Tag Archives: χρηματιστικοποίηση

«Χρηματιστικοποίηση: ένας αδιέξοδος δρόμος για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία» – ΑΠΘ

 

 

 

 

 

 

 

Στις 15-18/3/2019 ο Σύλλογος Μεταπτυχιακών & Υποψηφίων Διδακτόρων του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του ΑΠΘ διοργάνωσε ένα εξαιρετικά πλούσιο και ενδιαφέρον συνέδριο με κεντρικό θέμα «Όψεις της κρίσης: Πολιτική, Ιδεολογία, Κοινωνία».

Στον παρακάτω σύνδεσμο βρίσκεται η παρουσίαση της εισήγησης που προσκλήθηκα να κάνω με θέμα «Η Υπόθεση της Χρηματιστικοποίησης: ένας αδιέξοδος δρόμος για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία».

https://www.scribd.com/document/402284143/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%91%CE%A0%CE%98-2019-%CE%A7%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Η παρουσίαση της εισήγησης, πίσω από τον παραπλανητικό ελληνικό τίτλο, είναι στα αγγλικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το συνέδριο ολοκληρώθηκε την Κυριακή το βράδυ με ένα στρογγυλό τραπέζι αποτίμησης του. Το κοινό συμπέρασμα του ήταν η ανάγκη διεύρυνσης και εμβάθυνσης των κριτικών προσεγγίσεων στις κοινωνικές επιστήμες καθώς και επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικών κλάδων τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisement

«Χρηματιστικοποίηση: ένας αδιέξοδος δρόμος για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία» – ΑΠΘ 16/3/2019 12:30-13:30

 

 

 

 

 

Ο Σύλλογος Μεταπτυχιακών Φοιτητών & Υποψ. Διδακτόρων του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ διοργανώνει συνέδριο με θέμα «Όψεις της κρίσης: Πολιτική, Ιδεολογία, Κοινωνία» στις 15-17/3/2019.

Το συνέδριο θα γίνειστο ΚΕΔΕΑ του ΑΠΘ (3ης Σεπτεμβρίου, Πανεπιστημιούπολη) http://kedea.rc.auth.gr/

Στα πλαίσια του συνεδρίου θα μιλήσω το Σάββατο (12:30-13:30) με θέμα «Η Υπόθεση της Χρηματιστικοποίησης: ένας αδιέξοδος δρόμος για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία»

Το πλήρες πρόγραμμα του συνεδρίου ακολουθεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχετικό βοηθητικό υλικό για το αντικείμενο της διάλεξης μου βρίσκεται στους πάρακατω συνδέσμους:

 

‘The Financialisation Hypothesis and Marxism: a positive contribution or a Trojan Horse?’ – S.Mavroudeas, 2nd World Congress on Marxism, Peking University, 5-6 May 2018

https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2018/05/09/the-financialisation-hypothesis-and-marxism-a-positive-contribution-or-a-trojan-horse-s-mavroudeas-2nd-world-congress-on-marxism-peking-university-5-6-may-2018/

 

Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση – ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ νο.1

https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2016/06/06/%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%ae-%cf%84-2/

 

Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση – ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ νο.1 – σύνδεσμοι

Στους ακόλουθους συνδέσμους μπορεί να διαβαστεί το κείμενο μου με θέμα «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση»

Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση

https://www.academia.edu/25910959/%CE%97_%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%83%CE%B5_%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7

 

https://www.researchgate.net/publication/303814106_E_chrematistikopoiese_e_metatrope_tes_ergasias_se_kephalaio_kai_e_ellenike_periptose

 

https://www.scribd.com/document/322265564/%CE%97-%CE%A7%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%B7-%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE-%CE%A4%CE%B7%CF%82-%CE%95%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%A3%CE%B5-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%9A%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

 

16o Ετήσιο Συνέδρο Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης – Παρασκευή 6 και το Σάββατο 7 Ιουνίου 2014, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα ΙΙ

To 16ο Ετήσιο Συνέδρο Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης, το οποίο συνδιοργανώνεται με τον Τομέα Οικονομίας του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστήμιου, θα διεξαχθεί την Παρασκευή 6 και το Σάββατο 7 Ιουνίου 2014, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα ΙΙ.

Το αναλυτικό πρόγραμμα και οι περιλήψεις των εισηγήσεων που θα παρουσιαστούν στο συνέδριο υπάρχουν στην ιστοσελίδα της Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας:

http://poleconom.wordpress.com/2014/05/22/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD-16%CE%BF%CF%85/

8355740-economics-and-finance-tags-cloud-for-design

Στα πλαίσια του συνεδρίου θα παρουσιάσω εισήγηση με θέμα «Η Θεωρία της Χρηματιστικοποίησης: Θεωρητικές Καταβολές και Αναλυτικές και Εμπειρικές Αδυναμίες«.

Η εισήγηση θα γίνει στην 4η συνεδρία (Σάββατο 11:30 – 13:20).

Η περίληψη της εισήγησης ακολουθεί παρακάτω.

Η παρουσίαση της εισήγησης θα αναρτηθεί σε επόμενο άρθρο του μπλογκ.

4η Συνεδρία: 11:30-13:20
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙ
Πρόεδρος: Σταύρος Δρακόπουλος (ΜΙΘΕ, ΕΚΠΑ)

Σταύρος Μαυρουδέας (ΟΕ, ΠΑΜΑΚ) Η Θεωρία της Χρηματιστικοποίησης: Θεωρητικές Καταβολές και Αναλυτικές και Εμπειρικές Αδυναμίες

Η θεωρία της χρηματιστικοποίησης (σε διάφορες παραλλαγές) είναι σήμερα εξαιρετικά δημοφιλής ανάμεσα στις Ετερόδοξες και Ριζοσπαστικές ερμηνείες της παγκόσμιας οικονομικής του 2007-8. Έχει επίσης σημαντική επίδραση στις αντίστοιχες ερμηνείες της ελληνική κρίσης που οδήγησε στα Μνημόνια με ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Η εργασία αυτή, πρώτον, εξετάζει τις θεωρητικές καταβολές της θεωρίας της χρηματιστικοποίησης. Εντοπίζει τις ρίζες της στο έργο του R. Hilferding και στο ρεύμα της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review) αλλά επισημαίνει και τις σημαντικές διαφορές με αυτές. Δεύτερον, διατυπώνει μία κριτική τόσο των αναλυτικών όσο και των εμπειρικών επιχειρημάτων της θεωρίας της χρηματιστικοποίησης. Όσον αφορά τα αναλυτικά επιχειρήματα, δείχνεται ότι εσφαλμένα υποστηρίζεται ότι η χρηματιστικοποίηση αποτελεί ένα νέο στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος καθώς και ένα νέο τύπο οικονομικής κρίσης. Όσον αφορά τα εμπειρικά επιχειρήματα, δείχνεται ότι αδυνατεί να κατανοήσει και να ερμηνεύσει ρεαλιστικά τον πραγματικό τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών καθώς και την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2007-8 αλλά και την ελληνική κρίση. Συνολικά, η θεωρία της χρηματιστικοποίησης αποτιμάται ως αδιέξοδη.

 

 

Εισήγηση στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ: Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση

3ο Συνέδριο

Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας

Παν. Πατρών 14-15/1/2014

euro

Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.gr

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία αυτή υποστηρίζει ότι οι ερμηνείες της ελληνικής κρίσης που ακολουθούν την θέση περί «χρηματιστικοποίησης» δεν ευσταθούν τόσο για αναλυτικούς όσο και για εμπειρικούς λόγους. Τα βασικά σημεία της είναι τα ακόλουθα.

Οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» προέρχονται από μετα-κεϋνσιανά και μαρξο-κεϋνσιανά ρεύματα και υποστηρίζουν ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά σε σχέση με τον κλασσικό καπιταλισμό. Στην γενική τους διατύπωση οι θεωρίες αυτές υποστηρίζουν ότι το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο και δημιουργεί μία καπιταλιστική οικονομία ασύγκριτα πιο επιρρεπή σε χρηματοπιστωτικές «φούσκες» και επομένως πιο ασταθή. Η θέση αυτή εντάσσεται είτε μέσα σε μετα-κεϋνσιανές προσεγγίσεις τύπου Minsky είτε σε μαρξο-κεϋνσιανες προσεγγίσεις που αναφέρονται στον Hilferding ή/και στη Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης. Ορισμένες μαρξο-κεϋνσιανές θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» προχωρούν περισσότερο και υποστηρίζουν ότι όχι μόνο το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο αλλά έχει αυτονομηθεί εντελώς από αυτό καθώς έχει αποκτήσει δικούς του ιδιαίτερους διαύλους για να εκμεταλλεύεται τόσο το παραγωγικό κεφάλαιο (και καρπώνεται σε μόνιμη βάση ένα μεγάλο τμήμα της κερδοφορίας του) όσο και την εργατική τάξη (μέσω ουσιαστικά τοκογλυφικού δανεισμού). Οι θεωρίες αυτές προτείνονται επίσης σαν ερμηνείες της ελληνικής κρίσης.

Η εισήγηση αυτή αμφισβητεί (1) το αναλυτικό πλαίσιο των θεωριών της «χρηματιστικοποίησης» και (2) την εμπειρική βασιμότητα τους όσον αφορά την ελληνική περίπτωση.

Όσον αφορά το αναλυτικό πλαίσιο υποστηρίζεται ότι οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» ουσιαστικά – εντελώς εσφαλμένα – προτείνουν ότι ο καπιταλισμός έχει, κατά κάποιο τρόπο, επιστρέψει σε ένα προ-καπιταλιστικό στάδιο: την περίοδο όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις κυοφορούνταν, μέσα στα πλαίσια του ύστερου φεουδαλικού συστήματος, από τις προ-καπιταλιστικές και πρωτο-καπιταλιστικές φιγούρες του εμπόρου και του τραπεζίτη. Έτσι το επιτόκιο δεν αποτελεί τμήμα της υπεραξίας και η κερδοφορία του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν υπάγεται στην διαδικασία δημιουργίας ενός γενικού μέσου ποσοστού κέρδους. Αν αυτό ίσχυε τότε το χρηματικό κεφάλαιο δεν αποτελεί τμήμα της αστικής τάξης αλλά συγκροτεί μία άλλη ξεχωριστή τάξη πέραν της παραδοσιακής αστικής τάξης. Όσον αφορά την εμπειρική βασιμότητα της ερμηνείας της «χρηματιστικοποίησης» για την ελληνική περίπτωση δείχνεται ότι κανένας από τους δύο βασικούς μηχανισμούς της «χρηματιστικοποίησης» – δηλαδή ο βαθμός μόχλευσης και το ιδιωτικό χρέος (ιδιαίτερα αυτό των εργαζομένων) – δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά ούτε είναι επαρκή για να εξηγήσουν την ελληνική κρίση.

ΙΙ. H θεωρία της «χρηματιστικοποίησης»: ένα θεωρητικό αδιέξοδο

Οι πιο δημοφιλείς Ετερόδοξες ερμηνείες συγκροτούνται γύρω από την θέση περί «χρηματιστικοποίησης». Οι υποκαταναλωτικές ερμηνείες – που ήταν δημοφιλείς σε προηγούμενες κρίσεις – σήμερα είναι περιθωριακές ή συνδυάζονται με την «χρηματιστικοποίηση». Ο κύριος λόγος της περιθωριοποίησης τους είναι ότι τα εμπειρικά δεδομένα τόσο για την παγκόσμια κρίση του 2007-8 όσο και για την ελληνική δεν συνάδουν καθόλου με κάποια ανεπάρκεια της ζήτησης.

Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» (ή του ηγεμονευόμενου από το χρηματιστικό κεφάλαιο καπιταλισμού [finance-led capitalism]) υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά καθώς το χρηματικό κεφάλαιο κυριαρχεί επί των άλλων καπιταλιστικών δραστηριοτήτων (παραγωγικού και εμπορικού κεφαλαίου)[1].

Όσον αφορά την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η έννοια έλκει την καταγωγή της από την πρωτοποριακή εργασία του Hilferding (1910 (1981)) και την υπόρρητη θέση του ότι ο μοντέρνος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί ριζικά σε σχέση με αυτόν που τόσο οι κλασσικοί του Μαρξισμού αλλά και αυτοί της Κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας είχαν γνωρίσει και μελετήσει. Ένα βασικό στοιχείο της κατά Hilferding μετάλλαξης είναι ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο (δηλαδή η σύμφυση τραπεζικού και παραγωγικού κεφαλαίου υπό τον έλεγχο του πρώτου) αποκτά κυρίαρχο ρόλο στην λειτουργία του συστήματος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αναλαμβάνει τα ηνία ελέγχου του συστήματος εκτοπίζοντας από την θέση αυτή το παραγωγικό (και ιδιαίτερα το βιομηχανικό) κεφάλαιο[2]. Η άποψη αυτή υιοθετήθηκε και από τον Sweezy (1942). Όμως τόσο ο Hilferding όσο και ο Sweezy ποτέ δεν αμφισβήτησαν την κλασσική Μαρξιστική άποψη ότι ο τόκος (που καρπώνεται το χρηματικό κεφάλαιο, το οποίο είναι μη-παραγωγικό κεφάλαιο) είναι ένα τμήμα της υπεραξίας (που εξάγεται υπό τον έλεγχο του παραγωγικού κεφαλαίου). Η τελευταία εξάγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας από το παραγωγικό κεφάλαιο στη σφαίρα της παραγωγής και στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ κερδών (που πηγαίνουν στο παραγωγικό κεφάλαιο), τόκου (που πηγαίνει στο χρηματικό κεφάλαιο) και εμπορικού κέρδους (που πηγαίνει στο εμπορικό κεφάλαιο). Η εμπειρική βασιμότητα της έννοιας του χρηματιστικού κεφαλαίου, παρά την εξαιρετική δημοφιλία της, έχει αμφισβητηθεί βάσιμα (βλέπε Bond (2010). Ιδιαίτερα, η έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου ως σύμφυσης του τραπεζικού και του παραγωγικού κεφαλαίου υπό την ηγεμονία του πρώτου δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά για τις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες (καθώς ιδιαίτερα στον αγγλο-σαξωνικό κόσμο τα χρηματιστήρια και όχι οι τράπεζες είναι ο βασικός δίαυλος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων).

Όμως οι σημαντικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα επηρέασαν σημαντικά τις απόψεις για τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η μακρά περίοδος «σιωπηρής ύφεσης» που ακολούθησε την κρίση κερδοφορίας του 1973 και η ανεπαρκής ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας με τα μετέπειτα κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων οδήγησε το σύστημα στη φυγή προς τα εμπρός. Από την δεκαετία του 1990 ξεκινά η λεγόμενη «χρηματιστικοποίηση», δηλαδή η προσπάθεια διατήρησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης (και συνεπώς του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας) μέσω της αξιοποίησης του πλασματικού κεφαλαίου[3]. Αυτό οδήγησε στην επικράτηση μίας σειράς εμπειρικών πεποιθήσεων (ή τυποποιημένων γεγονότων)[4] με πιο ισχυρή απ’ όλες αυτή ότι μία νέα εποχή του καπιταλισμού έχει ανατείλει: το χρηματοπιστωτικό σύστημα έσπασε πλέον την εξάρτηση του από το παραγωγικό κεφάλαιο και συνεπώς εξασφάλισε την αυτοδύναμη πλέον κυριαρχία του. Αρκετές νέο-Μαρξιστικές θεωρίες ή/και θεωρίες της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (π.χ. η Προσέγγιση της Ρύθμισης) είχαν ήδη αρχίσει να προδιαγραφούν το συμπέρασμα αυτό.

Έτσι προέκυψε στις αρχές του 21ου αιώνα η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης». Ο όρος, αυτός καθ’ εαυτός, διαμορφώθηκε αρχικά από Κεϋνσιανές και νέο-Μαρξιστικές προσεγγίσεις συνδεόμενες με την αμερικανική Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης[5]. Μάλιστα σε ένα από τα τελευταία κείμενα του Sweezy (2004) είχε υπονοηθεί περίπου η έννοια της «χρηματιστικοποίησης». Για την ακρίβεια, ο όρος «χρηματιστικοποίηση» προτάθηκε για πρώτη φορά σε μία σειρά κειμένων (από τους Kippner, Crotty κλπ.) που παρουσιάσθηκαν σε ένα σημαντικό συλλογικό τόμο επιμελημένο από τον Epstein (2005). Βέβαια στη συνέχεια η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης δεν πολυχρησιμοποίησε τον όρο καθώς επικεντρώθηκε στις παραδοσιακές υποκαταναλωτικές αντιλήψεις της. Όμως ο όρος υιοθετήθηκε ενεργητικά από τις μετα-κεϋνσιανές προσεγγίσεις που τον ανέπτυξαν περαιτέρω (π.χ. Stockhammer (2004)) και πολλές φορές τον θεωρούν αποκλειστική ιδιοκτησία τους (π.χ. Treeck (2008)). Συχνά οι μετα-κεϋνσιανοί τοποθετούν την «χρηματιστικοποίηση» μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας σταδίων του καπιταλισμού και υποστηρίζουν ότι από τις αρχές του 21ου αιώνα διανύουμε πλέον ένα νέο στάδιο ενός «ηγεμονευόμενου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καπιταλισμού» (‘finance-dominated capitalism’ (Hein (2013)) ή ενός «ηγεμονευόμενου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καθεστώτος συσσώρευσης» (‘finance-dominated regime of accumulation’ (Stockhammer (2009)). Η μετα-κεϋνσιανή υιοθέτηση του όρου «χρηματιστικοποίηση» πατά επάνω στην κεϋνσιανή ταξική ανάλυση περί ραντιέρηδων[6].

Η ενσωμάτωση του όρου «χρηματιστικοποίηση» σε πιο «καθαρόαιμες» Μαρξιστικές αναλύσεις ακολούθησε λίγο αργότερα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης – παρόλο ότι είχε πρώτη κινηθεί στην κατεύθυνση αυτή και είχε εφεύρει τον όρο – δεν τον αξιοποίησε. Το υιοθέτησε ξανά αφού είχε ήδη γίνει δημοφιλής για να εξηγήσει την κρίση του 2007-8 καθώς μία καθαρά υποκαταναλωτική ερμηνείας της τελευταίας δεν μπορούσε να σταθεί με αξιοπιστία (π.χ. Foster (2010)). Ο όρος όμως χρησιμοποιούνταν πλέον από αναλύσεις μέσα στον χώρο της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας είτε με ένα μάλλον «χαλαρό» περιγραφικό τρόπο είτε με πιο φιλόδοξες αναλύσεις.

Για παράδειγμα, ο Fine (2009) χρησιμοποιεί τον όρο «χρηματιστικοποίηση» όχι ως ένα ξεχωριστό στάδιο του καπιταλισμού αλλά ως μία ιδιαίτερη φάση του νεο-φιλελευθερισμού και των πολιτικών του. Για τον Fine η ανάπτυξη της «χρηματιστικοποίησης» σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το χρηματικό κεφάλαιο αυτονομήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο και απέκτησε αυτοτελή μηχανισμό λειτουργίας. Οι πρόσοδοι του χρηματικού κεφαλαίου προέρχονται πάντα από την υπεραξία που υπεξαιρεί το παραγωγικό κεφάλαιο και η οποία στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ των τριών βασικών μερίδων του κεφαλαίου (παραγωγικό, χρηματικό, εμπορικό κεφάλαιο). Οι νέες μορφές λειτουργίας του χρηματικού κεφαλαίου και οι νέοι θεσμικοί διακανονισμοί είναι πολιτικές που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να αντιπαρέλθει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και τις αντιθέσεις που το διαπερνούν.

Αντιθέτως, ο Lapavitsas (2008) υιοθέτησε τον όρο «χρηματιστικοποίηση» από τις μετα-κεϋνσιανές αναλύσεις και προσπάθησε να του δώσει μία φιλόδοξη και ιδιόμορφη θεώρηση η οποία ενώ υιοθετεί μαρξιστική ορολογία ουσιαστικά υπονομεύει θεμελιακά στοιχεία της μαρξιστικής ανάλυσης. Υποστήριξε ότι η «χρηματιστικοποίηση» αποτελεί ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού* όπως είχαν ήδη προτείνει μετα-κεϋνσιανές και άλλες ετερόδοξες προσεγγίσεις. Μέχρι το σημείο αυτό το επιχείρημα του δεν έχει κάποια αξιοσημείωτη πρωτοτυπία. Αυτό που το προσδίδει μία ξεχωριστή διάσταση είναι η θέση ότι σε αυτό το νέο στάδιο του καπιταλισμού το χρηματιστικό κεφάλαιο (finance)[7] όχι μόνο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο (το οποίο εκμεταλλεύεται απομυζώντας μέρος των κερδών του) αλλά επιπλέον έχει αποκτήσει και ένα δικό του αυτόνομο δίαυλο εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ο δίαυλος αυτός έχει να κάνει με την εκτεταμένη δανειοδότηση των εργαζόμενων και μικρομεσαίων στρωμάτων (δηλαδή την ραγδαία αύξηση του χρέους των νοικοκυριών). Ο δανεισμός αυτό θεωρείται ότι λειτουργεί ουσιαστικά τοκογλυφικά και συνεπώς αποφέρει αντίστοιχα (εκμεταλλευτικά) κέρδη στο χρηματιστικό κεφάλαιο. Αρχικά ο Lapavitsas χρησιμοποίησε τον όρο χρηματοοικονομική εκμετάλλευση (financial exploitation). Ακολούθησαν ορισμένες κριτικές (π.χ. Fine (2009)) με κεντρικό ζήτημα ότι ο όρος αυτός συγχέεται με την καπιταλιστική εκμετάλλευση (δηλαδή την ιδιοποίηση απλήρωτης εργασίας στη σφαίρα της παραγωγής). Στη συνέχεια ο Lapavitsas τροποποίησε τον αρχικό όρο σε «χρηματοοικονομική υπεξαίρεση (financial expropriation). Επί της ουσίας όμως, το θεωρητικό περιεχόμενο του όρου παρέμεινε το ίδιο.

Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» είναι εξαιρετικά προβληματική. Τα βασικά προβλήματα της είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, υποκύπτει στη γοητεία βραχυπρόθεσμων και συγκυριακών φαινομένων τα οποία ανάγει αδικαιολόγητα σε μακροχρόνιες δομικές αλλαγές. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός επιστρέφει στην προ-καπιταλιστική περίοδο, όταν κυοφορούνταν μέσα στη φεουδαλική οικονομία από ιδιόμορφες εμπορικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Οι δραστηριότητες αυτές βασίζονταν στην άνιση ανταλλαγή που προέκυπτε λόγω του εξαιρετικά ρυθμισμένου χαρακτήρα της φεουδαλικής οικονομίας και των συνεπαγόμενων ολιγοπωλιακών εμπορικών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων (τοκογλυφία). Οι προ-καπιταλιστικές αυτές δραστηριότητες δημιούργησαν την κρίσιμη μάζα (την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου) για την επικράτηση του καπιταλισμού. Όμως μετά από αυτή η ανταλλαγή ισοδυνάμων γίνεται ο κανόνας λειτουργίας του συστήματος. Τότε το χρηματικό κεφάλαιο αποκτά τον τυπικά καπιταλιστικό χαρακτήρα του, δηλαδή συλλέγει κεφάλαια για την λειτουργία του παραγωγικού κεφαλαίου και λαμβάνει ένα μερίδιο από τον πλούτο που δημιουργείται υπό τον έλεγχο του τελευταίου με την μορφή του τόκου. Το χρηματικό κεφάλαιο δεν παράγει το ίδιο πλούτο και αποτελεί πάντα ένα εξάρτημα (άσχετα από την ισχύ του) του παραγωγικού κεφαλαίου. Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» υποστηρίζει ότι στο σημερινό καπιταλισμό το χρηματικό κεφάλαιο αυτονομείται εντελώς και ουσιαστικά «εκμεταλλεύεται» το παραγωγικό κεφάλαιο. Μάλιστα στις μαρξίζουσες εκδοχές της υποστηρίζει ότι το χρηματικό κεφάλαιο μπορεί πλέον και εκμεταλλεύεται άμεσα τους εργαζόμενους μέσω τοκογλυφικών δανείων. Όμως πέρα από την γοητεία ορισμένων συγκυριακών φαινομένων (υπερανάπτυξη των χρηματοικονομικών δραστηριοτήτων από το 1990 και μετά) το ερώτημα είναι πως είναι δυνατόν να επιβιώσει μακροχρόνια ένας τέτοιος παραμορφωμένος καπιταλισμός που βασίζεται σε μη-παραγωγικές δραστηριότητες και στην τοκογλυφία. Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης» (ιδιαίτερα για τις μαρξίζουσες εκδοχές της) είναι ότι θεωρεί την κρίση του 2007-8 μία χρηματοοικονομική κρίση όπου το ποσοστό κέρδους δεν παίζει κανένα ρόλο. Και στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: αν η κρίση είναι τόσο βαθειά δομική και μακροχρόνια όσο αποδέχεται η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» τότε πως γίνεται να μην έχει καθόλου ρίζες στη σφαίρα της παραγωγής;

Ένα τελευταίο σημαντικό πρόβλημα της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης» είναι ότι για να ευσταθεί πρέπει να δείξει ότι ουσιαστικά η παραδοσιακή τάξη των καπιταλιστών έχει ουσιαστικά διασπαστεί και μέσα από τα σπλάχνα της έχει προκύψει μία νέα τάξη: αυτή του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το τελευταίο έχει δικό του αυτοτελή τρόπο λειτουργίας και εκμετάλλευσης όχι μόνο των εργαζομένων αλλά και της παραδοσιακής καπιταλιστικής τάξης. Παρά κάποια αδύναμα επιχειρήματα του Lapavitsas ότι η παραδοσιακή καπιταλιστική τάξη διαπλέκεται στενά με το χρηματιστικό κεφάλαιο και «χρηματιστικοποιείται» και αυτή για να ευσταθεί η θέση του πρέπει αυτές οι δύο να διαχωρίζονται με σχετική σαφήνεια. Στο βαθμό που το χρηματιστικό κεφάλαιο αντλεί έχει ένα πρόσθετο μόνιμο μηχανισμό εκμετάλλευσης τότε προφανώς δεν συμμετέχει στην διαμόρφωση του γενικού μέσου ποσοστού κέρδους* διαδικασία που αποτελεί έναν από τους βασικούς οικονομικούς μηχανισμούς ενοποίησης της καπιταλιστικής τάξης. Μόνο αν ισχύει αυτό – όπως εύστοχα επισήμανε ο Fine (2009) – μπορεί το χρηματιστικό κεφάλαιο να διατηρεί αυτή την ηγεμονική θέση που του αποδίδεται. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αποδειχθεί εμπειρικά για μακροπρόθεσμα χρονικά διαστήματα (και όχι για τις συνήθεις βραχυχρόνιες θεωρήσεις των υπερβολικών αποδόσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα).

IΙΙ. Ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την «χρηματιστικοποίηση»

Υπάρχουν τρείς βασικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την θεωρία της «χρηματιστικοποίησης». Η πρώτη προτάθηκε από τους Lapavitsas et al. (2010) και ακολουθεί την δική του μαρξίζουσα θεωρία. Η δεύτερη προτάθηκε από τους Milios & Sotiropoulos (2010) και συνδέεται περισσότερο με τις μετα-κεϋνσιανές αντιλήψεις περί «χρηματιστικοποίησης». Η τρίτη προτάθηκε από τον Αργείτη (2012) και ακολουθεί την Μινσκιανή προσέγγιση.

ΙIΙ.1 Χρηματοοικονομική Υπεξαίρεση

Οι Lapavitsas et al. (2010a, 2010b) θεωρούν ότι η ελληνική κρίση είναι απλά μία κρίση χρέους. Σε αυτό συμφωνούν με τις Ορθόδοξες ερμηνείες. Όμως προσθέτουν ότι είναι «σύμπτωμα ενός ευρύτερου κακού» (Lapavitsas et al.  (2010a, σ.11) που δεν έχει εθνικές ρίζες αλλά προκύπτει από (α) τον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό και (β) την ΟΝΕ. Ο πρώτος προκάλεσε την κρίση του 2007-8 που δεν είναι μία κρίση a-la-Marx αλλά απλά μία χρηματοπιστωτική κρίση. Το ποσοστό κέρδους δεν παίζει κανένα ρόλο σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τον Lapavitsas (και χωρίς κάποια εμπειρική τεκμηρίωση) το ποσοστό κέρδους «δεν έπεσε αλλά δεν αυξήθηκε επίσης». Η κρίση προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη χρηματοοικονομική μόχλευση που καλλιέργησε η «χρηματιστικοποίηση» και η οποία οδήγησε σε μη-βιώσιμες «φούσκες». Αυτή η κρίση διασάλευσε τα σαθρά θεμέλια της ΟΝΕ. Η τελευταία, σύμφωνα πάντα με τους Lapavitsas et al., δεν είναι μία ΒΝΠ και χαρακτηρίζεται από ανισορροπίες στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της. Υποστηρίζουν ότι η ΟΝΕ έχει τρεις πυλώνες: (α) την ανεξάρτητη ΕΚΤ, (β) την δημοσιονομική λιτότητα και (γ) την αδιάλειπτη πίεση μείωσης των μισθών για να διασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητα. Επισημαίνουν εύστοχα ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ ακολουθεί τις ανάγκες των χωρών του ευρω-κέντρου ακόμη και όταν αυτές βλάπτουν τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας. Όμως, όσον αφορά τον τρίτο πυλώνα της ΟΝΕ, αποδέχονται πλήρως τις Ορθόδοξες θεωρίες περί ανταγωνιστικότητας. Θεωρούν δηλαδή ότι αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τον ανταγωνισμό κόστους και άρα από το επίπεδο των μισθών. Μάλιστα όχι το απόλυτο επίπεδο αλλά το σχετικό, δηλαδή τον ρυθμό αύξησης των μισθών. Έτσι ουσιαστικά αναπαράγουν αντεστραμμένο το Ορθόδοξο επιχείρημα: δεν ήταν υπερβολικές οι ελληνικές μισθολογικές αυξήσεις αλλά η γερμανική μισθολογική στασιμότητα. Η τελευταία δημιουργεί μία νεο-μερκαντιλιστική εμπορική ανισορροπία μεταξύ του πλεονασματικού ευρω-κέντρου και της ελλειμματικής ευρω-περιφέρειας. Το επιχείρημα αυτό έχει μία προφανή αδυναμία: τι θα πρέπει να γίνει εφόσον η Γερμανία και οι χώρες του ευρω-κέντρου επιμείνουν σε μία τέτοια εισοδηματική πολιτική (που εξάλλου είναι και εθνικό τους δικαίωμα); Η μόνη εύλογη απάντηση είναι ότι πρέπει να προσαρμοσθεί ο πιο αδύνατος και συνεπώς οι πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής είναι ο μόνος δρόμος για τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας.

Η συνέχεια της ερμηνείας των Lapavitsas et al. Παραμένει εντός του πλαισίου της ΥΔΕ αλλά αναστρέφοντας την σειρά αιτιότητας (δηλαδή αποδίδοντας αιτιακό ρόλο στον δεύτερο πόλο της): η κρίση χρέους προέκυψε από τα εμπορικά ελλείμματα και εν τέλει το ΕΙΤΣ της Ελλάδας. Η ΟΝΕ έχει πολώσει την ευρωζώνη σε ένα ευρω-κέντρο με εμπορικά πλεονάσματα και μία ευρω-περιφέρεια με εμπορικά ελλείμματα. Το ευρω-κέντρο τροφοδοτούσε με δανειακά κεφάλαια κυρίως την ευρω-περιφέρεια έτσι ώστε η τελευταία να μπορεί να αγοράσει τις εξαγωγές του πρώτου. Η έκρηξη της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 διασάλευσε το κύκλωμα αυτό καθώς οι διεθνείς αγορές άρχισαν να φοβούνται για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δανεισμού. Έτσι ξέσπασε η κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τους Lapavitsas et al. η ΟΝΕ μετέδωσε την παγκόσμια κρίση στην Ευρώπη λόγω των εγγενών ανισορροπιών της.

Μέχρι το σημείο αυτό η ανάλυση των Lapavitsas et al. δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις μετα-κεϋνσιανές αναλύσεις που υιοθετούν το επιχείρημα της διαίρεσης μεταξύ ευρω-κέντρου και ευρω-περιφέρειας.[8]. Η μόνη ουσιαστική διαφορά είναι η προσθήκη του μηχανισμού της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης».

Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης των Lapavitsas et al. είναι ότι η ΟΝΕ δεν επιδιορθώνεται και η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η έξοδος από αυτή. Μερικές φορές αναφέρονται στη δυνατότητα ενός ευρωπαϊκού «σχεδίου Μάρσαλ» ως μίας λύσης στα αδιέξοδα της ΟΝΕ αλλά γρήγορα το απορρίπτουν ως μη-ρεαλιστικό. Σχετικά με την γενικότερη σχέση με την ΕΕ (δηλαδή την παραμονή της Ελλάδας εντός του πλαισίου πολιτικών θεσμών και της Κοινής Αγοράς) παραμένουν αγνωστικιστές.

Η ερμηνεία αυτή πάσχει από τις γενικές αδυναμίες της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης». Παραγνωρίζει εντελώς το ζήτημα της παραγωγικής δομής της ελληνικής και των ευρωπαϊκών οικονομιών και συνεπώς αδυνατεί να δι την ύπαρξη σχέσεων οικονομικής εκμετάλλευσης της ευρω-περιφέρειας από το ευρω-κέντρο όχι με βάση νομισματικές ή μισθολογικές σχέσεις αλλά με βάση τις διαφορετικές παραγωγικές δομές τους. Επιπλέον, αποδέχεται άκριτα το Ορθόδοξο επιχείρημα ότι το ονομαστικό ΜΚΕ είναι το βασικό κριτήριο ανταγωνιστικότητας. Συνεπώς η αντιστροφή του είναι αδύναμη και οδηγεί στο Ορθόδοξο συμπέρασμα: εφόσον η Γερμανία δεν αυξάνει τους μισθούς της τότε, δικαίως ή αδίκως, δεν μένει παρά να μειωθούν οι ελληνικοί μισθοί. Επίσης (και αυτό ισχύει και για την δεύτερη ερμηνεία «χρηματιστικοποίησης»), η ελληνική οικονομία δεν έχει βασικά χαρακτηριστικά του «χρηματιστικοποιημένου» καπιταλισμού. Ο βαθμός χρηματοοικονομικής μόχλευσης ήταν χαμηλός όπως επίσης και ο ιδιωτικός δανεισμός των νοικοκυριών. Συνεπώς, η «χρηματιστικοποίηση» εισάγεται μόνο από το εξωτερικό (μέσω του δημόσιου χρέους). Το σχήμα αυτό είναι εξαιρετικά αδύναμο.

Το τελευταίο σφάλμα της ανάλυσης των Lapavitsas et al. αφορά τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής τους. Εάν η ελληνική κρίση είαι απλά μία κρίση χρέους τότε μπορεί να δύναται να επιλυθεί χωρίς την έξοδο από την ΟΝΕ αλλά με την μεταρρύθμιση της τελευταίας έτσι ώστε να γίνει μία ΒΝΠ (δηλαδή με την πολιτική, τραπεζική και δημοσιονομική ενοποίηση της). Εάν όμως η κρίση έχει ένα βαθύτερο δομικό περιεχόμενο τότε μία απλή ανάκτηση της συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής δεν επαρκεί ούτε για να αναδιαρθρώσει την οικονομία ούτε για να βελτιώσει βιώσιμα την ανταγωνιστικότητα.

 

 

ΙIΙ.2 Ταξική Πάλη και Χρηματιστικοποίηση

Αντίθετα με τους Lapavitsas et al., οι Milios & Sotiropoulos (2010) υποστηρίζουν ότι δεν ευθύνεται ούτε η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα ούτε η ΟΝΕ για την ελληνική υπερχρέωση. Αντιθέτως, η ΟΝΕ – ενώνοντας οικονομίες με διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και κερδοφορία – διευκόλυνε την κίνηση κεφαλαίων από τις πιο αναπτυγμένες (και με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και κερδοφορία) προς τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες. Ο λόγος της μετακίνησης κεφαλαίων από τις οικονομίες του ευρω-κέντρου σε αυτές τις ευρω-περιφέρειες έχει να κάνει με τα υψηλότερα ποσοστά κερδοφορίας που χαρακτηρίζουν τις δεύτερες. Η τάση αυτή ενισχύθηκε μετά την ΟΝΕ καθώς η τελευταία εξασφάλισε στις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού απ’ ότι προηγουμένως με τα εθνικά νομίσματα τους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε αναπτυξιακή ώθηση στην ευρω-περιφέρεια. Έτσι οι υψηλοί ελληνικοί ρυθμοί ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990 δεν ήταν «φούσκα» αλλά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ουσιαστικά, οι Milios & Sotiropoulos απορρίπτουν το επιχείρημα της διαίρεσης της ΕΕ σε Βορρά και Νότο θεωρώντας το έκφραση της προβληματικής θεωρίας της Εξάρτησης (π.χ. Amin (1976)). Για αυτούς οι κεφαλαιακές εισροές δεν ήταν δάνεια από τις χώρες του ευρω-κέντρου προς αυτές τις ευρω-περιφέρειας για να χρηματοδοτήσουν την αγορά των εξαγωγικών προϊόντων των πρώτων. Αντιθέτως, είχε θετικά αναπτυξιακά αποτελέσματα καθώς αποτελούσαν παραγωγικές επενδύσεις στην ελληνική οικονομία.

Στο σημείο αυτό η ανάλυση των Milios & Sotiropoulos (2010) συμφωνεί με τις Ορθόδοξες ερμηνείες που θεωρούν θετική την εισροή ξένου κεφαλαίου καθώς και με τις αντίστοιχες απόψεις περί «ισχυρής Ελλάδας» που προβλήθηκαν την περίοδο εκείνη. Το βασικό Ορθόδοξο επιχείρημα – ιδιαίτερα από το λεγόμενο «εκσυγχρονιστικό» ρεύμα – στην περίοδο πριν από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης ήταν ότι το ΕΙΤΣ δεν είναι πρόβλημα αλλά είναι μία «καλή ανισορροπία» (good imbalances) επειδή οι οικονομίες της ευρω-περιφέρειας έχουν σχετικά χαμηλά επίπεδα πραγματικού κατά κεφάλην ΑΕΠ. Αυτό – σύμφωνα με τις Ορθόδοξες εμπειρικές πεποιθήσεις – μεταφράζεται περίπου αυτόματα σε δυνατότητα γρηγορότερης αύξησης της παραγωγικότητας και συνεπώς μεγαλύτερου ρυθμού μεγέθυνσης. Οι δυνατότητες αυτές οδηγούν σε αυξημένες ροές επενδύσεων (τόσο άμεσων επενδύσεων όσο και επενδύσεων χαρτοφυλακίου και ιδιαίτερα δανείων) προς τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας. Ιδιαίτερα η εισροή δανειακών κεφαλαίων έρχεται να συμπληρώσει την μη-επαρκή δεξαμενή εγχώριων καταθέσεων. Συνεπώς, το ΕΙΤΣ είναι μία «καλοήθης διαδικασία που θα καλυφθεί στο μέλλον από τις αποδόσεις των κεφαλαιακών αυτών ροών και την γρηγορότερη μεγέθυνση της οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό οι λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες της ευρω-περιφέρειας μπαίνουν σε μία διαδικασία «προφθάσματος» (catching up) των πιο αναπτυγμένων οικονομιών του ευρω-κέντρου. Έτσι υλοποιείται η πολυθρύλητη διαδικασία σύγκλιση μεταξύ των οικονομιών αυτών.

Συνεπώς, για τους Milios & Sotiropoulos (2010), το ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτελεί πρόβλημα αλλά ένδειξη εισροής αναπτυξιακών κεφαλαίων. Βέβαια αυτή η εισροή κεφαλαίων είχε παρενέργειες. Ο εξωτερικός δανεισμός και η εισροή κεφαλαίων τόνωσε την εγχώρια ζήτηση των χωρών της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού και την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας.

Όπως προαναφέρθηκε, μέχρι εδώ οι Milios & Sotiropoulos ουσιαστικά αναδιατυπώνουν την ειδυλλιακή «επιτυχημένη ιστορία» της «ισχυρής Ελλάδας» που παρουσιαζόταν πριν από την κρίση από του Ορθόδοξους ακαδημαϊκούς και κυβερνητικούς κύκλους. Στη συνέχεια, οι Milios & Sotiropoulos προσθέτουν την θέση της «χρηματιστικοποίηση»: ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει χρηματιστικοποιηθεί με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται από υπερβολική μόχλευση και χρηματοοικονομικές «φούσκες». Το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 (την οποία επίσης κατανοούν ως απλά χρηματοπιστωτική κρίση) εκτροχίασε τα μέχρι πρότινος «καλοήθη» ΕΙΤΣ της ευρω-περιφέρειας. Για να μπορέσουν τα τελευταία να εξισορροπηθούν χρειάσθηκε η δραματική αύξηση του ΔΕ. Το τελευταίο οδήγησε στην κατάρρευση των οικονομιών της ευρω-περιφέρειας.

Αν και οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται ότι η ΟΝΕ δεν είναι μία ΒΝΠ και είναι νεο-φιλελεύθερης έμπνευσης, υποστηρίζουν ότι έπαιξε μόνο ένα περιφερειακό ρόλο στο όλο πρόβλημα. Αποδέχονται ότι η λογική τη ΟΝΕ είναι νεο-φιλελεύθερη και επιβάλλει την λιτότητα στους εργαζόμενους υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού και του «κοινωνικού dumping» που προκαλεί η φιλελευθεροποίηση των διεθνών κεφαλαιακών κινήσεων. Αποδέχονται επίσης ότι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες της ΟΝΕ (μη-ΒΝΠ) και τον ταξικό χαρακτήρα της (καθώς το μεγαλύτερο βάρος των προσαρμογών που επιβάλλει πέφτουν επάνω στους εργαζόμενους. Όμως, θεωρούν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην έξοδο από την ΟΝΕ καθώς αυτό είναι ατελέσφορο και θα σήμαινει την επιστροφή σε μία εποχή οικονομικών και πολιτικών εθνικιστικών συγκρούσεων. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι πρέπει να επικεντρωθεί η οικονομική και πολιτική σύγκρουση στα καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά της κρίσης που απορρέουν από την αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ενοποίηση των κοινωνικών κινημάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε μία καθαρά ταξική βάση. Με τον τρόπο αυτό η ταξική πάλη των δυνάμεων της εργασίας μπορεί να επιβάλλει την μεταρρύθμιση των σημερινών δομών της ΕΕ και της ΟΝΕ στην κατεύθυνση της δημιουργίας μίας «κοινωνικής Ευρώπης».

Αυτή η δεύτερη ερμηνεία «χρηματιστικοποίησης» έχει φυσικά τα γενικά προβλήματα της προσέγγισης αυτής. Επιπλέον όμως – ενστερνιζόμενη την Ορθόδοξη άποψη περί ευεργετικών εισροών ξένου κεφαλαίου και εξωτερικών ελλειμμάτων – δεν κατανοεί τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην ελληνική οικονομία με την ένταξη της στην Κοινή Αγορά και τα οποία επιδεινώθηκαν με την ΟΝΕ. Ένα σημείο χρειάζεται ιδιαίτερη επισήμανση. Όπως δείχνουν πολλές εμπειρικές μελέτες, τα μακρόχρονα ΕΙΤΣ δεν χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις σε παραγωγικές δραστηριότητες αλλά  για να χρηματοδοτηθούν οι αγορές εισαγόμενων προϊόντων από τις χώρες του ευρω-κέντρου. Έτσι, οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται το επιχείρημα της «ισχυρής Ελλάδας» την ίδια ώρα που βασικοί τομείς της οικονομίας συρρικνώνονταν ή/και εξαρτιόνταν ασφυκτικά από ξένες δραστηριότητες. Συνεπακόλουθα, παραγνωρίζουν τις διαδικασίες οικονομικής εκμετάλλευσης της ευρω-περιφέρειας που δημιούργησαν πρώτα η Κοινή Αγορά και ακολούθως η ΟΝΕ.

 

 

ΙIΙ.3 Μινσκιανός Αποπληθωρισμός

Στα πλαίσια των Ετεροδόξων ερμηνειών της ελληνικής κρίσης έχουν διατυπωθεί και αναλύσεις που υιοθετούν την προσέγγιση του H.Minsky. Το Levy Institute, που άλλωστε συνδέεται άμεσα με την Μινσκιανή παράδοση, αποτελεί το κέντρο των αναλύσεων αυτών[9]. Οι απόψεις αυτές έχουν διατυπωθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Γ.Αργείτη σε μία σειρά μελετών (π.χ. Αργείτης (2012)). Ο Αργείτης υποστηρίζει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός, μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία:

(α) Το πρώτο χαρακτηριστικό του είναι η από παράδοση παρωχημένη και αδύναμη τεχνολογική δομή.

(β) Το δεύτερο χαρακτηριστικό του είναι η δομικά αδύναμη ανταγωνιστικότητα, η οποία προκαλεί χρόνια προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η αδύναμη ανταγωνιστικότητα προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την παρωχημένη και αδύναμη τεχνολογική δομή. Τα προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών προκύπτουν επειδή ο ελληνικός καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να εισάγει μεγάλο μέρος των αναγκαίων είτε ενδιάμεσων είτε τελικών εισροών.

(γ) Το τρίτο χαρακτηριστικό του είναι η στενή «διαπλοκή» (cronyism) που υπάρχει μεταξύ του ελληνικού κεφαλαίου και του κράτους. Ο Αργείτης (2012) υποστηρίζει ότι αυτό συνάδει με την κατά  Minsky έννοια του «ισχυρού κράτους» (‘strong state’). Βασικός ρόλος του κράτους και της κεντρικής τράπεζας είναι να διαχειρίζεται την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού χρησιμοποιώντας τον προϋπολογισμό και το ΔΕ έτσι ώστε να στηρίζει την καπιταλιστική κερδοφορία. Υπό αυτή την έννοια το ΔΕ χρησιμοποιούνταν περισσότερο σαν αναδιανεμητικό εργαλείο και λιγότερο σαν αντι-κυκλικό.

Το βασικό αίτιο της ελληνικής κρίσης είναι η ένταξη στην ΟΝΕ υπονόμευσε αυτό το παραδοσιακό υπόδειγμα λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού χωρίς να κατορθώσει να το αντικαταστήσει με ένα εξίσου λειτουργικό. Συγκεκριμένα, μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, διατηρήθηκε το «ισχυρό κράτος» αλλά χωρίς μία αντίστοιχα ισχυρή κεντρική τράπεζα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η διαχείριση του χρέους να είναι δυσλειτουργική και να προκύψει η «χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας (δηλαδή η μεγέθυνση με βάση την χρηματοοικονομική μόχλευση). Το τελευταίο αύξησε την εγγενή χρηματοοικονομική αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας στην οποία επικεντρώνεται ιδιαίτερα η Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας (Financial Instability Hypothesis) του Minsky (1992).

Ως γνωστόν, η Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας υποστηρίζει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Οι τελευταίες προκύπτουν από την ενδογενή τάση του συστήματος να δημιουργεί κερδοσκοπικές «φούσκες» στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο μηχανισμός δημιουργίας των τελευταίων είναι, συνοπτικά, ο ακόλουθος. Σε περιόδους ευφορίας και ανόδου του οικονομικού κύκλου αυξάνουν τα εταιρικά ρευστά διαθέσιμα περισσότερο από ότι απαιτείται για την εξυπηρέτηση του υπάρχοντος εταιρικού δανεισμού. Αυτό δημιουργεί μία κερδοσκοπική ευφορία και οδηγεί σε υπερβολικό νέο δανεισμό που γρήγορα ξεπερνά τις δυνατότητες αποπληρωμής του. Αυτό γρήγορα ξεφεύγει από τον έλεγχο και προκαλεί μία χρηματοπιστωτική κρίση. Αντιδρώντας σπασμωδικά, οι τράπεζες και οι δανειστές υπεραντιδρούν (overshoot) και περιορίζουν τον δανεισμό περισσότερο απ’ ότι επιβάλλεται. Μάλιστα αυτό γενικεύεται και επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις που δεν έχουν υπό φυσιολογικές συνθήκες πρόβλημα εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, λόγω της νομισματικής συστολής η οικονομία μπαίνει σε ύφεση.

Ο ειδικός μηχανισμός που προκαλεί την αρχική υπερεκτίμηση, σε περιόδους ευφορίας, είναι ο ακόλουθος. Κατά τον Minsky το κλειδί βρίσκεται στη συσσώρευση χρέους από τον ιδιωτικό τομέα. Διακρίνει τρεις κατηγορίες προβληματικών δανειζόμενων που συμβάλλουν στην συσσώρευση μη-δυνάμενου να εξυπηρετηθεί χρέους. Οι πρώτοι είναι οι αντισταθμιστικοί δανειζόμενοι (hedge borrowers), οι οποίοι μπορούν να εξυπηρετούν τα δάνεια τους με πληρωμές (τόσο επιτοκίων όσο και του κεφαλαίου) από τις τρέχουσες ροές ρευστότητας από τις επενδύσεις τους. Οι δεύτεροι είναι οι κερδοσκοπικοί δανειζόμενοι (speculative borrowers), που εξυπηρετούν τα χρέη τους αλλά πρέπει συστηματικά να μετακυλύουν (roll over) τα δάνεια τους με επιμηκύνσεις ή έκδοση νέων δανείων έτσι ώστε να μπορούν να παραμείνουν αξιόχρεοι (solvent). Τέλος, οι Ponzi δανειζόμενοι (Ponzi borrowers) δανείζονται προσδοκώντας ότι η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τους θα είναι τέτοια που θα επαρκεί για να επαναχρηματοδοτήσει την εξυπηρέτηση του χρέους τους καθώς η αποδόσεις των επενδύσεων τους δεν επαρκούν για αυτό. Συνεπώς, οι Ponzi δανειζόμενοι μόνο με μία συνεχή αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων μπορούν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Αν όμως ο αριθμός τους αυξηθεί πολύ τότε κάποια στιγμή θα υπάρξει αμφιβολία όσον αφορά την δυνατότητα συνεχούς αύξησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Η αμφιβολία αυτή θα γενικευθεί τότε θα οδηγήσει σε εμπλοκή στο σύστημα καθώς θα σταματήσει η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Αυτό θα επηρεάσει άμεσα και τους κερδοσκοπικούς δανειζόμενους καθώς δεν θα μπορούν να αναχρηματοδοτήσουν μέσω μετακύλησης τον δανεισμό τους. Η πτώση των κερδοσκοπικών δανειστών θα συμπαρασύρει στη συνέχεια και τους αντισταθμιστικούς δανειστές καθώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα υπερεκτιμήσει το πρόβλημα και θα πανικοβληθεί.

Βέβαια ο Minsky υποστηρίζει ότι η εγγενής αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας είναι δυνατόν να σταθεροποιηθεί μέσω της κατάλληλης οικονομικής πολιτικής. Η πολιτική αυτή συνίσταται σε έναν συνδυασμό δημοσιονομικής και νομισματικής παρέμβασης με σκοπό τη διατήρηση και ενίσχυση των ονομαστικών κερδών των καπιταλιστών. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει μέσω της διόγκωσης των δαπανών του κράτους να δημιουργεί ενεργό ζήτηση. Η διαδικασία αυτή μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές και έτσι να στηρίζει τα κέρδη και την απασχόληση χωρίς παρενέργειες (πληθωρισμός, υπερβολικά ελλείμματα), λόγω της μονοπωλιακής δομής της οικονομίας. Ταυτόχρονα η νομισματική πολιτική οφείλει να είναι επεκτατική καθώς η βασική λειτουργία της κεντρικής τράπεζας συνίσταται σε αυτή του «δανειστή τελευταίας καταφυγής» (lender of last resort).

Η Μινσκιανή προσέγγιση υποστηρίζει ότι η κρίση του 2007-8 ήταν ακριβώς μία τέτοια «Μινσκιανή στιγμή» (Minskian moment) που προέκυψε επειδή η νεοφιλελεύθερη πολιτική εκθρόνισε την κατά βάση κεϋνσιανή πολιτική διαχείρισης της χρηματοοικονομικής αστάθειας που υποστηρίζει ο Minsky. Ακολουθώντας την ανάλυση αυτή, ο Αργείτης (2012) υποστηρίζει ότι το ξέσπασμα της του 2007-8 αποδόμησε το ήδη τραυματισμένο από την ΟΝΕ παραδοσιακό υπόδειγμα του ελληνικού καπιταλισμού. Πλέον το «ισχυρό κράτος» χωρίς την βοήθεια μίας «ισχυρής κεντρικής τράπεζας» δεν μπορούσε να ελέγξει την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του χρέους. Έτσι προέκυψε η ελληνική κρίση.

Η Μινσκιανή ανάλυση – παρά ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδέες της – έχει δικαίως επικριθεί ως φαινομενολογική και επίσης ότι εστιάζει υπερβολικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και δεν το συνδέει με την πραγματική οικονομία. Επιπλέον, έχει επικριθεί για την πολύ στενή και φτωχή αντίληψη που έχει για τον ρόλο της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Αυτή η αδύναμη αντίληψη προκύπτει από την προβληματική αντίληψη του Minsky για τον ρόλο και τον χαρακτήρα του μονοπωλίου στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας.

Όσον αφορά την ερμηνεία της ελληνικής κρίσης, η Μινσκιανή αντίληψη έχει σοβαρά προβλήματα. Το πιο βασικό είναι ότι η ελληνική κρίση δεν προέκυψε από υπερβολικό ιδιωτικό χρέος. Το τελευταίο είναι μικρό σε σχέση με αυτό των πιο ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών. Συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι το ελληνικό πρόβλημα προέκυψε από την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του ιδιωτικού χρέους. Γι’ αυτό άλλωστε η ανάλυση του Αργείτη (2012) μάλλον αφήνει στην άκρη τον τυπικό μηχανισμό της Υπόθεσης της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας και εμπνέεται περισσότερο από την προηγούμενη εργασία του Minsky (1986) σχετικά με την σημασία του πολιτικού και θεσμικού πλαισίου για την εξασφάλιση της σταθεροποίησης της χρηματοοικονομικής σφαίρας.

Το κεντρικό επιχείρημα του είναι ότι η διάλυση του δίδυμου «ισχυρό κράτος – ισχυρή κεντρική τράπεζα» οδήγησε στην αδυναμία λειτουργικής διαχείρισης της διαδικασίας πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του χρέους. Η προφανής αιτιολόγηση είναι ότι η ΕΚΤ ακολουθεί μία νομισματική πολιτική προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του ευρω-κέντρου και παραγνωρίζει τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των οικονομιών της ευρω-περιφέρειας. Κατά συνέπεια η νομισματική πολιτική δεν στήριξε επαρκώς τις ανάγκες της ελληνικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όμως η ερμηνεία αυτή είναι αρκετά αυθαίρετη. Κατ’ αρχήν υποθέτει ότι η πολιτική της ελληνικής κεντρικής τράπεζας ήταν πάντα διευκολυντική (accommodative) στη μεταπολιτευτική περίοδο πράγμα το οποίο δεν είναι ορθό. Επίσης, θεωρεί εσφαλμένα ότι η ΟΝΕ και η απώλεια της συναλλαγματικής πολιτικής σημαίνει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση χάνει κάθε δυνατότητα διακριτικής πολιτικής* θέση επίσης μη ορθή. Τέλος, αν ίσχυε ακριβώς η ερμηνεία του Αργείτη (2012) τότε αυτός θα ήταν ένας ισχυρός λόγος για να υποστηρίξει την έξοδο της χώρας από την ΟΝΕ, πράγμα που απορρίπτει.

Το επόμενο σημαντικό πρόβλημα είναι η υπόθεση ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είχε παραδοσιακά μία τεχνολογικά καθυστερημένη παραγωγική δομή. Είναι θετικό στοιχείο η αναφορά στο ζήτημα της παραγωγικής δομής – κάτι όχι συνηθισμένο στις Μινσκιανές αναλύσεις – όμως η διαπίστωση αυτή δεν επαρκεί αλλά πρέπει να ερμηνευθεί. Η εύκολη απάντηση είναι η προσφυγή σε μία ερμηνεία που να ακολουθεί την Θεωρία της Εξάρτησης (π.χ. στην εκδοχή Baran και Sweezy), η οποία όμως έχει γνωστά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα. Επίσης, αν αυτό ίσχυε προηγουμένως για ποιο λόγο διατηρήθηκε και μετά την ένταξη στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΟΝΕ; Αυτό απαιτεί μία διεξοδικότερη μελέτη της σφαίρας τη παραγωγής η οποία λείπει.

Το τελευταίο, εν κατακλείδι, είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Μινσκιανής ερμηνείας. Παραμένει σε ορθά ή εσφαλμένα επιφαινόμενα της νομισματικής κυκλοφορίας και παραγνωρίζει την σφαίρα της παραγωγής.

 

 

IV. Ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την χρηματιστικοποίηση:

Εμπειρικές αδυναμίες

Συνολικά, οι ερμηνείες με βάση την θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» δίνουν μία αδύναμη δομική ερμηνεία της ελληνικής κρίσης (που περιορίζεται στην σφαίρα της κυκλοφορίας) και αδυνατούν να δουν τις βαθιές δομικές ρίζες της στη σφαίρα της παραγωγής.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθούν ορισμένα εμπειρικά προβλήματα της υπόθεσης της «χρηματιστικοποίησης» τα οποία, στη συνέχεια, οδηγούν σε ερμηνευτικές αδυναμίες όσον αφορά την ελληνική κρίση.

Για να ευσταθεί το επιχείρημα περί «χρηματιστικοποίησης» της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να προσδιοριστούν επακριβώς και πειστικά οι δίαυλοι της. Για το ζήτημα αυτό υπάρχει μία έντονη συζήτηση στη διεθνή Ορθόδοξη και Ετερόδοξη βιβλιογραφία (π.χ. Palley (2007)), που όμως δεν έχει καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα και κάποιους αντίστοιχους κοινά αποδεκτούς δείκτες.

Όμως, τουλάχιστον για τις Ετερόδοξες απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης», δύο πεδία είναι βασικά για την εκτίμηση του βαθμού «χρηματιστικοποίησης»:

(1)  Το πρώτο πεδίο είναι ο βαθμός μόχλευσης της οικονομίας. Στο πεδίο αυτό γίνεται ίσως η περισσότερη έρευνα αλλά υπάρχουν και οι περισσότερες τεχνικές διχογνωμίες στη διεθνή συζήτηση.

(2)  Το δεύτερο πεδίο είναι ο βαθμός χρέωσης των ιδιωτικών νοικοκυριών. Αυτό το δεύτερο πεδίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την θεωρία της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης» του Lapavitsas. Αυτό γιατί μόνο μέσω αυτού του διαύλου μπορεί να υποστηριχθεί η δυνατότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται αυτοτελώς τους εργαζόμενους μέσω του τοκογλυφικού δανεισμού.

Και στα δυο αυτά πεδία οι εμπειρικές ενδείξεις είναι εξαιρετικά δυσμενείς για την υπόθεση της «χρηματιστικοποίησης». Όσον αφορά τον βαθμό χρηματοοικονομικής μόχλευσης – με όποια μέθοδο και να υπολογισθεί – φαίνεται ότι αυτός ήταν χαμηλός στην ελληνική οικονομία. Η μόχλευση του τραπεζικού συστήματος ήταν χαμηλή συγκρινόμενη με τα δυτικά δεδομένα. Επίσης, ο βαθμός χρέωσης του μη-χρηματιστικού εταιρικού τομέα ήταν επίσης συγκριτικά μικρός. Επιπλέον, όσον αφορά το βαθμό δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών και αυτός είναι σημαντικά σημαντικότερος από ότι στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.

Ο Πίνακας 6 δείχνει την συγκριτική θέση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με μία σειρά άλλες οικονομίες όσον αφορά τα πεδία αυτά. Είναι εξόφθαλμο το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι ουραγός (ή μεταξύ των ουραγών) σε όλα αυτά τα πεδία.

1

Ιδιαίτερα στον κρίσιμο για την θεωρία της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης» τομέα του δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών τα στοιχεία είναι εξαιρετικά «άβολα». Όπως φαίνεται στον Πίνακα 7, ο δανεισμός των ιδιωτικών νοικοκυριών είναι σχετικά νέο φαινόμενο για την ελληνική οικονομία. Ξεκινά από πολύ χαμηλά επίπεδα[10]. Αρχίζει να αυξάνει μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, από το 2004 και μετά, και μάλιστα με εντυπωσιακά γρήγορους ρυθμούς. Όμως παρόλο τον πολύ μεγάλο ρυθμό αύξησης παραμένει πάντα σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα. Μάλιστα, μετά την έκρηξη της ελληνικής κρίσης, οι ενδείξεις είναι ότι ο βαθμός δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών ασθμαίνει καθώς οι μεν τράπεζες ουσιαστικά δεν παρέχουν πλέον δάνεια και τα δε νοικοκυριά δεν μπορούν να πάρουν δάνεια λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης τους.

2

Η εξήγηση για τον χαμηλό βαθμό δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών έχει να κάνει με τις μεταπολεμικές δομές της ελληνικής οικονομίας. Τα εκτεταμένα μεσοστρώματα αλλά και οι εργαζόμενοι και οι αγρότες είχαν ισχυρές δυνατότητες και τάσεις αποταμίευσης. Αυτό αλλάζει ιδιαίτερα με την ένταξη στην ΟΝΕ οπότε ο ρυθμός αποταμίευσης καταρρέει. Όλες οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες γνώριζαν ότι η εισαγωγή του νέου νομίσματος θα δημιουργούσε πληθωριστικές πιέσεις ιδιαίτερα σε χώρες (όπως η Ελλάδα) που η ισοδυναμία του νέου νομίσματος με το παλιό ήταν αρκετά μεγάλη έτσι ώστε ο μέσος καταναλωτής να χάνει την αίσθηση της πραγματικής αξίας της νέου νομίσματος. Στην Ελλάδα, αντίθετα με άλλες χώρες, δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη με αποτέλεσμα οι τιμές ιδιαίτερα των αγαθών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης να εκτιναχθούν στα ύψη ενώ οι μισθοί περίπου ακολουθούσαν τον επίσημο δείκτη πληθωρισμού (βλέπε Ζωγραφάκης & Μητράκος (2005)). Συνεπακόλουθα, ο πραγματικός μισθός αδυνατεί να καλύψει το κόστος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, δηλαδή πέφτει κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Αυτό συνεπάγεται την αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο. Συνεπακόλουθο της ήταν η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα αύξηση του δανεισμού των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων τα τελευταία χρόνια και τα συνακόλουθα προβλήματα αδυναμίας αποπληρωμής του, γεγονός όμως που έδωσε νέα πεδία κερδοφορίας στο τραπεζικό κεφάλαιο.

Συμπερασματικά, τα εμπειρικά δεδομένα δεν τεκμηριώνουν την άποψη ότι η ελληνική οικονομία είναι μία «χρηματιστικοποιημένη» οικονομία. Αυτό το εμπειρικό πρόβλημα οδηγεί τις ερμηνείες που βασίζονται στην υπόθεση περί «χρηματιστικοποίησης» στο να κάνουν ένα λογικό άλμα. Η «χρηματιστικοποίηση» εισάγεται στην ελληνική περίπτωση από το εξωτερικό. Όλες οι ερμηνείες αυτές αποδέχονται ότι η παγκόσμια κρίση του 2007-8 είναι απλά και μόνο μία χρηματοπιστωτική κρίση που προέκυψε λόγω «χρηματιστικοποίησης». Η κρίση αυτή λόγω «χρηματιστικοποίησης» επηρεάζει την ελληνική περίπτωση γιατί κάνει ανέφικτο πλέον τον ομαλό δανεισμό από τις διεθνείς χρηματαγορές. Συνεπώς, η «χρηματιστικοποίηση» που δεν ανευρίσκεται στο εσωτερικό εισάγεται μέσω του deus-ex-machina της παγκόσμιας κρίσης από το εξωτερικό. Αυτή είναι προφανώς μία εξαιρετικά αδύναμη και προβληματική επιχειρηματολογία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bond P. (2010), ‘A century since Hilferding’s `Finanz Kapital’ — again, apparently, a banker’s world?’, Links International Journal of Socialist Renewal, November 19.

Epstein G. ed. (2005), Financialization and the world economy, London: Edward Elgar.

 

Fine B. (2009), ‘Financialisation, the Value of Labour Power, the Degree of Separation, and Exploitation by Banking’, SOAS Research Students, Summer Seminar Series.

 

Fine B. (2010), ‘Locating financialization’, Historical Materialism 18(2).

Foster J.B. (2010), ‘The Financialization of Accumulation’, Monthly Review 62(5).

Hein E., Truger A. & van Treeck T. (2011), ‘The European Financial and Economic Crisis: Alternative Solutions from a (Post-)Keynesian Perspective’, IMK working paper 9.

Hein E. (2013), ‘Finance-dominated Capitalism and Redistribution of Income: A Kaleckian Perspective’, Levy Institute Working Paper 746.

Hilferding R. (1910 (1981)), Finance Capital, London: Routledge & Kegan Paul.

IMF (2012), Global Financial Stability Report: The Quest for Lasting Stability, Washington: IMF.

Krippner G. (2005), ‘The financialization of the American economy’, Socio-economic Review 3 (2).

Lapavitsas, C. (2008) ‘Financialised capitalism: direct exploitation and periodic bubbles’, SOAS.

Lapavitsas C. (2009), ‘Financialised Capitalism: Crisis and Financial Expropriation’, Historical Materialism 17(2).

Lapavitsas C., Kaltenbrunner A., Lindo D., Michell J., Painceira J. P., Pires E., Powell J., Stenfors A. & Teles N. (2010a), ‘Eurozone in Crisis: Beggar Thyself and Thy Neighbour’, Research on Money and Finance, Occasional Report.

Lapavitsas C., Kaltenbrunner A., Lambrinidis G., Lindo D., Meadway J., Michell J., Painceira J.P., Pires E., Powell J., Stenfors A., and Teles N. (2010b), ‘The Eurozone Between Austerity and Default’, Research on Money and Finance, Occasional Report.

Mavroudeas S. (2012), The Limits of Regulation: A Critical Analysis of Capitalist Development, Cheltenham: Edward Elgar.

Milios J. & Sotiropoulos D. (2010), ‘Crisis of Greece or Crisis of the Euro? A View from the European Periphery’, Journal of Balkan and Near Eastern Studies 12(3).

Mitrakos T., Simigiannis G. & Tzamourani P. (2008), ‘Indebtedness of Greek households: evidence from a survey’, Economic Bulletin 25, Bank of Greece.

Stockhammer E. (2004), ‘Financialization and the slowdown of accumulation’, Cambridge Journal of Economics 28.

Stockhammer E. (2011), ‘Peripheral Europe’s debt and German Wages: the role of wage policy in the Euro area’, International Journal of Public Policy 7(1-3).

Sweezy P. (1942), The Theory of Capitalist Development, New York and London: Monthly Review.

Sweezy P. (1994), ‘The Triumph of Financial Capital’, Monthly Review 46(2).

Sweezy P. (1997), ‘More (or Less) on Globalization’, Monthly Review 49(4).

Tomé J.P. (2011), ‘Financialization as a Theory of Crisis in a Historical Perspective: Nothing New under the Sun’, Working Paper Series 262, PERI.

Van Treeck T. (2008), ‘The political economy debate on ‘financialization’ – a macroeconomic perspective’, Working Paper 01/2008, IMK.


[1] Στην πραγματικότητα, η έννοια της «χρηματιστικοποίησης» καλύπτει μία ευρεία γκάμα φαινομένων: την απορύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των διεθνών κεφαλαιακών ροών, τον πολλαπλασιασμό των λεγόμενων «νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων», την μετακίνηση από βασισμένα σε διαπραγματεύσεις (over the counter) σε βασισμένα σe ανοικτές αγορές (market-based) χρηματοπιστωτικά συστήματα, την ανάδυση των θεσμικών επενδυτών ως βασικών παραγόντων στις χρηματαγορές κλπ. Παρόλα αυτά ο ορισμός που υιοθετείται στην ανά χείρας μελέτη εστιάζει στις πολιτικο-οικονομικές (και μακροοικονομικές) πλευρές του όρου.

[2] Επιπλέον, η ανάλυση του Hilferding ουσιαστικά παραμερίζει την ΕΘΑ και άλλα βασικά στοιχεία της κλασσικής Μαρξιστικής ανάλυσης.

[3] Ο όρος πλασματικό κεφάλαιο προτάθηκε από τον Marx (κεφ. 29 του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου»). Το πλασματικό κεφάλαιο εκφράζεται από τα κεφαλαιακά περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, χρεόγραφα κλπ.) που η αγοραία αξία τους κυμαίνεται ανάλογα με τις προσδοκώμενες αποδόσεις τους στο μέλλον. Διαφέρει από το «πραγματικό κεφάλαιο» που είναι το κεφάλαιο που είναι πραγματικά επενδεδυμένο σε μέσα παραγωγής και αγορά εργασιακής δύναμης. Διαφέρει επίσης από το χρηματικό κεφάλαιο που είναι τα χρηματικά κονδύλια που διακρατούνται και διακινούνται. Ουσιαστικά το πλασματικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει συσσωρευμένες απαιτήσεις και νομικούς τίτλους σε μέλλουσα παραγωγή πλούτου. Δηλαδή, πρακτικά αποτελεί ένα (αβέβαιο) στοίχημα σε μέλλουσα να παραχθεί αξία και υπεραξία που όμως προεξοφλείται σήμερα. Η λειτουργία του συνδέεται στενά με την δημιουργία των ανώνυμων εταιρειών, την χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων και την δημιουργία πιστωτικού χρήματος (που καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις συναλλαγές και τις αποτιμήσεις αυτές). Σε περιόδους ευφορίας (δηλαδή υψηλών προσδοκιών) μπορεί να επιτείνει πολλαπλασιαστικά την ευφορία αυτή και να δημιουργήσει, για ένα διάστημα, μία περίοδο ισχυρής οικονομικής μεγέθυνσης καθώς οδηγεί σε επενδυτική επέκταση. Όμως, στο βαθμό που η «πραγματική οικονομία» δεν μπορεί να ακολουθήσει τουλάχιστον σε επαρκή ρυθμό αποδόσεων (δηλαδή οι επενδύσεις δεν αποφέρουν τις αναμενόμενες αποδόσεις) τότε, αργά ή γρήγορα, τα λεγόμενα θεμελιακά δεδομένα (fundamentals, δηλαδή η «πραγματική οικονομία») θα επαναφέρουν στην πραγματικότητα της αβάσιμη μεγέθυνση που δημιούργησε το πλασματικό κεφάλαιο. Αυτό συνεπάγεται συνήθως το ξέσπασμα μίας οικονομικής κρίσης λόγω κατάρρευσης της λεγόμενης «φούσκας» (bubble).

[4] Οι εμπειρικές πεποιθήσεις ή τυποποιημένα γεγονότα (stylized facts) είναι προ-θεωρητικές (δηλαδή μη-εμπειρικά αποδεδειγμένες) παραστάσεις της πραγματικότητας που όμως θεωρούνται αυταπόδεικτες και συνεπώς αδιαμφισβήτητες. Συνήθως αντανακλούν κάποια καινοφανή και εξαιρετικά εντυπωσιακά στοιχεία που όμως δεν είναι απαραίτητο ότι είναι είτε πλειοψηφικά είτε/και μόνιμα και όχι βραχύβια (βλέπε Mavroudeas (2012α), κεφ.3).

[5] Η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review) συγκροτήθηκε γύρω από το ομώνυμο αμερικανικό περιοδικό με κεντρικό εκφραστή τον P.Sweezy.

[6] Οι ραντιέρηδες είναι ένα επιχειρηματικό στρώμα που δεν έχει παραγωγικές δραστηριότητες αλλά αποκομίζει λόγω ιδιόμορφης θέσης υψηλές προσόδους. Οι τελευταίες όμως αφαιρούνται από και συνεπώς εξασθενίζουν τις παραγωγικές επενδύσεις. Συνεπώς, οι ραντιέρηδες είναι ένα βαρίδι για την καπιταλιστική συσσώρευση (όπως οι γαιοκτήμονες στην ανάλυση του A.Smith και του D.Ricardo) που πρέπει να εξουδετερωθεί.

[7] Ο όρος «χρηματιστικό κεφάλαιο» δεν ταυτίζεται με τον αντίστοιχο όρο του Hilferding (που υποδηλώνει την σύμφυση του παραγωγικού με το τραπεζικό κεφάλαιο υπό την ηγεμονία του δεύτερου). Αντιθέτως, η νεώτερη χρήση του όρου αναφέρεται στο κεφάλαιο που γενικά δραστηριοποιείται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μάλιστα δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο τμήμα του που ασχολείται με τις κεφαλαιαγορές (το χρηματιστήριο) και λιγότερη σε αυτό που ασχολείται με τις χρηματαγορές (δηλαδή το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα).

[8] Χαρακτηριστικά, ο Stockhammer (2011, σ.90) υποστηρίζει ότι «αυτή δεν ήταν μία πρωταρχικά ελληνική κρίση αλλά μία κρίση του συστήματος του ευρώ». «Το ευρώ ήταν εδώ και καιρό ένα πολιτικό σχέδιο με αμφίβολη οικονομική βάση» (Stockhammer (2011), σ.94). Επιπρόσθετα η ΟΝΕ είναι τμήμα του παγκόσμιου νέο-φιλελεύθερου υποδείγματος που ξεκίνησε με την χρηματοοικονομική απορρύθμιση (τον νεο-φιλελεύθερο τρόπο ρύθμισης) και δημιούργησε το ηγεμονευόμενο από το χρηματιστικό κεφάλαιο καθεστώς ρύθμισης. Αυτό πόλωσε την ΕΕ σε δύο ομάδες: μία Βόρεια που ακολούθησε μία βασισμένη σε εξαγωγές μεγέθυνση και μία Νότια που ακολούθησε μία βασισμένη στον δανεισμό μεγέθυνση (Stockhammer (2011), σ.86).

[9] Η αντίληψη του Hyman Minsky σε ότι αφορά  τα ζητήματα της εγγενούς αστάθειας της καπιταλιστικής οικονομίας έχει σοβαρές επιρροές από τις αντιλήψεις του M.Kalecki και της J.Robinson για τo ζήτημα του μονοπωλίου. Επίσης έχει πολλά κοινά σημεία και με την θεωρία του μονοπωλιακού καπιταλισμού των Baran και Sweezy.

[10] Αυτό επισημαίνεται από πάμπολλες μελέτες. Παραδείγματος χάριν, οι Mitrakos et al. (2008) υποστηρίζουν ότι ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός των ελληνικών νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν και συνεχίζει να είναι σημαντικά χαμηλότερος από αυτό της ευρωζώνης.

—————————————————————————————-

 

Ομιλία μου στα πλαίσια των εκδηλώσεων του ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ 2013, Κυριακή 19/5/2013, στις 12μμ στην αιθ. Α22 του ΟΠΑ

Την Κυριακή 19/5/2013, στις 12μμ στην αιθ. Α22 του ΟΠΑ (κατά κόσμον ΑΣΟΕΕ) θα μιλήσω σε εκδήλωση με θέμα «Νεοφιλελευθερισμός και τράπεζες – ένα ξεχωριστό στάδιο;». Αντικείμενο της ομιλίας μου θα είναι η κριτική των θεωριών της «χρηματιστικοποίησης» (financialisation) τόσο στις ριζοσπαστικές μετα-κεϋνσιανές όσο και στις μαρξίζουσες εκδοχές τους. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνει στην αδυναμία των θεωριών αυτών να κατανοήσουν τόσο την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2007-8 όσο και την ελληνική κρίση. Ομιλητές στην ίδια εκδήλωση θα είναι οι Κώστας Σαρρής και Παναγιώτης Σωτήρης.

Marxism 2013 b

 

 

 

Η εκδήλωση γίνεται στα πλαίσια του εξαιρετικά ενδιαφέροντος φεστιβάλ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ 2013.

bf874070a6abf5fcf50550d60c1a9c09_L

 

 

Το αναλυτικό πρόγραμμα του τετραήμερου φεστιβάλ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ 2013 βρίσκεται στον ακόλουθο σύνδεσμο:

http://issuu.com/ergatiki/docs/m13b_sosto_net2_2?mode=window

Marxism 2013

 

Ένα εξαιρετικό άρθρο του Θ.Μανιάτη για τα αίτια της ελληνικής κρίσης

Οι βαθύτερες αιτίες της τρέχουσας κρίσης

ΠΡΙΝ, 25-11-2012

Mαρξιστική θεωρία ή καταγγελτισμός;

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί μέρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έχοντας προκληθεί από τον ίδιο μηχανισμό, τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Η κρίση είναι δομική κι αποτελεί συνέχεια και ετεροχρονισμένη εμφάνιση της κρίσης της δεκαετίας του 1970. Επίσης, η κρίση της ελληνικής οικονομίας είναι επιπρόσθετα και κρίση συσσώρευσης δημοσίου χρέους.

του Θανάση Μανιάτη*

Στις πολυάριθμες αναφορές και παρεμβάσεις στο χώρο της Αριστεράς γύρω από το φλέγον θέμα της κρίσης τα τελευταία χρόνια είναι εμφανής η απουσία ενός στοιχείου που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να θεωρείται και να είναι αυτονόητα παρόν: Η ρητή αναφορά στο θεωρητικό πλαίσιο της μαρξικής ανάλυσης και της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας γενικότερα και η διερεύνηση των αιτίων της κρίσης, της φύσης της, των προοπτικών που ανοίγει για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά, ιδίως την αντικαπιταλιστική, από αυτήν τη σκοπιά. Υπουργοί της κυβέρνησης, καθεστωτικοί – ενσωματωμένοι οικονομολόγοι, αριστεροί οικονομολόγοι, στελέχη της Αριστεράς, χρησιμοποιούν τις ίδιες κατηγορίες, εμφανίζονται στον δημόσιο διάλογο να έχουν τους ίδιους στόχους, το ίδιο αναλυτικό πλαίσιο και να διαφέρουν μόνο ως προς την «κατάλληλη» ή «πιο έξυπνη» πρόταση οικονομικής πολιτικής που θα οδηγήσει την οικονομία σαν ενιαίο σύνολο με όλες τις κοινωνικές τάξεις, έξω από την κρίση. Η Αριστερά έχει ένα διακριτό, διαφορετικό θεωρητικό υπόδειγμα, οφείλει σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή της σε αυτό και αυτό οφείλει να μας ξεχωρίζει κάθε στιγμή από την καθαρά ιδεολογική αφήγηση των συστημικών οικονομικών και τις εμβαλωματικές προτάσεις κάποιων ετερόδοξων ρευμάτων.

Κάθε σοβαρή οικονομική κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού έχει γίνει αντικείμενο έντονης διαμάχης στο εσωτερικό του μαρξιστικού στρατοπέδου με ιδιαίτερες θεωρητικές και κυρίως πολιτικές προεκτάσεις. Έτσι και τώρα είναι σημαντικής σημασίας το ζήτημα που αφορά την ανίχνευση και την αποτίμηση της διαδικασίας ή των διαδικασιών που μας έφεραν μέχρι εδώ, στη χειρότερη κρίση της ιστορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Είναι σημαντικό και για την τοποθέτησή μας απέναντι στη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη και την ΕΕ αλλά και για ακόμη πιο ευρύτερα ζητήματα στρατηγικής και τακτικής του αριστερού, αντικαπιταλιστικού κινήματος. Προσπαθώντας να συζητήσουμε το ερώτημα της φύσης της τρέχουσας κρίσης έχουμε αρχικά να απαντήσουμε σε δύο κύρια θέματα γύρω από τον χαρακτήρα της.

Πρώτο, είναι συγκυριακή, οφειλόμενη σε τυχαία γεγονότα, λαθεμένες και αντιστρέψιμες επιλογές οικονομικής πολιτικής ή συστημική/δομική (και αν είναι τέτοια στη βάση ποιου ακριβώς οικονομικού μηχανισμού προκλήθηκε;) και άρα πολύ δύσκολα και με τεράστιο κόστος αναστρέψιμη; Παρά το ότι η ελληνική κρίση έχει φτάσει και επίσημα πλέον το βάθος και την έκταση της Μεγάλης Ύφεσης, σχεδόν ποτέ δεν αναδεικνύεται αυτό το ερώτημα και όταν υπόρρητα και έμμεσα σχολιάζεται, η κυρίαρχη άποψη τείνει να είναι η πρώτη, δηλαδή αυτή της συγκυριακής κρίσης, υποδεικνύοντας ως θεμελιακές αιτίες της κρίσης κάποιες ανισορροπίες συνήθως στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ζήτησης ή της διανομής του εισοδήματος ή συνηθέστερα κάποια λάθη στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής στη χώρα μας, στην Ευρώπη, στον κόσμο. Τις ελάχιστες φορές που αναφέρεται και χαρακτηρίζεται ως συνολική κρίση του συστήματος, δεν υπάρχει κάποια ανάλυση που να προχωρά σε βάθος, φωτίζοντας και τα ακριβή της αίτια (ένα απαραίτητο στοιχείο στην ιδεολογική διαμάχη με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία αλλά και στο εσωτερικό της Αριστεράς και της μαρξιστικής παράδοσης γύρω από τη στρατηγική εξόδου από την κρίση σε όφελος της εργατικής τάξης, ακόμη και της υπέρβασης του συστήματος).

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί μέρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έχοντας προκληθεί από τον ίδιο μηχανισμό, τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Η κρίση είναι δομική κι αποτελεί συνέχεια και ετεροχρονισμένη εμφάνιση της κρίσης της δεκαετίας του 1970. Επίσης, η κρίση της ελληνικής οικονομίας είναι επιπρόσθετα και κρίση συσσώρευσης δημοσίου χρέους.

 

Ο μύθος περί «ανευθυνότητας» των κυριαρχούμενων τάξεων

Σχετικό με το πρώτο ερώτημα αλλά και κάπως πιο ειδικό, είναι το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει: Πιο συγκεκριμένα, τίνος (ποιας κοινωνικής τάξης) είναι η ευθύνη για την οικονομική κρίση; Η αστική ιδεολογία βασισμένη στα συμβατικά οικονομικά πάντα έχει ή κατασκευάζει εκ των υστέρων μια συγκεκριμένη άποψη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ρίχνοντας την ευθύνη στις «παράλογες» διεκδικήσεις των κυριαρχούμενων τάξεων και τις δήθεν παραχωρήσεις σε όφελός τους. Αυξήσεις σε μισθούς πάνω από την παραγωγικότητα της εργασίας και αυξημένες κοινωνικές δαπάνες – παροχές ήταν η κυρίαρχη ερμηνεία για την κρίση στασιμοπληθωρισμού των δεκαετιών 1960 και 1970 και η επικράτησή της σήμανε την εδραίωση και την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού για τα επόμενα 30 χρόνια. Έπειτα από κάποιους δισταγμούς και αρχική αμηχανία (καθώς εμπειρικά δεν μπορεί να σταθεί εύκολα το επιχείρημα στις παρούσες και πρόσφατες συνθήκες) το ίδιο επιχειρείται να γίνει και τώρα από τους κυρίαρχους κύκλους και με τη βοήθεια της υπεροχής της αστικής ιδεολογίας και της άσχημης κατάστασης του εργατικού κινήματος, έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να έχει επικρατήσει μέχρι τώρα και πάλι ως ερμηνεία και κύρια αιτία της τρέχουσας κρίσης, η «ανευθυνότητα» των κυριαρχούμενων τάξεων.

Προσπαθώντας να απαντήσουμε τα παραπάνω ερωτήματα, μια προσεκτική ματιά στη συνολική και την πρόσφατη μεταπολεμική εμπειρία των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών (και της Ελλάδας) όπως καταγράφεται στη σχετική βιβλιογραφία, μας δείχνει ότι σε αντίθεση με τις διαδοχικά από την εκδήλωση της κρίσης κρατούσες ερμηνείες της, είτε στους κατεστημένους κύκλους είτε στο εσωτερικό της Αριστεράς, η κρίση στην Ελλάδα δεν είναι ή δεν είναι κυρίως:

Πρώτο, χρηματοπιστωτική κρίση προερχόμενη από την απληστία και αβλεψία των τραπεζιτών, λόγω και της έλλειψης κατάλληλης ρύθμισης, με λίγα λόγια του φαινομένου που έχει ονομαστεί χρηματιστικοποίηση της οικονομίας κατά την τελευταία περίοδο και που σε ετερόδοξους συγγραφείς συνδέεται με την κατά Μίνσκι χρηματοπιστωτική αστάθεια. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην Ελλάδα συγκεκριμένα ήταν ο λιγότερο εκτεθειμένος σε δάνεια, τοξικά και κανονικά, σε σχέση με τους αντίστοιχους τομείς σε σχεδόν όλες τις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Ο δανεισμός των νοικοκυριών και το ιδιωτικό χρέος ήταν μικρότερος και η «φούσκα» των ακινήτων η μικρότερη όλων σε διεθνή σύγκριση.

Δεύτερο, δημοσιονομική κρίση με τη μορφή της συσσώρευσης ενός υπέρογκου δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ κυρίως λόγω της υπερεπέκτασης του «σπάταλου κράτους». Η αιχμή του δόρατος της επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη, το δημοσιονομικό χρέος, δεν οφείλεται ούτε στο μεγάλο μερίδιο των δημοσίων δαπανών στο ΑΕΠ, ούτε στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και σίγουρα ούτε στις καθαρές κοινωνικές παροχές προς την εργατική τάξη που ήταν αρνητικές για όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Η βασική αιτία δημιουργίας των ελλειμμάτων και του χρέους ήταν η χαμηλή έως μηδενική φορολόγηση κεφαλαίου και ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, της κυρίαρχης κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Τρίτο, συναλλαγματικής ισοτιμίας / ευρώ – δομής της ευρωζώνης. Κρίση που οφείλεται στη συμμετοχή στην ευρωζώνη και απορρέει από τη δομή της ευρωζώνης, μιας οικονομικής ζώνης με κοινό νόμισμα αλλά χωρίς κοινή δημοσιονομική δομή, κάτι που ευνοεί τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες της ζώνης και επιτείνει τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα απέναντι στις υποδεέστερες τεχνολογικά χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Χωρίς να μπορούμε να επεκταθούμε στο ζήτημα αυτό, εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το θέμα του νομίσματος είναι τουλάχιστον δευτερεύον ζήτημα με δεδομένη την έκταση της κρίσης και την απαιτούμενη απάντηση των κυριαρχούμενων τάξεων η οποία δεν μπορεί να είναι τίποτε λιγότερο από άμεση αμφισβήτηση της παρούσας κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης. Έτσι κι αλλιώς, οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας δεν άλλαξαν σημαντικά με την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη από το 2002 και έπειτα. Οι διαδικασίες συσσώρευσης κεφαλαίου και δημοσιονομικού εκτροχιασμού εξελίσσονταν από καιρό σύμφωνα με τους νόμους ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έχοντας ως κύριους προσδιοριστικούς παράγοντες την τεχνολογική αλλαγή και την ταξική πάλη για τη διανομή του προϊόντος ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία πρώτα στο επίπεδο της αγοράς και έπειτα με τη διαμεσολάβηση του κράτους. Η αποβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας και η αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της χώρας έχουν να κάνουν περισσότερο με την είσοδό της στην ΕΕ παρά με τη συμμετοχή στην ευρωζώνη καθεαυτή. Το κοινό νόμισμα παγιώνει και συντηρεί την υφιστάμενη ιεραρχία ανάμεσα στα διάφορα κεφάλαια σε κλαδικό – εθνικό επίπεδο, δεν την παράγει από μόνο του.

Βέβαια, θα πρέπει να τονισθεί ότι οι υπερασπιστές της συμμετοχής στην ευρωζώνη με κάθε θυσία δεν προτείνουν και δεν υπόσχονται μια βιώσιμη στρατηγική εντός της ευρωζώνης αλλά αντίθετα δαιμονοποιούν την υιοθέτηση ενός άλλου νομίσματος (η στάση αυτή είναι ενδεικτική και απόρροια της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην ελληνική οικονομία, καθώς και της απουσίας προς το παρόν σοβαρής μερίδας της αστικής τάξης προσανατολισμένης στην παραγωγή).

Τέταρτο, κρίση δυσαναλογιών που εμφανίζονται αναπόφευκτα σε μια άναρχη ασυντόνιστη καπιταλιστική οικονομία όταν κάποιος τομέας (στην περίπτωσή μας ο χρηματοπιστωτικός χρησιμοποιείται ως το συνηθισμένο παράδειγμα) επεκτείνεται αδικαιολόγητα σε σχέση με τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας παραβιάζοντας τις απαιτούμενες αναλογίες και συνθήκες αναπαραγωγής του συστήματος.

Πέμπτο, κρίση του νεοφιλελευθερισμού: Οι (αυξημένοι) μισθοί και οι κοινωνικές δαπάνες δεν μπορούν να θεωρηθούν η θεμελιώδης αιτία της τρέχουσας κρίσης όπως τελικά συνέβη στη δεκαετία του 1970, καθώς ήταν στην καλύτερη περίπτωση στάσιμοι κατά τη νεοφιλελεύθερη περίοδο.

Ούτε όμως πρόκειται απλώς για κρίση του νεοφιλελευθερισμού –όπως διατείνονται αρκετοί αριστεροί οικονομολόγοι και κόμματα της Αριστεράς– που έχοντας ως βασικό συστατικό στοιχείο την επίθεση στους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές της εργατικής τάξης, καθήλωσε την αγοραστική δύναμη της πλειοψηφίας του πληθυσμού, δημιουργώντας προβλήματα υποκατανάλωσης ή έλλειψης επαρκούς ενεργού ζήτησης, όντας επομένως μια θεωρία εστιασμένη στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της διανομής. Βέβαια, το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα κατασκευάστηκε ως απάντηση του συστήματος στην προτελευταία κρίση των δεκαετιών 1960-70. Έτσι, η τρέχουσα κρίση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κρίση του νεοφιλελευθερισμού μόνο με την έννοια ότι αποδεικνύεται η οριστική αδυναμία του να λύσει τα προβλήματα της δομικής κρίσης συσσώρευσης της δεκαετίας 1960-70.

Γενικά, όταν η ανάλυση δεν περιορίζεται στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και προσπαθεί να εντοπίσει τα αίτια της κρίσης στην «πραγματική» οικονομία, τότε συνήθως περιορίζεται στο επίπεδο της κυκλοφορίας και της διανομής του προϊόντος, δίνοντας έμφαση στην ανισότητα του εισοδήματος και τη στασιμότητα ή τη μείωση των μισθών και του μεριδίου των μισθών που χαρακτηρίζουν τη νεοφιλελεύθερη θεσμική δομή. Σύμφωνα με αυτήν την αφήγηση που τείνει να γίνει κυρίαρχη στην ετερόδοξη οικονομική παράδοση και πολιτικά στους κύκλους της Αριστεράς, το νεοφιλελεύθερο οικονομικό υπόδειγμα υποσκάφθηκε και κατέρρευσε από την τάση για υποκατανάλωση ή έλλειψη ενεργού ζήτησης που προέκυψε λόγω της στασιμότητας ή μείωσης των μισθών και της αγοραστικής δύναμής τους.

Παρατηρούμε με άλλα λόγια ότι οι αναλύσεις από το χώρο της Αριστεράς στην περίπτωση που έχουν ταξικό πρόσημο εστιάζουν στην πτώση του μεριδίου των μισθών, στις αυξανόμενες ανισότητες και στο κενό ζήτησης που προκαλούν, εξαντλώντας εκεί την επαφή τους με τη μαρξιστική προβληματική, εφαπτόμενες με την κεϋνσιανή θεωρία και τις αρκετά συγγενείς με αυτήν μαρξιστικές και ριζοσπαστικές θεωρίες υποκατανάλωσης. Ο θεμελιώδης μηχανισμός δημιουργίας της κρίσης τοποθετείται αρχικά στη σφαίρα της διανομής (ανισότητες, μείωση μεριδίου μισθών) και μεταφέρεται έπειτα στη σφαίρα της κυκλοφορίας (έλλειψη επαρκούς ενεργού ζήτησης).

 

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους

Αν εξετάσουμε την κατάσταση βαθύτερα, δηλαδή τις εξελίξεις στη σφαίρα της παραγωγής, τη δομή και την εξέλιξη των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών είτε της πιο αναπτυγμένης στον κόσμο, όπως των ΗΠΑ, είτε της ελληνικής οικονομίας, τότε εμφανίζεται μια διαφορετική και πιο αποκαλυπτική εικόνα μέσα από την πορεία της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της συσσώρευσης κεφαλαίου αντίστοιχα. Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική συζήτηση, παρά τις μερικές φορές δραματικές μεταβολές σε θεσμούς, ρυθμίσεις και την κατάσταση της ταξικής πάλης, δομικές, συστημικές κρίσεις εξακολουθούν να εμφανίζονται κάθε 30-40 χρόνια. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις είναι αναπόφευκτες για όσο διάστημα το οικονομικό σύστημα βασίζεται στην αρχή και το κίνητρο του κέρδους. Η επανάληψη των κρίσεων οφείλει να αναζητηθεί σε μια κοινή αιτία, έναν κοινό παράγοντα. Και καθώς η συσσώρευση κεφαλαίου βασίζεται στην κερδοφορία του κεφαλαίου, οι προσδιοριστικοί παράγοντες του ποσοστού κέρδους πρέπει να εξετασθούν λεπτομερειακά για να κατανοηθούν οι διαφορετικές φάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Στη θεωρητική και εμπειρική συζήτηση της τρέχουσας κρίσης από την παγκόσμια πλευρά της μέχρι τις επιμέρους όψεις της ελληνικής κρίσης, η πιο βασική παραδοχή είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια συστημική, δομική και όχι συγκυριακή κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Συνοπτικά, ισχυριζόμαστε ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί μέρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έχοντας προκληθεί από τον ίδιο μηχανισμό, τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Η κρίση αυτή είναι δομική, αποτελεί συνέχεια και ετεροχρονισμένη εμφάνιση της κρίσης της δεκαετίας του 1970 και γι’ αυτό έχει αποδειχθεί δύσκολο να ξεπερασθεί. Από την άλλη πλευρά, η κρίση της ελληνικής οικονομίας εκτός από κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και χαμηλής κερδοφορίας είναι επιπρόσθετα και κρίση συσσώρευσης δημοσίου χρέους, ένας συνδυασμός που έχει πλέον καταστήσει την αναπαραγωγή του ελληνικού καπιταλισμού ιδιαίτερα προβληματική.

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η τρέχουσα ελληνική οικονομική κρίση, είναι χρήσιμο να τονισθούν τα παρακάτω σημεία που διαμορφώνουν το μακροπρόθεσμο πλαίσιο ανάλυσης, μέσα στο οποίο έχουν κινηθεί οι πρόσφατες εξελίξεις:

Πρώτο, το κοινό μοτίβο που αναδεικνύεται στην εξέλιξη της διαδικασίας της καπιταλιστικής συσσώρευσης στην Ελλάδα και τις άλλες περισσότερο ή λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες για ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο. Η κρίση της ελληνικής οικονομίας είναι πρώτα απ’ όλα μέρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, προκλήθηκε αρχικά από τη λειτουργία του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους λόγω της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και οξύνθηκε από την ταυτόχρονη παρουσία μεγάλων δημοσιονομικών ανισορροπιών. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης να απομακρύνει τη ζωντανή εργασία που δημιουργεί αξία και υπεραξία, με νεκρή συσσωρευμένη εργασία, πάγιο κεφάλαιο, οδηγεί αναπόφευκτα σε κάποιο χρονικό σημείο σε τόσο μειωμένη κερδοφορία, ώστε όσο και να αυξηθεί η εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης, το σύστημα να μην μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά και σε κάποιο σημείο να σταματήσει να λειτουργεί εντελώς.

Δεύτερο, τα κοινά στοιχεία της δημοσιονομικής δομής της Ελλάδας με αυτήν των νοτιοευρωπαϊκών χωρών και το συμπέρασμα που προκύπτει από τη σύγκρισή τους με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ότι τα δημόσια ελλείμματα και η συσσώρευση του δημοσίου χρέους οφείλονται κυρίως στη χαμηλή φορολόγηση του κεφαλαίου και των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, και σε καμία περίπτωση σε παροχές προς την εργατική τάξη.

Τρίτο, η συστηματικά αρνητική καθαρή δημοσιονομική θέση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα και στις άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες, όπως υποδηλώνεται από τον αρνητικό καθαρό κοινωνικό μισθό για όλα τα έτη της τελευταίας δεκαπενταετίας.

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Εμφανής αποτυχία του καπιταλισμού

 

Eίναι προφανές ότι η κρίση είναι προϊόν της σχετικά απρόσκοπτης λειτουργίας του συστήματος κατά την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η αποτυχία του συστήματος για μια ακόμη φορά θα έπρεπε επομένως να αποτελεί ευνοϊκό έδαφος για τη διεξαγωγή της ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης από τη μεριά της εργατικής τάξης και της Αριστεράς. Στην Ελλάδα ειδικά, το δεύτερο και πιο σκληρό μέρος εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού εφαρμόζεται με αφορμή το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος. Ξεκινώντας με έναν ιδιαίτερα υψηλό λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, οφειλόμενο κυρίως στη χαμηλή φορολόγηση συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, η προσπάθεια εκμηδένισης των ελλειμμάτων μειώνει μισθούς και δαπάνες που σχετίζονται με τις λειτουργίες του κράτους πρόνοιας και ενώ αυξάνει τους φόρους σε μισθωτούς και συνταξιούχους, τους μειώνει σε ψηλά εισοδηματικά στρώματα και επιχειρήσεις προσδοκώντας αύξηση των επενδύσεων σύμφωνα με την κατεστημένη οικονομική σκέψη. Όμως, η δραματική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος της πλειοψηφίας του πληθυσμού, η μεγάλη πτώση στην ιδιωτική κατανάλωση σε συνδυασμό με την πτώση στη δημόσια κατανάλωση, αποθαρρύνουν τις επενδύσεις, δημιουργώντας τη βαθύτερη ύφεση από τα τέλη του Β~ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτρέποντας τη σοβαρή μείωση του δημοσίου ελλείμματος, ενώ ταυτόχρονα όπως είναι φυσικό ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ συνεχίζει να αυξάνει. Το πρόβλημα της συνύπαρξης μεγάλων δημοσίων ελλειμμάτων και μεγάλης ύφεσης οδηγεί στην προσπάθεια προσαρμογής μέσω της αγοράς εργασίας και της μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα έτσι ώστε η αύξηση του προϊόντος να έλθει είτε μέσω της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, είτε μέσω της αύξησης των καθαρών εξαγωγών. Η δεύτερη εκδοχή είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί με την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και την ανατιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, ενώ η πρώτη επίσης συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες, λόγω της συνεχιζόμενης στασιμότητας και ύφεσης ή και κρίσης στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία, ένα σημαντικό γεγονός που είτε παραβλέπεται είτε αποσιωπάται από όλους όσοι υπόσχονται ότι η ανάπτυξη όπου να ’ναι έρχεται. Στην πραγματικότητα, το ακολουθούμενο οικονομικό πρόγραμμα έχει ως στόχο την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μόνο σε πολύ μακροπρόθεσμο ορίζοντα, λειτουργώντας σαν μοχλός ενεργοποίησης των εκκαθαριστικών λειτουργιών της κρίσης, δηλαδή πρώτο τη «συμμόρφωση» της ελληνικής εργατικής τάξης και την αποδοχή εκ μέρους της πρωτοφανών μειώσεων μισθών, δεύτερο, την απαξίωση και καταστροφή μεγάλου μέρους του αποθέματος παγίου κεφαλαίου σε όφελος μερίδας του εγχώριου και ιδίως του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, κάτι που δεν ήταν πολιτικά εφικτό στη δεκαετία του 1970 και τρίτο, τον παραδειγματισμό των μισθωτών εργαζομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών είναι μια συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας παρόμοια με αυτή της Μεγάλης Ύφεσης (σωρευτικά περίπου 20% του ΑΕΠ μέχρι τώρα στα πρώτα τέσσερα χρόνια της ύφεσης) δηλαδή της τελευταίας περίπτωσης που απειλήθηκε σοβαρά το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Οι υλικές αντικειμενικές συνθήκες είναι ώριμες για να εκφρασθεί και πάλι μια τέτοια απειλή.

Στην κατεύθυνση αυτή, παράλληλα με την απαιτούμενη και δικαιολογημένη λόγω του τρόπου δημιουργίας του μη αναγνώριση και διαγραφή του δημοσίου χρέους, ελάχιστα πρόσθετα απαραίτητα μέτρα αποτελούν: Πρώτο, η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των πρώην δημόσιων επιχειρήσεων σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, δεύτερο, ο δημοκρατικά, με καθολική συμμετοχή σχεδιασμός της οικονομίας, συνειδητή προσπάθεια επαναπροσανατολισμού στην παραγωγική προσπάθεια με ενεργό βιομηχανική, αγροτική, συναλλαγματική, πολιτική διεθνούς εμπορίου, τρίτο, η αποεμπορευματοποίηση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης με την επέκταση του κράτους πρόνοιας, τέταρτο, η αμφισβήτηση και ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου στην οικονομική και κοινωνική αναπαραγωγή και πέμπτο, ως αναπόφευκτη συνέπεια όλων των παραπάνω, παράλληλα ρήξη και έξοδος από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

*Ο Θανάσης Μανιάτης διδάσκει στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.