνεπιφέρει επιπρόσθετες δεμσεύσεις).

Ταυτόχρονα, και αντίθετα με τα παραμύθια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Αυτό έχει δηλωθεί από όλες τις επίσημες πλευρές και έχει «σεμνά» αναγνωρισθεί από τον Ευ.Τσακαλώτο. Απλά η εποπτεία θα πάρει άλλη μορφή και θα γίνει λίγο πιο διακριτική (αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο αυστηρή στα καθοριστικά ζητήματα). Όπως διαρρέεται, θα περιλαμβάνει περιοδικές (μάλλον 3μηνιαίες) εκθέσεις που θα αφορούν όλη την ευρεία γκάμα των δεσμεύσεων που έχουν ήδη συνομολογηθεί για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Το καρότο του νέου συστήματος εποπτείας δεν περιλαμβάνει δάνεια (αν και θα υπάρχει σχετικό αποθεματικό στον ESMγια περίπτωση κατάφορης αποτυχίας του προγράμματος) αλλά «καραμελίτσες» (όπως επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα και ενδεχόμενες νέες ήπιες διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους εάν χρειασθεί).

Με άλλα λόγια, τα μνημόνια θα τελειώσουν τυπικά για να συνεχισθούν ουσιαστικά. Όπως επιβεβαίωσε και το πρόσφατα αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, οι στόχοι σχετικά με καθοριστικά μακροικονομικά μεγέθη (πρωτογενές πλεόνασμα, εξυπηρέτηση χρέους, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικά έσοδα κλπ.) παραμένουν πάντα εξαιρετικά υψηλοί (και ιδιαίτερα αυτοί που αφορούν την μακροχρόνια επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3.5% του ΑΕΠ και μεσοσταθμικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ άνω του 2% είναι ουσιαστικά ανεδαφικοί). Εδώ παραμένουν πάντα και τα ήδη θεσμοθετημένα μαστίγια του μνημονιακού προγράμματος. Η αποτυχία εκπλήρωσης των μακροοικονομικών στόχων επιφέρει αυτόματες περικοπές σε βασικά δημοσιονομικά πεδία (οι περιβόητοι κόφτες που κατασκευάσθηκαν ήδη επί υπουργίας Βαρουφάκη).

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει την φτώχεια δεν την περιορίζει

Συνεπώς είναι απλά γελοίες οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ περί αυξημένης ελευθερίας δημοσιονομικής πολιτικής μετά τον Αύγουστο 2018 που δήθεν θα οδηγήσει σε μείωση της λιτότητας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, στο άμεσο μέλλον προβλέπεται η ουσιαστική μείωση του αφορολόγητου από το 2020 (αλλά ενδεχομένως και νωρίτερα) που θα αυξήσει περαιτέρω την φορολογική ληστεία των λαϊκών εισοδημάτων. Επίσης έχει συνομολογηθεί η γενικευμένη μείωση των συντάξεων (της τάξης των 2.5 δις) από το 2019 μέσω της δραστικής μείωσης της «προσωπικής διαφοράς» και ορισμένων άλλων αλχημειών του νομοθετικού εκτρώματος Κατρούγκαλου.

Αυτό το οποίο ουσιαστικά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, και θα ήθελε να το πουλήσει ως δώρο στο μέλλον, είναι το μοίρασμα της φτώχειας και όχι ο περιορισμός της. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει και δικά του πελατειακά δίκτυα – ανάλογα με αυτά των άλλων συστημικών κομμάτων – αναδιανέμει ψίχουλα από κάποια στρώματα προς κάποια άλλα. Ιδιαίτερα επιδιώκει να εξαγοράσει με ξεροκόμματα πληβειακά στρώματα διαλύοντας κάθε ταξική συνείδηση τους και οδηγώντας τα κυριολεκτικά στην λουμπενοποίηση. Είναι χαρακτηριστική η πολιτική του στο κρίσιμο ζήτημα της απασχόλησης όπου παρουσιάζεται μείωση της ανεργίας που οφείλεται αφενός στην αύξηση της μετανάστευσης (που δεν είναι μόνο πλέον brain drain) και αφετέρου σε δημιουργία περιστασιακών, ουσιαστικά ανασφάλιστων, κακοπληρωμένων και με άθλιες συνθήκες θέσεων εργασίας.

Φυσικά την ίδια ώρα – και βέβαια με πιο σοβαρά ανταλλάγματα – επιδιώκει να ενδυναμώσει και να διευρύνει τους δεσμούς του με μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Χαρακτηριστικά, οι κυβερνητικοί χαριεντισμοί με τους κατά Ωνάση «καρχαρίες» του εφοπλισμού γνωρίζουν λαμπρές στιγμές, όπως άλλωστε και η ασυδοσία και η κραυγαλέα φοροαποφυγή των τελευταίων.

 

Η κρίση είναι εδώ, αναζητείται η θρυαλλίδα

Η ελληνική κρίση, παρά τις μυθοπλασίες των συστημικών κέντρων και της Κυρίαρχης οικονομικής σκέψης (αλλά και αρκετών τυχοδιωκτών Ριζοσπαστών), κάθε άλλο παρά έχει ξεπεραστεί. Η «κρίσιμη μάζα» που την προκάλεσε παραμένει πάντα στη θέση της και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ξαναεκραγεί. Η πιθανότητα αυτή αυξάνεται και λόγω διεθνών εξελίξεων καθώς οι ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις οξύνονται ραγδαία και επίσης ο φόβος ενός νέου παγκόσμιου κραχ επιστρέφει. Αυτό που λείπει προς το παρόν από αυτή την «κρίσιμη μάζα» είναι η θρυαλλίδα για μία νέα έκρηξη της που θα ξανα-αναστατώσει τις πολιτικο-κοινωνικές ισορροπίες του συστήματος.

Το ερώτημα είναι αν αυτή την φορά θα υπάρχει εκείνη η Αριστερά που θα είναι άξια του ονόματος της και που θα μπορέσει να μην αφήσει τις λαϊκές μάζες να πέσουν στην παγίδα είτε ενός (νέου;) ΣΥΡΙΖΑ είτε στον εντεινόμενο κίνδυνο μίας «ακροδεξιάς με γραβάτα» και που θα μπορέσει να τις οδηγήσει σε ένα απελευθερωτικό μέλλον. Η ανατρεπτική Αριστερά στη χώρα μας απέτυχε στην προηγούμενη φάση να παίξει τον ρόλο. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει δεκαετίες αδυναμιών και αρχαίας σκουριάς. Θα καταφέρει αυτή την φορά να ξεπεράσει τις αδυναμίες της;

Η ιστορία και ο λαός συγχωρούν αυτούς που έντιμα κάνουν λάθη. Δεν συγχωρούν όμως ποτέ αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα επαναλαμβάνουν.

 

Ένα σχόλιο για τα ναυτιλιακά ομόλογα

Ένα σχόλιο για τα ναυτιλιακά ομόλογα

Στ. Μαυρουδέας

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την ίδια ώρα που φορτώνει νέα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων και της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ο πιστότερος υπηρέτης των εφοπλιστών. Την ίδια ώρα που φορτώνει περικοπές και νέα φορολογικά βάρη στους πρώτους, όχι μόνο προστατεύει με νύχια και με δόντια την ασύδοτη φοροδιαφυγή των εφοπλιστών αλλά προσπαθεί να τους διευκολύνει στο να βρουν «φθηνό χρήμα» για τις ιδιωτικές δουλειές τους.

Η ναυτιλία αντιμετωπίζει προβλήματα από τους χαμηλούς ναύλους στην παγκ. ναυλαγορά (ιδιαίτερα στα χύδην φορτίου πλοία που έχει κυρίως το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο).

 

Εξαιτίας των χαμηλών ναύλων που οδήγησε στη χρεωκοπία αρκετές ξένες (π.χ. γερμανικές, Hanjin) αλλά και ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες, οι τράπεζες διεθνώς είναι διστακτικές στη χορήγηση δανειακών κεφαλαίων προς τη ναυτιλία.

 

Οι Έλληνες εφοπλιστές δεν φαίνεται στην πλειοψηφία τους να εμφανίζουν προβλήματα ρευστότητας καθώς έχουν συσσωρεύσει από το παρελθόν μεγάλα ίδια κεφάλαια και έχουν αγοράσει πάρα πολλά πλοία κοψοχρονιά από χρεωκοπημένες ξένες ναυτιλιακές. Επίσης οι «μεγάλοι» του κλάδου εξακολουθούν να μπορούν να δανείζονται με καλούς όρους στις διεθνείς χρηματαγορές. Ταυτόχρονα όμως αντιλαμβάνονται ότι μεσοπρόθεσμα αν δεν μπορέσουν να αντλήσουν ικανή ποσότητα δανειακών κεφαλαίων θα πρέπει να μειώσουν τον κύκλο των εργασιών τους τουλάχιστον σε ότι αφορά την ποντοπόρο ναυτιλία. Ιδιαίτερα οι μικρότερες ναυτιλιακές εταιρείες νιώθουν αυτή την απειλή εντονότερα.

 

Από αυτή την άποψη οποιαδήποτε πηγή φθηνών δανειακών κεφαλαίων είναι ευπρόσδεκτη για το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Η πρόσφατη επιτυχία έκδοσης εταιρικών ομολόγων (Μυτιληναίος, Γερμανός) άνοιξε τις σχετικές ορέξεις.

 

Στην περίπτωση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς όμως η άντληση δανειακών κεφαλαίων είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και αμφίβολης αποδοτικότητας εγχείρημα. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι:

  • Η δομική έλλειψη δανειακών κεφαλαίων στην ελληνική χρηματαγορά που έχουν δημιουργήσει η κρίση και τα μνημόνια
  • Η ανάγκη για έγκριση από την τρόικα προκειμένου να χορηγηθούν πιστώσεις σε ικανή έκταση και ιδιαίτερα όταν πρόκειται να τις εγγυηθεί το ελληνικό δημόσιο.
  • Γι’ αυτούς τους λόγους η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν είναι ικανή να προσφέρει σημαντική μόχλευση. Επιπλέον είναι δύσκολο να λειτουργήσει το μοντέλο των τιτλοποιήσεων στην ελληνική πραγματικότητα.
  • Τα ναυτιλιακά ομόλογα δεν έχουν καλή προϊστορία καθώς πολύ συχνά στο παρελθόν ναυτιλιακές εταιρείες πέτυχαν το «κούρεμα» τους.
  • Είναι δύσκολη η αποτίμηση του ενεργητικού μίας ναυτιλιακής εταιρείας (λόγω του offshore δικαίου που τις καλύπτει) και συνεπώς ένας ομολογιούχος δεν μπορεί να ξέρει καλά τι εγγυήσεις έχει σε περίπτωση προβλημάτων.
  • Οι ελληνικές τράπεζες (που πλέον έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό υπό ξένο έλεγχο) δεν καλοβλέπουν τα εταιρικά ομόλογα καθώς χάνουν σημαντικές καταθέσεις (μεγάλοι και αξιόχρεοι πελάτες) ενώ τα commissions που εισπράττουν δεν αντισταθμίζουν στο ελάχιστο τη ζημιά αυτή. Και όλα αυτά σε μία περίοδο που ενεδρεύει ο κίνδυνος νέων προβλημάτων (δυσκολότερα stress tests από το 2018, προβλήματα ανακεφαλαιοποίησης, bail in κλπ.).

 

Στην περίπτωση που πίσω από τα ναυτιλιακά ομόλογα δοθούν, με κάποιο τρόπο, εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου τότε πρόκειται περί σκανδάλου ολκής καθώς θα επιβαρυνθούν οι Έλληνες πολίτες.

Συμπερασματικά:

  • Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να «γλύψει» το εφοπλιστικό κεφάλαιο και να δείξει ότι είναι καλύτερος υπηρέτης του από την ΝΔ.
  • Το εφοπλιστικό κεφάλαιο δέχεται χαμογελαστά το «γλύψιμο» αν και ξέρει ότι έχει μικρές δυνατότητες. Αυτές πιθανά που «καίγονται» περισσότερο να προχωρήσουν τα ναυτιλιακά ομόλογα είναι μικρότερες ναυτιλιακές εταιρείες (που θέλουν να μειώσουν ή και να αναχρηματοδοτήσουν τον υπέρογκο δανεισμό τους με φθηνότερα επιτόκια).
  • Είναι αμφίβολη η θέση της τρόικα και ιδιαίτερα της Γερμανίας στο θέμα αυτό. Η τελευταία – και δημόσια – έχει στοχοποιήσει (για τους δικούς της λόγους) το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Αν δεχθεί κάτι τέτοιο είναι εύλογο ότι θα ζητήσει ακριβά ανταλλάγματα.
  • Η ενδεχόμενη παροχή εγγύησης του ελληνικού δημοσίου συνεπάγεται απαράδεκτες επιβαρύνσεις για τους Έλληνες φορολογούμενους

 

Τι δουλειά έχει η ελληνική κυβέρνηση να εξυπηρετεί τις ιδιωτικές μπίζνες του εφοπλιστικού κεφαλαίου που μάλιστα βρίσκεται κυρίως εκτός της χώρας; Δεν έχει αρκετά άλλα προβλήματα ο ελληνικός λαός για να ασχοληθούν με αυτά όλοι αυτοί οι κρατικοί αξιωματούχοι; Δεν μπορούν οι ναυτιλιακές εταιρείες να κοιτάξουν μόνες τους τις δουλειές τους;

 

Η χώρα έχει χρυσοπληρώσει το εφοπλιστικό κεφάλαιο το οποίο έναντι δεν δίνει ούτε ψίχουλα και συνεχώς απαιτεί και περισσότερα. Όχι μόνο δεν χρειάζεται περισσότερες χαριστικές διευκολύνσεις αλλά πρέπει επιτέλους και να πληρώσει τα χρεωστούμενα του. Να φορολογηθεί τώρα το εφοπλιστικό κεφάλαιο.

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης – Εφημερίδα των Συντακτών

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης

Αλέξης Τσίπρας, Κυριάκος Μητσοτάκης

 

Εδώ και μήνες η χώρα «χορεύει» στο ρυθμό της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου στη σειρά των αποτυχημένων μνημονιακών προγραμμάτων που την έχουν καταστρέψει. Αντικείμενο της είναι η επιβολή ενός νέου πακέτου αντιλαϊκών μέτρων λιτότητας (περικοπές συντάξεων, διάλυση και ιδιωτικοποίηση ΔΕΗ, ακόμη μεγαλύτερος εργασιακός μεσαίωνας με απορρύθμιση των απολύσεων κλπ.) που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση την ελληνική οικονομία. Το πακέτο αυτό είναι αναγκαίο γιατί το μνημονιακό πρόγραμμα προσαρμογής επτά συναπτά χρόνια αποτυγχάνει συστηματικά και γι’ αυτό απαιτούνται διαρκείς παρεμβάσεις για την διάσωση του.

Η συνταγή της δημοσιονομικής λιτότητας που θα οδηγήσει σε ανάπτυξη –δηλαδή ότι ο ιδιωτικός τομέας θα υπερκαλύψει την συρρίκνωση του δημοσίου– αποδείχθηκε εντελώς αβάσιμη. Η ελληνική οικονομική ολιγαρχία έχει μάθει να αποκομίζει κέρδη με δημόσια λεφτά και ακίνδυνα. Γι’ αυτό δεν ρισκάρει να επενδύσει στο μνημονιακό υφεσιακό περιβάλλον αλλά μόνο αρπάζει κοψοχρονιά δημόσια φιλέτα.

Σύσσωμη η καθεστηκυία τάξη (φιλο-ΣΥΡΙΖΑ και αντι-ΣΥΡΙΖΑ) χοροπηδά, φωνασκεί και αλληλοκαθυβρίζεται για το γιατί δεν κλείνει η διαπραγμάτευση. Άλλωστε το κόστος της το πληρώνει ο εργαζόμενος λαός.

Σε αυτό το γελοίο θέατρο σκιών οι αντιμαχόμενοι καραγκιοζοπαίκτες κρύβουν συστηματικά τα πραγματικά επίδικα.

Η κυβέρνηση Τραμπ κινείται πολύ πιο μονομερώς και πιο επιθετικά έναντι της ΕΕ. Όχι μόνο το ΔΝΤ δεν έχει από το 2014 εκπληρώσει τις δικές του δανειακές υποχρεώσεις αλλά πλέον απειλεί ανοικτά με την αποχώρηση του από το πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ πιέζουν στυγνά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό ότι δεν θα συμμετέχουν οικονομικά και θα εκβιάζουν πολιτικά με νέα Brexit στο μαλακό νότιο υπογάστριο της γερμανικής ΕΕ εάν δεν υποκύψει στις γενικότερες απαιτήσεις τους. Γι’ αυτό η χρυσοπληρωμένη και ανίκανη γραφειοκρατία του ΔΝΤ – φοβούμενη για τις καρέκλες της – εγκαταλείπει την προηγουμένως συγκαταβατική στάση της έναντι της ΕΕ, υπονομεύει συστηματικά κάθε συμφωνία για τον «λογαριασμό» της αξιολόγησης και επαναφέρει συνεχώς την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (που ούτε θέλει να ακούσει η Γερμανία). Και γι’ αυτό τρενάρει την αξιολόγηση αλλάζοντας συνεχώς τις απαιτήσεις της.

Η Γερμανία προσπαθεί – εκμεταλλευόμενη τις ενδο-αμερικανικές διαμάχες – να δημιουργήσει τετελεσμένα και αν είναι δυνατόν να δεσμεύσει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Πολλές φορές τραβά τα πράγματα από τα μαλλιά με βλακώδεις κινήσεις που εντέλει επιδεινώνουν την θέση της. Θέλει τουλάχιστον μέχρι τις γερμανικές εκλογές (Σεπτέμβριος 2017) να αποφευχθεί μία πλήρης αποχώρηση του ΔΝΤ ή ακόμη και μία (πιθανότερη) δήλωση παραμονής του μόνο ως τεχνικού συμβούλου. Θέλει να κλείσει η αξιολόγηση αλλά καθώς δεν δεσμεύονται οι ΗΠΑ δεν μπορεί να υπολογίσει τον τελικό λογαριασμό που θα φορτωθεί στην Ελλάδα.

Ακριβώς επειδή τα δύο μεγάλα αφεντικά τσακώνονται γι΄αυτό δεν κλείνει και ο λογαριασμός της αξιολόγησης.

Ο καυγάς των αφεντικών οδηγεί στη σχιζοφρένεια τους νενέκους της ελληνικής ολιγαρχίας καθώς δεν ξέρουν που πρέπει να προσπέσουν. Βέβαια όλοι τρέμουν την κατάρρευση του μνημονιακού προγράμματος που θα δείξει στο λαό την απόλυτη γύμνια τους και θα διακινδυνεύσει τις καλά προστατευμένες περιουσίες τους. Έτσι ανέχονται αγόγγυστα ακόμη και την ρητή υπαγωγή του ελληνικού καπιταλισμού στην τελευταία από τις πολλαπλές ταχύτητες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η μερίδα που εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, πίσω από το θέατρο της «σκληρής διαπραγμάτευσης», υπογράφει τα πάντα για να κλείσει η αντιλαϊκή αξιολόγηση. Το μόνο που διαπραγματεύεται είναι ο ετεροχρονισμός των μέτρων έτσι ώστε να μην πέσουν όλα μέσα στο επόμενο διάστημα για να μπορέσει να επιμηκύνει την παραμονή της στην κυβέρνηση και να φορτωθεί μέρος του κόστους η επόμενη κυβέρνηση. Άλλωστε το ίδιο έκαναν και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η αντιπολιτευόμενη μερίδα συνυπογράφει επίσης οποιοδήποτε λογαριασμό φέρουν οι ξένοι πάτρωνες αλλά θέλει να εφαρμοσθεί άμεσα έτσι ώστε να τον χρεωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να της αδειάσει την θέση στην κυβέρνηση μία ώρα αρχύτερα. Και κάποιοι κοντοτιέροι (π.χ. Στουρνάρας) ονειρεύονται χούντες τεχνοκρατών με τους εαυτούς τους επικεφαλής.

Αφήνοντας στην άκρη τον υποκριτικό σκυλοκαβγά των μερίδων της ελληνικής ολιγαρχίας, η αξιολόγηση που θα φορτώσει νέα δεινά στον ελληνικό λαό δεν κλείνει γιατί οι ξένοι πάτρωνες δεν τα βρίσκουν.

Αυτό το βρώμικο παιχνίδι έχει ημερομηνία λήξης. Περίπου στα τέλη Μαΐου πρέπει να υπάρξει κάποια λύση καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να αποπληρώσει τα περίπου 10,5 δισ. που λήγουν μέσα στο καλοκαίρι. Μέχρι τότε οι Γερμανοί πρέπει να αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίζουν να παίζουν καθυστέρηση ή θα σηκώσουν το ελληνικό πρόγραμμα μόνοι τους (μέσω του ESM όπως ήδη σχεδιάζεται) ή ακόμη και θα «εκτοξεύσουν» την Ελλάδα σε διπλό νόμισμα (φυσικά εξαρτημένο από το ευρώ).

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Αναδημοσιεύσεις

http://mignatiou.com/2017/04/o-karagkioz-berntes-tis-defteris-axiologisis/

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας – Εφημερίδα των Συντακτών

https://www.efsyn.gr/arthro/i-kyvernitiki-eyresitehnia-tis-dimosionomikis-oydeterotitas-ton-neon-metron-litotitas

2017-03-05_11-01-26

 

 

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας

 

Αίθουσα συνεδριάσεων Eurogroup

Και άλλα παραμύθια της Χαλιμάς… | © European Union

03.03.2017, 23:15 | Ετικέτες:  ΔΝΤ, Eurogroup, ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση

Συντάκτης:

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας*

Το προ-σύμφωνο που συνομολόγησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο τελευταίο Eurogroup φορτώνει νέα μέτρα λιτότητας στις πλάτες του ελληνικού λαού.

Τα μέτρα αυτά θα τα πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι μέσω νέων φοροεπιδρομών (με την μείωση του αφορολογήτου), της περαιτέρω απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (αύξηση ποσοστού επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων κλπ.) και κατακρεούργησης του ασφαλιστικού συστήματος (με ακόμη μικρότερες νέες συντάξεις και μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις παλιές). Επίσης η δαμόκλειος σπάθη του «κόφτη» (δηλαδή των οριζόντιων μειώσεων στο δημόσιο τομέα) επεκτείνεται για όσα χρόνια υπάρχει ο φόβος εκτροχιασμού του Μνημονιακού προγράμματος (και συνεπώς εμφάνισης «χρηματοδοτικού κενού», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές της).

Έτσι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» γίνεται με εξαιρετικά άγριες διαθέσεις.

Εμπρός σ’ αυτό το φιάσκο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται στο μόνο που γνωρίζει, δηλαδή στην κατασκευή και προσπάθεια πώλησης παραμυθιών. Η καινούρια μυθοπλαστική ευρεσιτεχνία του λέγεται «δημοσιονομικά ουδέτερη» επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας. Πρόκειται βέβαια για μία χονδροειδή κακοποίηση όχι μόνο της οικονομικής ανάλυσης αλλά και της κοινής λογικής.

Δημοσιονομικά ουδέτερα χαρακτηρίζονται τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (φόροι, δαπάνες κλπ.) που δεν επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών  – ή στην πιο κεϋνσιανή παραλλαγή δεν επηρεάζουν την ζήτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τα νέα μέτρα λιτότητας που συνομολογεί με τους ξένους πάτρωνες δεν θα είναι μέτρα λιτότητας. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «εάν είναι ένα πακέτο 1 δισ. που θα είναι μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση, θα υπάρχει και 1 δισ. μέτρα θετικά, που θα επιστρέφουν στην οικονομία».

Τα νέα μέτρα που διαπραγματεύεται ο κ.Τσακαλώτος και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ξένους πάτρωνες αφορούν το «χρηματοδοτικό κενό» που προβλέπεται να εμφανίσει το Μνημονιακό πρόγραμμα από το 2018. Το «χρηματοδοτικό κενό» αυτό προκύπτει γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το ελληνικό χρέος εκτινάσσονται στο 3.5% και πρέπει να διατηρηθούν εκεί για αρκετά χρόνια (έναν πανθομολογουμένως εξωπραγματικό στόχο). Για να επιτευχθεί αυτός ο απίθανος στόχος και να διατηρηθεί η επίφαση βιωσιμότητας του Μνημονιακού προγράμματος απαιτούνται τα νέα πρόσθετα μέτρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποδεχθεί τον «κόφτη» (δηλαδή τα οριζόντια καθολικά μέτρα λιτότητας) μέχρι και το 2019. Τώρα στο τραπέζι είναι η επέκταση του και για μετά. Γνωρίζει καλά ότι μία ενεργοποίηση του «κόφτη» θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη και στην εκπαραθύρωση του από τους ζεστούς και πλουσιοπάροχους κυβερνητικούς θώκους. Γι’ αυτό αποδέχεται μεν τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας αλλά προσπαθεί να τα ετεροχρονίσει για την θητεία της επόμενης κυβέρνησης που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι δικό του.

Από την άλλη το ΔΝΤ πιέζει για νέα μέτρα λιτότητας της τάξης του 2% του ΑΕΠ από το 2019, πολλά από τα οποία όμως θα εφαρμοσθούν από το 2018 αν δεν πιαστεί τότε ο στόχος του 3.5%. Ο στόχος του είναι να πιέσει περαιτέρω την ΕΕ αυξάνοντας τα προβλήματα στην Ελλάδα και φλερτάροντας ακόμη και με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης.

Το ευρω-ιερατείο δεν ενοχλείται άμεσα που το ΔΝΤ τον αναλαμβάνει τον ρόλο του «κακού» και πιέζει σε μεγαλύτερο ξεζούμισμα της άμοιρης χώρας μας. Κρατά όμως ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της πίεσης καθώς αν οι απαιτήσεις ανέβουν πάρα πολύ τότε τα αδιέξοδα του Μνημονιακού προγράμματος θα γίνουν ακόμη πιο εξόφθαλμα. Αυτό θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής χρέους (κάτι που η ΕΕ δεν θέλει ούτε να ακούσει) και την κοινωνική έκρηξη (η αποφυγή της οποίας είναι ο μοναδικός λόγος που αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση καθώς σ’ αυτό έχει προσφέρει ασυναγώνιστες υπηρεσίες).

Τέλος, συζητιούνται κάποια αντίμετρα που δεν θα κάνουν λιγότερο επώδυνες τις περικοπές αλλά που θα λειτουργήσουν αντικυκλικά. Γύρω από αυτά τα αντίμετρα στήνει ο ΣΥΡΙΖΑ το παραμυθάκι της δημοσιονομικής ουδετερότητας. Το ΔΝΤ, ιδιαίτερα μετά τον εξευτελισμό του στην κρίση της Αργεντινής, προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του αλλά και να διορθώσει τα προγράμματα του. Έτσι προσπάθησε να αμβλύνει τον βαθιά υφεσιακό (προ-κυκλικό) χαρακτήρα των προγραμμάτων του εισάγοντας στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο νέο πλαίσιο παραμένουν τα οριζόντια μέτρα λιτότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις και η περιστολή του δημόσιου τομέα αλλά συνδυάζονται με διακριτικές πολιτικές για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και (δευτερευόντως και ως φύλλο συκής) για την ακραία φτώχεια. Βέβαια, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μελέτες, τα προγράμματα του ΔΝΤ παρέμειναν βαθύτατα υφεσιακά, δηλαδή δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερα. Αυτό γιατί τα μέτρα λιτότητας (σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων) και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα (που είναι ο βασικότερος πάροχος απασχόλησης) οδηγούν σε βαθιά ύφεση. Τα αντίμετρα δεν κατορθώνουν να την αποτρέψουν καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο επενδύσεων εν μέσω βαθιάς ύφεσης και η συνολική κατανάλωση των πλουσίων στρωμάτων πάντα υπολείπεται της αντίστοιχης των φτωχότερων στρωμάτων. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της φτώχειας τα αντίμετρα δεν μειώνουν την φτώχεια αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αμβλύνουν τις οξύτερες εκδηλώσεις της.

Υπό αυτό το πρίσμα το ΔΝΤ, προτείνει αντίμετρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια καθώς και για την επιχειρηματική δραστηριότητα (λες και η ελληνική ολιγαρχία πλήρωνε ποτέ φόρους). Τα αντιμέτρα αυτά είναι, πρώτον, βαθύτατα ταξικά και, δεύτερον, σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι αντιπροτείνει την μείωση του ΕΝΦΙΑ για τους μικροϊδιοκτήτες και του ΦΠΑ σε φάρμακα και ηλεκτρισμό προσπαθώντας να διασώσει κάτι από την λαϊκή απήχηση του.

Η όλη διαπραγμάτευση είναι μία καρικατούρα ακόμη και των τυπικών προγραμμάτων του ΔΝΤ γιατί ο στόχος της είναι καθαρά εισπρακτικός. Ο στόχος του νέου πακέτου μέτρων είναι η άμεση άντληση φορολογικών εσόδων και η μείωση δαπανών. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθεί το «χρηματοδοτικό κενό». Εάν τα νέα μέτρα λιτότητας υπεραποδώσουν τότε μπορεί να επιστραφούν κάποια ψίχουλα στους «πτωχούς ιθαγενείς». Σε κάθε περίπτωση, τα αντιμέτρα είναι σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Δεν θα είχε νόημα και αλλιώς.

Συνεπώς οι κυβερνητικές δηλώσεις περί δημοσιονομικής ουδετερότητας είναι συνειδητά και άθλια παραμύθια.

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

broken-euro

Πρόσφατα το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (IEO) του ΔΝΤ κατόρθωσε, μετά πολλών βασάνων, να εκπονήσει την έκθεση αξιολόγησης των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής (ΠΟΠ) που εφάρμοσε ή εφαρμόζει ακόμη (στην περίπτωση της Ελλάδας) η τρόικα ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ σε χώρες της ευρωζώνης (ΕΖ).

Για την ακρίβεια, όσον αφορά την Ελλάδα, το ΙΕΟ εξετάζει μόνο το 1ο ΠΟΠ που επισήμως έχει θεωρηθεί ως αποτυχημένο, διακόπηκε πριν ολοκληρωθεί για να συνεχισθεί αμέσως με το 2ο ΠΟΠ και σήμερα με το 3ο που συνομολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς αξιολογεί το περιεχόμενο και τις διαδικασίες εκπόνησης και εφαρμογής ενός προγράμματος που ρητά έπεσε έξω. Βέβαια, επί της ουσίας, το 2ο και το 3ο ΠΟΠ αποτελούν συνέχεια (με μη ουσιώδεις αναπροσαρμογές) της στρατηγικής και των μέτρων του 1ου. Και μόνον αυτό – δηλαδή να αξιολογείς ένα ρητά αποτυχημένο πρόγραμμα το οποίο συνεχίζεται μερικά τροποποιημένο και αφήνοντας στην άκρη την εξίσου αποτυχημένη εξέλιξη των διαδόχων του – αποτελεί καταφανή γελοιότητα.

Φυσικά αυτό προφανώς δεν διαφεύγει από τους έγκριτους αξιολογητές του ΙΕΟ ούτε από το ΔΝΤ που τους ανέθεσε το σχετικό πόνημα (επίσης προφανώς έναντι αδράς αμοιβής). Συνεπώς άλλος είναι ο στόχος του εν λόγω πονήματος και όχι η ουσιαστική συζήτηση για ένα πρόγραμμα που έχει καταστρέψει την χώρα μας και τον λαό της (και αντίστοιχα άλλες χώρες και λαούς).

H έκθεση του ΙΕΟ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων στην χώρα μας και στο εξωτερικό γύρω από αυτήν αποτελούν ένα κραυγαλέο υπόδειγμα θεσμικής υποκρισίας. Στόχος της έκθεσης δεν είναι η εξέταση του προβλήματος αλλά η δικαίωση κάποιων επιλογών, η εκ των υστέρων κριτική σε κάποιες άλλες και κυρίως το κέρδισμα πόντων του μεγάλου αφεντικού του ΔΝΤ (των ΗΠΑ) στην αντιπαράθεση τους με την ΕΕ. Κατ’ αντιστοιχία τα κόμματα της ελληνικής ολιγαρχίας (τυπικοί εκπρόσωποι της λογικής της που τρέχει πίσω από ξένους πάτρωνες και ταυτόχρονα η μία συμμορία της σκυλοκαβγαδίζει με την άλλη) ακολουθούν ασθμαίνοντα την αντιπαράθεση αυτή ρίχνοντας το ένα στο άλλο τις κοινές ευθύνες τους και προσπαθώντας το καθένα να πλασαριστεί σαν πιστός υπηρέτης του ισχυρότερου αφεντικού.

 

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

 

 

 

 

Το ΔΝΤ, ο ρόλος του και οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του

 

Για να κατανοηθεί καλύτερα η εν λόγω έκθεση και οι αντιπαραθέσεις γύρω από αυτήν χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις όσον αφορά το ΔΝΤ.

Πρώτον, το ΔΝΤ είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός που εκφράζει τα συμφέροντα των κορυφών του ιμπεριαλιστικού συστήματος (μέσα από το οποίο οργανώνεται το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού). Εδώ χρειάζεται μία υπόμνηση προς πολλούς «αριστερούς» κεϋνσιανούληδες και ιδιαίτερα προς αυτούς που αφενός καταγγέλλουν το σύστημα αυτό αλλά αφετέρου επαγγέλλονται την ανέφικτη μεταρρύθμιση του (και όπου όχι σπάνια το κάνουν με το οικονομικό και πολιτικό προσωπικό τους αζημίωτο). Το ΔΝΤ – έστω και χωρίς το bancor – ήταν έμπνευση του Κέυνς. Το πώς λειτούργησε και λειτουργεί – και που γι’ αυτό δικαιολογημένα έχει καταγραφεί στην δημόσια συζήτηση ως φόβητρο και αρχάγγελος καταστροφών – δεν είναι άσχετο με τις ιδέες του εμπνευστή του. Το ΔΝΤ λειτουργεί περίπου σαν εταιρεία όπου την διεύθυνση έχουν οι μεγάλοι μέτοχοι. Εν προκειμένω δηλαδή οι ΗΠΑ, δευτερευόντως η ΕΕ και ακολουθούν οι Νεο-αναδυόμενες Οικονομίες (ΝΑΟ). Μάλιστα, στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 και της συνακόλουθης κρίσης της ΕΖ, οι τελευταίες αύξησαν την συμμετοχή τους και η ΕΕ καθυστερούσε θρασύτατα να τους παραχωρήσει τις θέσεις που τους αναλογούσαν (και αντίστοιχα να μειώσει τις δικές της). Αυτός είναι ένας – μεταξύ άλλων – λόγος για τον οποίο εκπρόσωποι των ΝΑΟ έχουν κατά καιρούς αντιδράσει οξύτατα στα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ. Μέσα σε αυτό τον «εταιρικό» ιμπεριαλιστικό οργανισμό – όπως και τον δίδυμο του, την Παγκόσμια Τράπεζα –διαγκωνίζονται για τα συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις μεταξύ τους ισορροπίες οι βασικοί παίκτες του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες λαών και χωρών. Το παιχνίδι αυτό έχει βέβαια και κανόνες. Έτσι την θέση του διευθύνοντος συμβούλου παίρνει συνήθως ένας ευρωπαίος αλλά της επιλογής των ΗΠΑ – όπως το αντίστροφο γίνεται στην Παγκόσμια Τράπεζα (ξανά όμως με την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ). Αξίζει να επισημανθεί άλλο ένα στοιχείο της λειτουργίας του ΔΝΤ. Όπως στις εταιρείες, στο διοικητικό του συμβούλιο οι συζητήσεις είναι πιο «πολιτικές», εκφράζοντας πιο «πλουραλιστικά» τις πλευρές και τις απόψεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, οι «μικρομέτοχοι» έχουν κάποιο λόγο. Αντίθετα, στο επίπεδο του προσωπικού και της διεύθυνσης αποτυπώνονται πολύ πιο αυστηρά οι επιλογές των κυρίαρχων «μετόχων». Αυτό στην περίπτωση των πρόσφατων ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει μία ιδιαίτερη σημασία καθώς μία σειρά κρίσιμες επιλογές και τροποποιήσεις κανονισμών ουσιαστικά πέρασαν «κάτω από το τραπέζι» (μέσω επιλογών του προσωπικού και της διεύθυνσης και παρακάμπτοντας, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία το διοικητικό συμβούλιο).

Δεύτερον, σε κάθε ιδιαίτερη ιστορική περίοδο το ΔΝΤ διαμορφώνει και εκφράζει την κυρίαρχη αστική προσέγγιση για την διεθνή οικονομία. Και φυσικά μέσα από αυτές αποτυπώνονται και οι ισορροπίες και οι συσχετισμού μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Έτσι στην τρέχουσα περίοδο ακολουθεί την λεγόμενη «Προσέγγιση της Ουάσιγκτον» και του διάδοχου της («μετα-Προσέγγιση της Ουάσιγκτον») [βλέπε «Μεταρρύθμιση, μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης ή αναπαλαίωση; Η Συναίνεση της Ουάσιγκτον και η κριτική της»]. Ουσιαστικά οι προσεγγίσεις αυτές – που επί της ουσίας δεν διαφέρουν – είναι ένα μίγμα ήπιου νεοφιλελευθερισμού (καθώς οι ιδεοληπτικές ακρότητες του τελευταίου είναι καλές για να στραβώνουν φοιτητές σε πανεπιστήμια και να τις παπαγαλίζουν πολιτικοί και αργυρώνητοι κονδυλοφόροι αλλά καταστροφικές σε επίπεδο πολιτικής) και του συντηρητικού Νέου Κεϋνσιανισμού (που καταλαβαίνει καλύτερα πότε το σύστημα πρέπει να βάλει και λίγο νερό στο κρασί του γιατί αλλιώς κινδυνεύει να ανατιναχθεί). Τόσο ο προηγούμενος (Ο.Μπλανσαρ) όσο και ο τωρινός (M.Ομπστφελντ) επιστημονικός διευθυντής του ΔΝΤ είναι τυπικοί εκπρόσωποι τους. Χονδρικά η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την διεθνή οικονομική ισχύ και παρέμβαση των δυτικών ιμπεριαλισμών (και προνομιακά των ΗΠΑ) και εξαναγκάζει τις ατυχείς χώρες που πέφτουν στα δίχτυα του ΔΝΤ να αναπροσαρμοσθούν βιαίως ανάλογα. Τα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ ακολουθούν πιστά την λογική αυτή. Από την άλλη όμως, το ΔΝΤ όπως και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν είναι ιδεολόγοι. Αυτά είναι για τους «παπάδες» του συστήματος και για την κοινή γνώμη. Είναι πρακτικά προσανατολισμένοι σε προβλήματα, πολιτικές και συσχετισμούς. Γι’ αυτό και ποτέ τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν διατυπώνουν με σαφήνεια την θεωρία και την αναλυτική δομή που κρύβεται πίσω τους. Αυτό είναι πασίγνωστο (μάλιστα η ίδια η έκθεση του ΙΕΟ και τα συνοδευτικά της κείμενα το αναφέρουν) αλλά εξίσου παραγνωρισμένο. Ο λόγος που αποκρύπτεται η θεωρητική βάση και η αναλυτική δομή – ενώ υπάρχουν – είναι διπλός. Κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να μπαίνουν ενδεχομένως απωθητικές ιδεολογικές ταμπέλες. Επιπλέον, επειδή συχνά-πυκνά χρειάζεται να γίνουν μικρο-ρυθμίσεις που δεν είναι συνεπείς με την θεωρία και την ανάλυση, η ρητή θεωρητική προσήλωση δεν είναι βολική.

Τρίτον, υπάρχει μία συστηματική προσπάθεια του ΔΝ – μετά ιδιαίτερα την αποτυχία της Αργεντινής – να κάνει λιγότερο απεχθή την εικόνα του. Ξεκινώντας με τον πολυπράγμονα Ντ.Στρως-Καν (και συνυπολογίζοντας τις πολιτικές φιλοδοξίες του) και συνεχίζοντας με την Κ.Λαγκάρντ το ΔΝΤ προσπαθεί να δείξει ότι έχει αλλάξει και δεν είναι στυγνά νεοσυντηρητικό και αντιλαϊκό. Η κίνηση αυτή βέβαια αποτελεί μία κραυγαλέα υποκρισία. Το ΔΝΤ παραμένει ένας βαθύτατα αντιλαϊκός ιμπεριαλιστικός οργανισμός. Στην ουσία τίποτα δεν έχει αλλάξει στο πολιτικο-οικονομικό παράδειγμα που διαμορφώνει και επιβάλλει. Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει είναι είτε επειδή ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός είναι πρακτικά ατελέσφορος και συνεπώς πρέπει να μπολιασθεί με ελεγχόμενες δόσεις συντηρητικού Κεϋνσιανισμού (π.χ. η συζήτηση για αντι-κυκλικούς αυτόματους σταθεροποιητές της οικονομίας εφόσον η ύφεση που επιτείνουν τα προγράμματα του ΔΝΤ ξεφύγει από τον έλεγχο καθώς και η χρήση κεφαλαιακών περιορισμών [capital controls]) είτε είναι εντελώς διακοσμητικές και ανούσιες (π.χ. οι κλαυθμυρισμοί για τις εισοδηματικές ανισότητες και την ανάγκη πολιτικών κοινωνικής προστασίας).

Τέταρτον, στο ζήτημα της κρίσης της ΕΖ και της ΕΕ οι δύο βασικοί «μέτοχοι» του ΔΝΤ έχουν διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8, καθώς στην αρχή εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ, πυροδότησε τις φιλοδοξίες του ευρω-ιερατείου για παγκόσμια ηγεμονία. Αυτό βέβαια πολύ σύντομα αποδείχθηκε φρούδα ελπίδα καθώς η κρίση πτωτικής τάσης της κερδοφορίας εκδηλώθηκε και στην ΕΕ. Ακολούθως, και μέσα στη εσπευσμένη εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων συνταγών και την χρησιμοποίηση δεξιών Κεϋνσιανών πολιτικών (δηλαδή αντικυκλικής χαλαρής νομισματικής και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής) από όλους τους μεγάλους πόλους του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (προεξαρχόντων των ΗΠΑ), η ΕΕ προσπάθησε να κάνει την «πονηρή» (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»). Χρησιμοποίησε τέτοιες πολιτικές πολύ λιγότερο και για μικρότερο χρονικό διάστημα από τους υπόλοιπους εκτιμώντας ότι οι αντικυκλικές πολιτικές δεν λύνουν την κρίση υπερσυσσώρευσης αλλά απλά την ετεροχρονίζουν και την κάνουν οξύτερη. Αυτό είναι ορθό αλλά υπολόγιζε χωρίς τους ανταγωνιστές της, που δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την ΕΕ να «πάρει κεφάλι» σε βάρος τους. Συγκεκριμένα, η ΕΕ στόχευε να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας κυρίως τα γερμανικά προϊόντα) και ταυτόχρονα να αποφύγει η ίδια το επώδυνο σπάσιμο τους. Έτσι όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου τότε η ΕΕ θα αναδεικνυόταν ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος (και αντίστοιχα το ευρώ θα ενισχυόταν έναντι του δολαρίου στο ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα). Συμπληρωματικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι το «νοικοκύρεμα του οίκου» της, δηλαδή η ένταξη των ευάλωτων οικονομιών του ευρω-Νότου σε οικονομικούς ζουρλομανδύες. Απώτερη στόχευση της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή της ευρω-περιφέρειας σε «τριτοκοσμική» ζώνη (δηλαδή οικονομίες φθηνών μισθών, περιουσιακών στοιχείων και χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης) που θα δίνει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στις πολυεθνικές εταιρείες της ΕΕ. Φυσικά τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν άφησαν την ΕΕ να παίξει το παιχνίδι αυτό και αντίθετα μάλιστα κατόρθωσαν η ΕΕ να είναι ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας κρίσης (με σοβαρότατα δομικά προβλήματα, χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης, οξύτατα προβλήματα χρέους και μόχλευσης κλπ.). Κεντρικό στοιχείο ιδιαίτερα της αμερικανικής αντίδρασης είναι η επιβολή ανάλογων με τις δικές τους χαλαρών πολιτικών στην ΕΕ (κυρίως με την μορφή της διαγραφής χρεών και της ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της ΕΚΤ). Φυσικά κάτι τέτοιο θάβει τελεσίδικα τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της ΕΕ (βλέπε «Ευρωπαϊκή Ένωση: Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση και κρίση»). Ιδιαίτερα στην περίπτωση των χωρών της ευρω-περιφέρειας και μάλιστα αυτών που μπήκαν σε ΠΟΠ οι ΗΠΑ πιέζουν συστηματικά για διαγραφή ή έστω αναδιάρθρωση του χρέους – φυσικά όχι από αλληλεγγύη στην ευρω-περιφέρεια αλλά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν έριξαν την πρόταση της διαγραφής ή αναδιάρθρωσης του χρέους από την αρχή στο τραπέζι – όπως επανειλημμένα επισημαίνεται και στην έκθεση και τα κείμενα του ΙΕΟ – καθώς τότε φοβόντουσαν τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν και οι ίδιες. Από την στιγμή όμως που κυρίως το ελληνικό χρέος πέρασε σε κρατικά χέρια της ΕΕ και θεώρησαν ότι η δική τους οικονομία ανοσοποιήθηκε εντελώς σε ενδεχόμενες επιπτώσεις του, ξαφνικά ανακάλυψαν ότι χωρίς κάποιας μορφής αναδιάρθρωση του χρέους τα ΠΟΠ δεν είναι ρεαλιστικά.

Πέμπτον, αποτέλεσμα αυτών των ισορροπιών μεταξύ των «μεγαλομετόχων» του ΔΝΤ είναι η συμμετοχή του τελευταίου στα ΠΟΠ της ΕΖ. Συγκεκριμένα, η ΕΕ αποφάσισε ότι πρέπει να συμμετέχει τον ΔΝΤ για δύο λόγους. Ο βασικός λόγος είναι πολιτικός: εφόσον ούτως ή άλλως οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην Ευρώπη τότε είναι προτιμότερο να εμπλακούν και θεσμικά και να γίνουν συνυπεύθυνοι παρά να παίζουν ανεξέλεγκτα από έξω. Ιδιαίτερα η δέσμευση κεφαλαίων του ΔΝΤ – δηλαδή και δικών τους χρημάτων – θεωρήθηκε ότι θα τους δέσμευε περισσότερο. Ο δεύτερος λόγος είναι τεχνικός: η ΕΕ χρειαζόταν κατεπειγόντως την τεχνική εμπειρία του ΔΝΤ καθώς η ίδια δεν διέθετε και καθώς αν το ΔΝΤ δεν συμμετείχε με δάνεια αλλά ήταν απλά τεχνικός σύμβουλος θα ήταν πιο ανεξέλεγκτο παίκτης. Από την άλλη και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να συμμετέχει το ΔΝΤ γιατί σε εκείνη την φάση δεν διακινδύνευαν να κάνουν ανεξέλεγκτες κινήσεις και επίσης προτιμούσαν να έχουν μία θεσμοποιημένη εμπλοκή στα ευρωπαϊκά πράγματα. Σήμερα όμως φαίνεται ότι πολλά από αυτά έχουν αλλάξει. Οι ΗΠΑ νιώθουν πιο σίγουρες και ταυτόχρονα πιο πιεσμένες να εκβιάσουν την ΕΕ. Έτσι το χαρτί της αναδιάρθρωσης χρέους ξαφνικά ανασύρθηκε και πετιέται ολοένα και πιο πιεστικά στο τραπέζι.

Τελευταίο σημείο. Οι ΝΑΟ είναι οι γκρινιάρηδες κομπάρσοι αλλά και ενδεχομένως οι ριγμένοι «μικρομέτοχοι» του παιχνιδιού αυτού μέσα στο ΔΝΤ. Ενώ έχουν αυξήσει την συμμετοχή τους στα κεφάλαια του ΔΝΤ, υπέστησαν την προσβολή της μη απόδοσης των ανάλογων διοικητικών θέσεων και ταυτόχρονα βλέπουν τεράστια κεφάλαια του ΔΝΤ να διακινδυνεύονται στο μπορντέλο της ΕΕ. Γι’ αυτό σε διάφορες φάσεις εκπρόσωποι των χωρών αυτών άσκησαν οξύτατη κριτική στα ΠΟΠ αι στους χειρισμούς του ΔΝΤ. Γι’ αυτό και πολλές κρίσιμες διαδικαστικές τροποποιήσεις (όπως η απάλυνση του κριτηρίου της βιωσιμότητας του χρέους της δανειζόμενης χώρας και ο συνυπολογισμός των «ευρύτερων συστημικών κινδύνων») και επιλογές πέρασαν «κάτω από το τραπέζι». Δηλαδή δεν συζητήθηκαν σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου αλλά αποφασίσθηκαν σε επίπεδο διεύθυνσης (πράγμα για το οποίο η έκθεση του ΙΕΟ κλαυθμηρίζει λελογισμένα εκ των υστέρων).

diagram

 

Η έκθεση του ΙΕΟ και τα συμπαρομαρτούμενα της

 

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το IEO είναι τόσο ανεξάρτητο όσο και ο πάπας της Ρώμης κινέζος. Όπως όλοι σχεδόν αυτοί οι δήθεν ανεξάρτητοι οργανισμοί αποτελεί ένα φύλλο συκής για τον οργανισμό τον οποίο αξιολογεί. Συνεπώς τα πονήματα του προσπαθούν να αποκρυσταλλώνουν προσεκτικά τους συσχετισμούς δύναμης. Τους αποτυπώνουν προσεκτικά γιατί, όπως κάθε γραφειοκρατικός οργανισμός, πρέπει να προφυλάσσει την συνέχεια και την εσωτερική συνοχή του. Συνεπώς οι ανταγωνισμοί μπορεί να φθάνουν μέχρι ανακτορικά προνουντσιαμέντα αλλά δεν μπορεί να παίρνουν την μορφή εμφύλιων συρράξεων (εκτός οριακών καταστάσεων). Αντίστοιχα οι αξιολογητές τέτοιων οργανισμών σπάνια προβαίνουν σε αιχμηρές θέσεις καθώς κάτι τέτοιο θα τους στερούσε προνομιούχες θέσεις. ¨όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται και στην επιστημονική ποιότητα των σχετικών κειμένων που είναι επιεικώς αμφίβολη.

Η συγκεκριμένη έκθεση πλαισιώνεται από αρκετά κείμενα υποδομής (background papers) που εξετάζουν επιμέρους θέματα χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται εξ ολοκλήρου στην έκθεση. Παρουσιάσθηκε επίσης σε μία υψηλού επιπέδου συμβουλευτική επιτροπή (High Level Advisory Panel) που την έκανε κατά βάση αποδεκτή. Τέλος δόθηκε στην εσωτερική ιεραρχία του ΔΝΤ αλλά επέσυρε και τις αντιδράσεις της ΕΕ.

Επί της ουσίας τόσο η έκθεση όσο και τα κείμενα αυτά είναι τυπικά δείγματα βαθύτατα πληκτικής γραφειοκρατικής γραφής. Με εξαίρεση ελάχιστα κείμενα υποδομής – που παρεμπιπτόντως είναι υπερ-συντηρητικά – όλα χαρακτηρίζονται από την απουσία ενός στιβαρού επιχειρήματος και της συνακόλουθης τεκμηρίωσης της. Αντιθέτως, πλατειάζουν προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν μέσα στο ΔΝΤ και να εκφράσουν κυρίως την κυρίαρχη άποψη (αυτή των ΗΠΑ) χωρίς όμως να θίξουν υπερβολικά τις άλλες πλευρές.

Πριν συζητήσουμε για την έκθεση αυτή καθ’ αυτή χρειάζεται να επισημανθεί ότι σε όλη την έκθεση και τα συμπαρομαρτούμενα της την τιμητική έχει το ελληνικό ΠΟΠ. Δικαιολογημένα άλλωστε καθώς αποτελεί την πιο κραυγαλέα αποτυχία της τρόικα.

Η έκθεση περισσότερο ασχολείται με μία σειρά διαδικαστικά ζητήματα (αν καλώς το ΔΝΤ ενεπλάκη στην κρίση της ΕΖ, αν τηρήθηκαν οι κανόνες του ΔΝΤ για τα προγράμματα, αν υπήρχε διαφάνεια στις διαδικασίες του ΔΝΤ, αν το ΔΝΤ ήταν ο «μικρός συνεταίρος» (junior partner) που σερνόταν πίσω από τις επιλογές της ΕΕ κλπ.) παρά με την ουσία του προγράμματος (αν είναι αποτελεσματικό). Πίσω από αυτή την ηθελημένα κοντόφθαλμη οπτική – που είχε προκαθορισθεί από την επιλογή να εξετασθεί μόνο το 1ο ΠΟΠ – κρύβεται η στόχευση της έκθεσης στο να παίξει ένα συγκρατημένο παιχνίδι θέσεων μέσα στους συσχετισμούς και τις ισορροπίες του ΔΝΤ αλλά και στους ανταγωνισμούς ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΟ (λελογισμένα προς όφελος των πρώτων).

Έτσι, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση κατ’ αρχήν γκρινιάζει για το ότι το ΙΕΟ δεν είχε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία. Αυτό όμως είναι περισσότερο φύλλο συκής παρά κάτι ουσιαστικό. Ακολούθως, επισημαίνει ότι πολλές αποφάσεις ελήφθησαν σε επίπεδο διεύθυνσης και όχι διοικητικού συμβουλίου και καλεί σε μεγαλύτερη διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας για το μέλλον (ιδιαίτερα αναφέρεται στην απάλυνση του όρου για της βιωσιμότητα του χρέους και στην μετέπειτα σιωπηρή ελαστικοποίηση του). Αυτό είναι κυρίως για να διασκεδαστούν οι γκρίνιες των ΝΑΟ. Επίσης, ζητά λιγότερες πολιτικές επιρροές επάνω σε τεχνικές αποφάσεις για το μέλλον. Αυτό είναι ένα πάρθιο βέλος προς την ΕΕ καθώς έμμεσα δείχνεται, σε πολλά σημεία της έκθεσης και των συνοδευτικών κειμένων, ότι μία σειρά προβληματικές τεχνικές επιλογές (π.χ. καθυστερημένη αναδιάρθρωση του χρέους, πάρα πολλές δομικές μεταρρυθμίσεις) οφείλονται σε αυτή. Μάλιστα η σύνοψη των συμπερασμάτων της συμβουλευτικής Επιτροπής (High Level Advisory Panel) στην οποία παρουσιάσθηκε η έκθεση είναι ακόμη πιο επιθετική απέναντι στους Ευρωπαίους υποστηρίζοντας ότι η ισχυρή θέση τους μέσα στο ΔΝΤ επηρέασε πολιτικά τις επιλογές του τελευταίου στα ΠΟΠ. Ακόμη, γκρινιάζει για την αποτυχία του ΔΝΤ να προβλέψει την κρίση της ΕΖ. Φυσικά το κάνει μετριασμένα καθώς λέει ότι είχε μεν διαγνώσει τα αίτια αλλά δεν τα επεσήμανε δεόντως. Και βέβαια αποδίδει την «αβλεψία» αυτή σε κακό group thinking (που εμμέσως πλην σαφώς προέρχεται από την ΕΕ και την ιδέα ότι η ΕΖ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών). Όμως, παρά τις γκρίνιες αυτές, η έκθεση εν τέλει αποφαίνεται ότι το ΔΝΤ δεν ήταν «μικρός» αλλά ισότιμος συνεταίρος της ΕΕ και επίσης ότι το ΔΝΤ αρίστευσε στην δράση του μέσα στα ΠΟΠ της ΕΖ (παρά κάποια μικροζητήματα). Συγκεφαλαιώνοντας, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση του ΙΕΟ χαϊδεύει ανούσια τους ΝΑΟ, ρίχνει κάμποσα πάρθια βέλη στην ΕΕ και παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ (που θέλουν τώρα να αυξήσουν την πίεση στην ΕΕ όσον αφορά το ζήτημα του χρέους και τη γενικότερη οικονομική πολιτική της τελευταίας).

Όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα των ΠΟΠ (δηλαδή την θεωρητική προσέγγιση, τον τεχνικό σχεδιασμό και τα αποτελέσματα τους) η έκθεση αφενός είναι βαθύτατα νεοσυντηρητική και αφετέρου επιδίδεται σε προσεγμένα μισόλογα (πάντα παίζοντας με ισορροπίες και συσχετισμούς).

Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνει τις γνωστές ανούσιες νεοσυντηρητικές διαγνώσεις της κρίσης (για την ελληνική περίπτωση βλέπε «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης»). Η μόνη – ήδη γνωστή – πινελιά οικονομικής ετεροδοξίας που προσθέτει είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών στην ΕΖ (λόγω απότομων διακοπών (sudden stops) στην χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές) προέρχεται  από την προσκόλληση στη νεοκλασσική ποσοτική θεωρία του χρήματος (που κρυπτογραφικά παρουσιάζεται με το υπόδειγμα Meade για το πως αυτή υποτίθεται ότι λειτουργεί μέσα σε μία νομισματική ένωση). Αυτή η πινελιά συμπληρώνεται με αναφορές στην παραγνώριση του δεσμού μεταξύ κινδύνου χρεωκοπίας τραπεζών και χωρών, του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος ανά κράτη και στην ελλειπή γνώση του TARGET (δηλαδή του συστήματος πληρωμών της ΕΖ).

Κατά τα άλλα η ελληνική κρίση, τυπικά, αποδίδεται σε δημοσιονομικές υπερβάσεις και μάλιστα λόγω υπερβολικής αύξησης των μισθών. Φυσικά, αυτό που έπεται από αυτήν την νεοσυντηρητική ενσυνείδητη ανοησία είναι ότι η γενική κατεύθυνση των ΠΟΠ (δηλαδή η λιτότητα) είναι ορθή. Αυτό που κλαυθμηρίζεται είναι ότι αυτή έπρεπε να είχε γίνει πριν την κρίση (όταν τα οικονομικά δεδομένα ήταν καλύτερα και οι ρυθμοί μεγέθυνσης καλύτεροι). Βέβαια στην ελληνική περίπτωση – και όχι μόνον – αυτό είναι μία καταφανής ηλιθιότητα γιατί αν δεν υπήρχε η δημοσιονομική υπερεπέκταση της περιόδου εκείνης – που μπούκωσε με υπερκέρδη τον ιδιωτικό τομέα (βλέπε για παράδειγμα Ολυμπιάδα 2004) – τότε δεν θα υπήρχαν και αυτοί οι ρυθμοί μεγέθυνσης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση Καραμανλή και την πρώτη φάση της κρίσης.

Μία άλλη απαλή πινελιά που προστίθεται είναι ότι όταν η κρίση – στην ελληνική περίπτωση που έχει την τιμητική της – ξέφυγε δεν ενεργοποιήθηκαν αυτόματοι σταθεροποιητές (δηλαδή χαλαρότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική). Θα άξιζε να μας πουν οι εμβριθείς μελετητές του ΙΕΟ πως μπορεί αυτό να γίνει σε ένα προ-κυκλικό και εξαιρετικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα και με μία νομισματική πολιτική που καθορίζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την ΕΚΤ.

Από εκεί και πέρα η έκθεση επιδίδεται σε ατελείωτες κουτοπονηριές για το ζήτημα του κουρέματος του ελληνικού χρέους. Ενώ αναγνωρίζει ότι χωρίς αυτό το ΠΟΠ γινόταν εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό από την άλλη – και ενώ ρίχνει έμμεσα ευθύνες στην ΕΕ που ρητά δεν το ήθελε – εν τέλει αναγνωρίζει ότι όλοι (και οι ΗΠΑ) συμφώνησαν στο να μην υπάρξει. Επίσης δεν λέει λέξη για την γελοιότητα της αναδιάρθρωσης (PSI) που ενώ ξελάσπωσε ουσιαστικά τους ιδιώτες δανειστές (μεταφέροντας τα δάνεια στα κράτη της ΕΕ) ταυτόχρονα γονάτισε την ελληνική οικονομία (ξεπατώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) με μηδαμινό καθαρό αποτέλεσμα από το κούρεμα αυτό καθ’ αυτό (όπως καταγράφηκε στον αμέσως επακολουθήσαντα προϋπολογισμό). Το μόνο που μηρυκάζει η έκθεση είναι ότι το ΔΝΤ, εφόσον συμφώνησε αρχικά να μην γίνει αναδιάρθρωση χρέους, θα έπρεπε να πιέσει αργότερα για να γίνει ενωρίτερα από ότι τελικά έγινε. Και μόνη η διατύπωση δηλώνει την υποκρισία του επιχειρήματος. Πίσω από αυτές τις κουτοπονηριές η έκθεση παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ που τώρα – αλλά όχι τότε – θέλουν να εκβιάσουν την ΕΕ στο ζήτημα του χρέους.

Η έκθεση είναι πιο διεξοδική στο ότι ιδιαίτερα το ελληνικό ΠΟΠ είναι υπεραισιόδοξες προβλέψεις και ήταν αρκετά ανελαστικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται το ζήτημα της υποτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών καθώς και της καθυστερημένης αναθεώρησης των στόχων (μόνο στην 5η αξιολόγηση το 2011). Το ερώτημα είναι οι ειδήμονες του ΔΝΤ (την τεχνική επάρκεια των οποίων η έκθεση επαινεί σε πάμπολλα σημεία) δεν έβλεπαν ενωρίτερα αυτό που ήταν καταφανές; Προφανώς ναι, αλλά οι πολιτικές επιλογές (και του ΔΝΤ) ήταν διαφορετικές τότε. Γι’ αυτό και ακόμη και στην έκθεση λέγεται ότι η αρχική εκκίνηση του ΠΟΠ ήταν εντυπωσιακά επιτυχής αλλά στην συνέχεια – για όχι ιδιαίτερα ευκρινείς λόγους – κόλλησε στην λάσπη. Και εδώ αρχίζει το πέταγμα της ευθύνης στην ΕΕ και στο ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα που δεν ήταν επαρκώς αιμοβόρο στην εφαρμογή του προγράμματος (αυτό κατ΄ ευφημισμόν λέγεται «ιδιοκτησία του προγράμματος»).

Η έκθεση, μεταξύ άλλων, έχει μία ενδιαφέρουσα γκρίνια του ΔΝΤ ότι η ΕΕ είναι αυτή που επέβαλλε μία πολύ μεγάλη, πολύ λεπτομερή και μη-ρεαλιστική λίστα προαπαιτούμενων στην Ελλάδα και ότι το ΔΝΤ θα προτιμούσε κάτι πιο λιτό και ταυτόχρονα πιο λειτουργικό (καθώς υποστηρίζεται ότι ο μεγάλος αριθμός μέτρων μπέρδευε). Μάλλον πρόκειται για άλλο ένα φύλλο συκής του ΔΝΤ. Από την μία γκρινιάζει για «ανεπαρκή ιδιοκτησία» του προγράμματος (που πως αλλιώς θα αντιμετωπισθεί αν όχι με λεπτομερή δέσμευση και εποπτεία) και ρίχνει ευθύνες στην ελληνική ολιγαρχία. Αφετέρου το ΔΝΤ – στα πλαίσια της πρόσφατης προσπάθειας ανακαίνισης της εικόνας του -δοκιμάζει να βγάλει από επάνω του το άγος των αντιλαϊκών πολιτικών και της προ-κυκλικότητας (που ως γνωστόν περνούν κατ’ εξοχήν μέσω των προαπαιτουμένων [conditionality] των προγραμμάτων του).

Εν παρόδω – για να ευλογήσει τα γένια του ΔΝΤ αλλά ταυτόχρονα επιτείνοντας το ερώτημα του γιατί δεν έκανε κάτι στα επόμενα ελληνικά ΠΟΠ – η έκθεση επικαλείται ότι ήδη από το 2013 σχετική εμπιστευτική εσωτερική αξιολόγηση του ΔΝΤ είχε αναγνωρίσει τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα προβλήματα (και ότι η ΕΕ είχε αντιδράσει άκομψα).

Τελικά, η έκθεση ενώ βγάζει ως επιτυχημένα τα ΠΟΠ της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποφαίνεται σεμνά και βιαστικά ότι «δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο» για το ελληνικό πρόγραμμα. Κοινώς η έκθεση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.

thessaly2

 

 

 

 

 

 

Ο σκυλοκαβγάς της ελληνικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της

 

Αν η έκθεση του ΙΕΟ αποτελεί ένα υπόδειγμα υποκρισίας και ίντριγκας μέσα σε ένα από τα βασικά ανάκτορα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, η διαχείριση της από την ελληνική αστική τάξη και τα κόμματα της δεν υπολείπεται σε υποκρισία. Μόνο που πρόκειται για την υποκρισία και τους σκυλοκαβγάδες των παρακατιανών των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που τσακώνονται για κάποιο κόκκαλο που θα παραπέσει από το τραπέζι των αφεντικών.

Πρακτικά η ελληνική αστική τάξη είναι σε ένα από τα χειρότερα σημεία της ιστορίας της. Από την στιγμή που η ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» της που θα την αναβάθμιζε μέσα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα μετατράπηκε σε καταστροφή για την χώρα (όπως και οι προηγούμενες «μεγάλες ιδέες» της), προσπαθεί να σώσει το τομάρι της θυσιάζοντας τον λαό αυτής της χώρας. Συναίνεσε στα ΠΟΠ θεωρώντας ότι μπορεί να έχασε την ευκαιρία της αναβάθμισης (και να μετατράπηκε σε καπιταλισμό υπό εποπτεία, δηλαδή να υποβαθμίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας) αλλά τουλάχιστον θα σώσει τον εαυτό της θυσιάζοντας τους εργαζόμενους της Ελλάδας. Όμως, καθώς τα ΠΟΠ καρκινοβατούν, οι ξένοι πάτρωνες (που βλέπουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα να κινδυνεύουν) απαιτούν να συμμετάσχει πλέον στα κόστη και η ελληνική ολιγαρχία. Έτσι, έχει χάσει πλέον την κορωνίδα της (τις τράπεζες). Έχει επίσης η ίδια, ήδη από πριν την κρίση (λόγω λαιμαργίας, εθισμού στις σίγουρες «αρπαχτές» και απαρέσκειες σε επίφοβες δεσμεύσεις), αδυνατίσει την μεταποίηση και τον πρωτογενή τομέα. Αργά αλλά σταθερά χάνει έδαφος και στην υποτιθέμενη «νέα βαριά βιομηχανία», τον τουρισμό (και την ελπίδα της να γίνουμε μία χώρα γεμάτη ξενοδοχεία με έλληνες ξενοδόχους που τρέφονται από ενισχύσεις του δημοσίου και της ΕΕ, ξένους τουρίστες και του έλληνες εργαζόμενους σαν «ευλύγιστα», κακοπληρωμένα και ανασφάλιστα γκαρσόνια). Ακόμη και το ιερό δισκοπότηρο της, η χρυσοπληρωμένη και μονίμως φοροδιαφεύγουσα ναυτιλία (με τα βασικά της πόδια και χρήματα στο εξωτερικό και χρησιμοποιούσα την Ελλάδα κυρίως σαν πολιτικό απάγκιο), καλείται να κάνει το αδιανόητο για τους «καπετάνιους» της: να περάσει από το ταμείο.

Μέσα σ’ αυτή την ζοφερή κατάσταση η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να διασώσει το τομάρι της γλύφοντας τους ξένους πάτρωνες και αλληλοσπαρασσόμενη στο εσωτερικό της. Και πάντα βέβαια επιδιώκοντας να φορτώσει την ζημιά στους εργαζόμενους. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το πρόγραμμα προσαρμογής είναι εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό. Ταυτόχρονα όμως δεν διανοείται να πάει κόντρα στις επιλογές των ξένων πατρώνων. Προτιμά να παίζει σε κάποιες από τις μεταξύ τους αντιθέσεις (πάντα σεμνά μήπως και της θυμώσουν). Έτσι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ και ΕΕ κοιτάζει δίβουλη μία από την μία και μία από την άλλη προσπαθώντας να διασώσει τα συμφέροντα της. Θα ήθελε μία χαλάρωση των φιλόδοξων στόχων του προγράμματος και μία αναδιάρθρωση του χρέους καθώς αυτά θα απάλυναν την πίεση να πληρώσει και αυτή για την κρίση. Ταυτόχρονα όμως φοβάται να εκφρασθεί ανοικτά υπέρ της αμερικανικής πλευράς καθώς κάτι τέτοιο θα θύμωνε την Γερμανία. Από την άλλη τρέμει αρκετές από τις δομικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί το ΔΝΤ. Φυσικά όχι αυτές που φορτώνουν βάρη στις πλάτες της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, αλλά εκείνες που σπάνε θεσμικά προνόμια της και ιδιαίτερα το σύστημα της διαπλοκής (κράτος – τράπεζες – επιχειρήσεις) που οχύρωνε και ευνοούσε τους έλληνες καπιταλιστές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους.

Μέσα σ’ αυτό το ασαφές πλαίσιο κινούνται και οι πολιτικοί υπάλληλοι της ελληνικής ολιγαρχίας.

Ο νεο-μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ χοροπηδά ότι η νεοφιλελεύθερη και άκρως αντιλαϊκή έκθεση του Γραφείου τον δικαιώνει και ότι τώρα πρέπει να υπάρξει κάποια ελεημοσύνη στο ζήτημα του χρέους, υπονοώντας ότι για χάρη της μπορεί να περάσει το νέο κύμα αντιλαϊκών αλλαγών που απαιτεί η τρόικα. Επίσης δοκιμάζει να ξαναφορέσει λίγο την αντι-μνημονιακή λεοντή καταγγέλλοντας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τυφλή αποδοχή των ΠΟΠ. Φυσικά κρύβοντας ότι ο ίδιος έχει υπογράψει τα προγράμματα αυτά και αποδεικνύεται σε έναν από τους πιο πειθήνιους και βολικούς διαχειριστές τους. Επίσης ξεχνώντας ότι η έκθεση και το ΔΝΤ επιμένουν περισσότερο απ’ όλους σε βάρβαρες – ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα – δομικές μεταρρυθμίσεις. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει την έκθεση του ΙΕΟ σαν δική του αντι-μνημονιακή λεοντή στο εσωτερικό αν και η έκθεση είναι μνημονιακή με την βαθύτερη έννοια του όρου. Επίσης, γνέφει φιλικά προς τις ΗΠΑ – από τις οποίες εξαρτάται με πολυποίκιλους δεσμούς – ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια στο ζήτημα του χρέους και στην αμφίβολη δική του πολιτική επιβίωση. Δεν κάνει όμως την έκθεση και σημαία στα όργανα της ΕΕ γιατί κάτι τέτοιο θα θύμωνε την τελευταία.

Από την άλλη η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (και ανάλογα οι λοιποί συνοδοιπόροι του ευρω-νενεκισμού) ποιούν τη νήσσα καθώς η έκθεση δείχνει ότι οι κυβερνήσεις τους σύρθηκαν πειθήνια στα κελεύσματα των ξένων πατρώνων χωρίς να διαπραγματεύονται ούτε αμελητέα ζητήματα. Και αντίθετα φωνασκούν για τις υπαρκτές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ (με τους τυχοδιωκτισμούς του) στην επιδείνωση της οικονομίας και για το 3ο ΠΟΠ. Ιδιαίτερα η ΝΔ προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της σαν τον πιο συνεπή και αξιόπιστο διαχειριστή των όποιων επιλογών κάνουν οι ξένοι πάτρωνες.

Ο ελληνικός λαός δεν έχει να κερδίσει τίποτα από όλους αυτούς τους σκυλοκαβγάδες τόσο των ξένων πατρώνων όσο και της ελληνικής ολιγαρχίας. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου περνά μέσα από την αποδέσμευση από την ΕΕ.


Αναδημοσιευμένο

(1) στο site του Μ.Ιγνατίου:

http://mignatiou.com/2016/08/h-ekthesi-tou-grafiou-axiologisis-tou-dnt-ipodigma-pollaplis-thesmikis-ipokrisias/

H έκθεση του Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

(2) στην Pandiera.gr

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

3) στον ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

http://www.ergatikosagwnas.gr/arthra/economy/1094-ena-ypodeigma-pollaplis-thesmikis-ypokrisias

Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

4) στην ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΝ

http://penen.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/item/2842-h-%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

Το μετέωρο βήμα της ΛΑΕ ή αλλιώς (ξανά) ένα βήμα εμπρός και δύο βήματα πίσω

Το μετέωρο βήμα της ΛΑΕ

ή αλλιώς

(ξανά) ένα βήμα εμπρός και δύο βήματα πίσω

Σταύρος Μαυρουδέας

anamonh

Μετά από πολλούς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις τελικά το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την απόφαση της συστημικής ηγεσίας του τελευταίου να προκηρύξει εκλογές και να το πετάξει ουσιαστικά έξω από τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ. Όλο το προηγούμενο διάστημα και μέχρι την μεγάλη κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ με την συμφωνία για 3ο Μνημόνιο, το Αριστερό Ρεύμα παρέμεινε μέσα ακόμη και στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ. Προηγουμένως ψήφισε τον νεοδημοκράτη Π.Παυλόπουλο (που εκστράτευσε για το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα) για πρόεδρο της δημοκρατίας, παρακάθησε με τους δεξιούς πατριδοκάπηλους ΑΝΕΛΛ στην κυβέρνηση και σιωπηρά δέχθηκε μία σειρά αντιλαϊκές ενέργειες (όπως την 42σέλιδη μνημονιακή πρόταση Βαρουφάκη, το καλπάζον στρατιωτικο-οικονομικό δέσιμο με το Ισραήλ κλπ.). Όταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε καταφανώς την μεγάλη κωλοτούμπα και προχώρησε στις συμφωνίες για το 3ο Μνημόνιο τότε το Αριστερό Ρεύμα ακολούθησε την τραγελαφική τακτική του να καταψηφίζει τα μέτρα αλλά να δηλώνει ότι στηρίζει την κυβέρνηση. Μάλιστα – αντί να βγει εκτός ΣΥΡΙΖΑ και να αγωνιστεί με το λαϊκό κίνημα για την ανατροπή των μέτρων, του νέου Μνημονίου και της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ που τα προωθούσε – επέλεξε να δώσει την μάχη μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχοντας στις επιτροπές και στις διαδικασίες για το συνέδριο του. Παρά τα επανειλημμένες προσκλήσεις της ανατρεπτικής Αριστεράς για απεμπλοκή από την απάτη του ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία με τη συμμετοχή του το Αριστερό Ρεύμα συνέβαλε) και κοινή δράση, επέμεινε στο να δώσει τον αγώνα μέσα στο σάπιο οικοδόμημα του ΣΥΡΙΖΑ.

Όταν η συστημική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να μην προχωρήσει σε ψήφο εμπιστοσύνης και συνέδριο αλλά να προκηρύξει εκλογές (με την συμφωνία και την καθοδήγηση των ιμπεριαλιστικών κέντρων της ΕΕ) τότε μόνον το Αριστερό Ρεύμα αποφάσισε να αποχωρήσει. Εν μία νυκτί κατασκεύασε μόνο του την Λαϊκή Ενότητα (με αρχηγό, εκπροσώπους, θέσεις κλπ.), την αναγόρευσε σε μέτωπο και κάλεσε όλη την Αριστερά να συμμετάσχει σε αυτό.

Κατ’ αρχήν αποτελεί το λιγότερο απαξιωτική πράξη το γεγονός ότι το πρώην Αριστερό Ρεύμα και νυν ΛΑΕ δεν έχει κάνει τουλάχιστον μία στοιχειώδη δημόσια αυτοκριτική για την μέχρι τώρα εμπλοκή του στην απάτη του ΣΥΡΙΖΑ.

Επιπλέον, αποτελεί αμετροέπεια και προσβολή στην πολύτιμη ιδέα του παλλαϊκού μετώπου η υπερφίαλη αυτοαναγόρευση της ΛΑΕ σε τέτοιο. Τα μέτωπα συνδιαμορφώνονται και δεν φτιάχνονται από κάποιον που μετά καλεί άλλους να συμμετάσχουν στο ήδη προδιαμορφωμένο πλαίσιο. Καμία πολιτική και κοινωνική δύναμη που σέβεται τον εαυτό της και την πρόταση του μετώπου δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε τέτοια κατασκευάσματα.

Όμως, αφήνοντας στην άκρη όλα τα προηγούμενα, το χειρότερο στοιχείο είναι ο ασταθής και διπρόσωπος δημόσιος λόγος της ΛΑΕ και η πλήρης απαξίωση της έννοιας του προγράμματος από αυτήν.

Στη δημόσια παρουσία της ΛΑΕ κυριαρχεί ένας ρηχός αντιμνημονιακός λόγος ανακατεμένος με στοιχεία του εκλογικίστικου – και ανέφικτου – προγράμματος της Θεσσαλονίκης του Τσίπρα. Στην παρθενική παρουσίαση του εγχειρήματος από τον Π.Λαφαζάνη τα προγραμματικά στοιχεία που παρουσιάσθηκαν ήταν η διαγραφή μέρους του χρέους (και μάλιστα συναινετικά), η εθνικοποίηση των τραπεζών και μία τραγικά ακαθόριστη παραγωγική ανασυγκρότηση (παρά την θητεία του Π.Λαφαζάνη στο ομώνυμο υπουργείο). Μόνο στην τρίτη δημοσιογραφική ερώτηση αποτόλμησε να πει ότι «αν χρειασθεί για την εφαρμογή του προγράμματος αυτού θα φύγουμε από το ευρώ». Το μοτίβο αυτό κυριαρχεί στη συντριπτική πλειονότητα των δημόσιων τοποθετήσεων της ΛΑΕ. Οι εξαιρέσεις φθάνουν μέχρι την έξοδο από την ΟΝΕ και σταματούν εκεί. Αντίθετα, ένα πολυκυκλοφορημένο κείμενο με πολυποίκιλους και προσθαφαιρούμενους συγγραφείς που στην αρχή προβλήθηκε ως το πρόγραμμα, στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε προγραμματική διακήρυξη για να καταλήξει μάλλον στο ταπεινότερο της «εκλογικής διακήρυξης», αποφαίνεται ότι η ΛΑΕ υποστηρίζει την έξοδο από το ευρώ και, εφόσον τα πράγματα οδηγηθούν σε σύγκρουση με την ΕΕ, τότε θα προτείνει δημοψήφισμα για να αποφασίσει ο λαός για την αποδέσμευση ή μη από την ΕΕ.

Φαίνεται καθαρά ότι για την ΛΑΕ η έννοια του προγράμματος είναι κάτι σαν παιχνίδι πλαίημομπίλ: φτιάχνεται στο πόδι, αλλάζει κατά το δοκούν και στο τέλος της γραφής δεν έχει και μεγάλη σημασία. Καμία σχέση δεν έχει η προσέγγιση αυτή με την παράδοση της Αριστεράς (και ιδιαίτερα της κομμουνιστικής Αριστεράς). Για την τελευταία, και σε αντίθεση με τον αστικό πολιτικαντισμό, η πολιτική δράση εκπορεύεται από πολιτικά προγράμματα (που στην κομμουνιστική παράδοση απορρέουν από ιδεολογικές αρχές).

Όμως, ακόμη και αν αγνοήσει κανείς την πολυγλωσσία της δημόσιας παρουσίας της ΛΑΕ και πάρει κατά γράμμα την προαναφερθείσα διακήρυξη, φαίνεται καθαρά ότι βρίθει από αντιφάσεις και έχει κατασκευαστεί σαν εργαλείο μάρκετινγκ παρά σαν ένα σοβαρό και συνεκτικό πρόγραμμα.

Πρώτον, ο μόνος τρόπος για να αποχωρήσεις από την ΟΝΕ και να παραμείνεις μέσα στην ΕΕ είναι αυτό να γίνει με την συναίνεση των ηγεμονικών κέντρων της τελευταίας. Σε μία τέτοια περίπτωση το επάνω χέρι έχουν τα τελευταία και συνεπώς ο μόνος δρόμος για αυτή τη συναινετική έξοδο από το ευρώ είναι αυτός του αντιδραστικού σχεδίου Σόιμπλε που θα φορτώσει ακόμη περισσότερα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων και θα επιδεινώσει την εξάρτηση της χώρας από την ΕΕ.

Δεύτερον, ο θεμελιακός πυρήνας του οικονομικού προβλήματος της χώρας είναι η αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της και η μετατροπή της σε ένα χαμηλής τάξης παρακολούθημα πανευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής με χαμηλή συνοχή, τεχνολογία, προστιθέμενη αξία και ανταγωνιστικότητα και φυσικά μισθούς εξαθλίωσης. Η απλή ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και η υποτίμηση του νομίσματος δεν μπορούν να ανατάξουν την παραγωγική δομή της χώρας. Η ιδιωτική πρωτοβουλία – που επίσης εκθειάζεται σε δημόσιες τοποθετήσεις ειδημόνων της ΛΑΕ – δεν πρόκειται να το κάνει μέσα σε συνθήκες σύγκρουσης με την ΕΕ και βέβαια είναι πολύ αργή και ταυτόχρονα απαιτεί αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Ο μόνος δρόμος για την φιλολαϊκή παραγωγική αναδιάρθρωση είναι ένα οικονομικό σχέδιο για το σύνολο της οικονομίας, υποχρεωτικής εφαρμογής και βασισμένο σε δημόσιες επενδύσεις και με την δημόσια ιδιοκτησία όλων των στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Η ΛΑΕ δεν λέει λέξη γι’ αυτό.

Η εξαναγκασμένη και καθυστερημένη αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ από αυτό το άθλιο και καταστροφικό για το λαό εγχείρημα είναι καλοδεχούμενη. Ήταν ένα βήμα μπροστά. Θα όφειλε όμως να έχει εξάγει και τα ανάλογα συμπεράσματα από τα μέχρι τώρα λάθη της και να επιδείξει και την ανάλογη συμπεριφορά ιδιαίτερα απέναντι στις λαϊκές μάζες που συνέβαλε στην παραπλάνηση τους. Η ΛΑΕ δεν φαίνεται να διακατέχεται από αυτές τις αρετές. Ξανασερβίρει ένα «μοντέλο ΣΥΡΙΖΑ» με μία πανσπερμία ομάδων με διαφορετικές πολιτικές επιλογές, φαιδρούς εκλογικίστικους καυγάδες, καρικατούρα προγράμματος και βασικό συνεκτικό στοιχείο την εκλογική επιβίωση. Μετά το άτολμο βήμα της εμπρός κάνει ήδη δύο βήματα πίσω.