«Η Πολιτική Οικονομία των νεοσυντηρητικών αναδιαρθρώσεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση» – Στ. Μαυρουδέας, ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ Νο.12, καλοκαίρι 2020

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

Νο.12, καλοκαίρι 2020

 

«Η Πολιτική Οικονομία των νεοσυντηρητικών αναδιαρθρώσεων

στην Ανώτατη Εκπαίδευση»

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

 

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Το πανεπιστήμιο είναι ένας ειδικός θεσμός του καπιταλιστικού συστήματος. Έχει δυναμικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταλλάσεται. Οι μεταλλάξεις του συνδέονται με τα στάδια εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος. Διακρίνονται τρεις «εποχές» του πανεπιστημίου (ερασμιακό, δημόσιο-κρατικό, επιχειρηματικό) που αντιστοιχούν σε τρία διαδοχικά στάδια του καπιταλιστικού συστήματος (ελεύθερος ανταγωνισμός, μονοπωλιακό στάδιο, νέο στάδιο μετά το 1973). Οι τρεις αυτές «εποχές» του πανεπιστημίου διαφέρουν όσον αφορά την σύνδεση μεταξύ της ιδεολογικής, της κατανεμητικής και της παραγωγικής λειτουργίας του. Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο χαρακτηρίζεται από την άμεση υπαγωγή της επιστήμης στο κεφάλαιο και την μαζική εμφάνιση μισθωτής εργασίας στο εσωτερικό του (που αποτελεί αντικείμενο εξαγωγής υπεραξίας). Έχει μία πυραμιδοειδή διάρθρωση απαρτιζόμενο από τρεις βασικές κατηγορίες ιδρυμάτων με διαφοροποιημένες λειτουργίες. Η Αριστερά πρέπει να αντιπαρατεθεί στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο στη βάση ενός προγράμματος σύνδεσης διεκδικήσεων με τον κόσμο της εργασίας.

 

 

Ι. Μία νέα εποχή για το πανεπιστήμιο

 

Σήμερα είναι προφανές ότι το πανεπιστήμιο κατά την διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών έχει διεθνώς μεταλλαχθεί δραματικά. Τα στοιχεία είναι πάμπολλα και αδιάψευστα. Μετατροπή της παλαιότερης κολλεγιακής (με την έννοια του συμβουλίου ομοτίμων) δομής σε μία άλλη που προσιδιάζει περισσότερο σε επιχείρηση. Άμεση εμπορευματοποίηση της διδασκαλίας και της έρευνας και η αυξανόμενη ευθεία σύνδεση με επιχειρηματικά συμφέροντα και σκοπιμότητες. Αυξανόμενη οικονομική εξάρτηση από επιχειρηματικές δραστηριότητες έναντι της παλαιότερης κρατικής χρηματοδότησης. Πολλαπλασιασμός των ιδιωτικών μορφών ΑΕΙ. Εξάπλωση της μισθωτής εργασίας στο εσωτερικό του πανεπιστημίου και εμφάνιση πολλών νέων κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό του. Τα προαναφερθέντα είναι μόνο μερικά από τα νέα στοιχεία που έχουν εμφανισθεί.

Οι μεταλλάξεις αυτές εκδηλώνονται με πολλαπλές μορφές και ταχύτητες σε διαφορετικές χώρες. Κάποιες από αυτές (π.χ. η έμφαση στην έρευνα που συνδέεται με την βιομηχανία) εμφανίζονται αρκετά παλιότερα σε ορισμένες χώρες (π.χ. στις ΗΠΑ ήδη από τον Μεσοπόλεμο και με αυξανόμενη ένταση κατά τον 2ο Π.Π. και μετά με τον Ψυχρό Πόλεμο). Όμως, όλες οι εμπειρικές μελέτες συντείνουν ότι είναι κατά την διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών (και ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1973) που οι μετασχηματισμοί αυτοί γενικεύονται και αποκτούν τον χαρακτήρα ένα κυρίαρχου προτύπου –με βάση το αγγλο-σαξωνικό υπόδειγμα. Το τελευταίο τείνει να επιβληθεί, με την προώθηση του από ισχυρά διεθνή κέντρα, σχεδόν ομοιόμορφα παντού.

Μέσα στην Αριστερά και ιδιαίτερα στο Μαρξιστικό ρεύμα της, η συζήτηση γύρω από αυτό τον μετασχηματισμό ξεκίνησε νωρίς. Άλλωστε η σημαντική βαρύτητα στο εσωτερικό της του φοιτητικού και πανεπιστημιακού στοιχείου μέτρησε καθοριστικά. Όμως, τουλάχιστον στη Δύση, η συζήτηση αυτή δεν μπόρεσε να συγκεφαλαιωθεί σε ένα αποτελεσματικό πολιτικό πρόγραμμα πάλης και συνεπώς δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον μετασχηματισμό του πανεπιστημίου και την συνακόλουθη διάλυση του φοιτητικού και πανεπιστημιακού κινήματος, έτσι όπως αυτό είχε συγκροτηθεί και ανδρωθεί με τα κινήματα του 1968.

Στην αρχή η συζήτηση αυτή δεν μπόρεσε να διακρίνει τον βαθύ δομικό χαρακτήρα του επερχόμενου μετασχηματισμού και θεώρησε ότι ήταν απλά μία νέα συγκυριακή και βραχύβια πολιτική. Σε αυτή την αστοχία συνέβαλε ιδιαίτερα η δημοφιλής τότε – και αλήστου μνήμης σήμερα – Αλτουσεριανή ανοησία περί πανεπιστημίου-ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους που υποτιμούσε πλήρως τον οικονομικό ρόλο του πανεπιστημίου. Σε ένα πιο σοβαρό επίπεδο, η αντίληψη περί συγκυριακής πολιτικής εκφράσθηκε με τις απόψεις που υποστηρίζουν ότι είναι ο διευθυντισμός (managerialism) που εκπορεύεται από το νεοφιλελεύθερο Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ που υπαγορεύει τις αλλαγές αυτές (π.χ. Chandler, Barry & Clark (2002), Winter (2009)).

Σταδιακά όμως έγινε προφανές ότι ο μετασχηματισμός του πανεπιστημίου έχει δομικό και μακροχρόνιο χαρακτήρα. Έτσι, στον αντίποδα της προαναφερθείσας αντίληψης, διατυπώθηκαν μία σειρά αναλύσεις που αποσκοπούν να εντοπίσουν αυτή την δομική αλλαγή. Έχουν προταθεί διάφοροι ορισμοί αυτής τη νέας μορφής πανεπιστημίου. Οι βασικότεροι είναι: ακαδημαϊκός καπιταλισμός [academic capitalism] (Slaughter & Leslie (1997), Cantwell & Kauppinen (2014), Münch (2014); Slaughter & Rhoades (2004), Jessop (2017)), πανεπιστήμιο-επιχείρηση [enterprise university] (Marginson & Considine (2000), Ditton (2009)) και επιχειρηματικό πανεπιστήμιο [entrepreneurial university] (Clark (1998), Μαυρουδέας (1997, 2005)).

Υπάρχουν πάρα πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ των προαναφερθεισών προσεγγίσεων δομικού μετασχηματισμού του πανεπιστημίου. Όμως υπάρχουν και σημαντικές αναλυτικές, μεθοδολογικές και εν τέλει πολιτικές διαφορές. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον ορισμό, ο όρος «ακαδημαϊκός καπιταλισμός» υπονοεί ότι προηγουμένως το πανεπιστήμιο δεν αποτελούσε τμήμα της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος* θέση εξόχως εσφαλμένη. Επίσης, ο όρος «πανεπιστήμιο-επιχείρηση» εστιάζει μυωπικά σε ορισμένες μόνο – και όχι απαραίτητα πλειοψηφικές – λειτουργίες του επιχειρηματικού πανεπιστημίου και παραγνωρίζει τις ευρύτερες διαστάσεις του. Αντίθετα, ο όρος «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο» τονίζει ακριβέστερα τον συνολικό χαρακτήρα της νέας αυτής εποχής του (αστικού) πανεπιστημίου.

Η ανάλυση που ακολουθεί απορρέει από τις δύο προηγούμενες (Μαυρουδέας (1997, 2005)) και επανεξετάζει βασικά στοιχεία τους καθώς επίσης και προσθέτει αρκετά νεότερα, ιδιαίτερα σε σχέση με την ελληνική περίπτωση.

 

ΙΙ. Περιοδολόγηση του καπιταλισμού και εποχές του πανεπιστημίου

 

Μία βασική ειδοποιός διαφορά της ανάλυσης του «Οι Τρεις εποχές του Πανεπιστημίου» (Μαυρουδέας (2005)) είναι ότι συνδέει την διάκριση σταδίων (εποχών) του πανεπιστήμιου με αντίστοιχα στάδια (περιόδους) του καπιταλισμού. Η θέση αυτή προκύπτει από τις ακόλουθες πραγματολογικές διαπιστώσεις.

Πρώτον, το πανεπιστήμιο γεννιέται με τον καπιταλισμό. Προκύπτει από τον σύνθετο τεχνικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής (σε αντίθεση με τους απλοϊκότερους και στενά εξαρτημένους από την φύση αντίστοιχους των προκαπιταλιστικών διαδικασιών) και την αποξένωση των μέσων παραγωγής (και των τεχνικών γνώσεων για τον σχεδιασμό και την λειτουργία τους) από τους εργάτες (Μαυρουδέας (2006)). Αυτός είναι ο λόγος της συγκρότησης του πανεπιστημίου ως πεδίου επιστημονικής γνώσης αλλά και ως θεσμού διακριτού από την παραγωγή. Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι οι πρώτες πανεπιστημιακές σχολές αφορούσαν κυρίως παραγωγή διοικητικού προσωπικού για το κράτος και ελεύθερων επαγγελματιών. Σε όλες τις βασικές καπιταλιστικές χώρες πολύ σύντομα ο ρόλος του πανεπιστημίου ήταν και η παραγωγή τεχνολογικής καινοτομίας.

Δεύτερον, το καπιταλιστικό σύστημα εξελίσσεται περνώντας μέσα από διακριτά στάδια, δηλαδή περιόδους με διαφορετική «εσωτερική αρχιτεκτονική» του οικοδομήματος του. Ένα από τα σημαντικότερα αναλυτικά προτερήματα της Μαρξιστικής ανάλυσης είναι η έμφαση που δίνει στη μελέτη της θεωρίας των σταδίων του καπιταλισμού.

Τρίτον, το πανεπιστήμιο και η γνώση ως παραγωγική δύναμη παίζει καθοριστικό ρόλο στους μετασχηματισμούς και στα στάδια εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στα προηγμένα στάδια.

Τέταρτον, οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού συνδέονται με μετασχηματισμούς του τρόπου λειτουργίας του πανεπιστημίου.

 

Μεθοδολογία περιοδολόγησης του καπιταλισμού

Με βάση τα παραπάνω, στις «Τρεις Εποχές του Πανεπιστημίου» (όπως και αλλού, π.χ. Ιωαννίδης & Μαυρουδέας (2000), Ioannides & Mavroudeas (2003)) προτάθηκε μία θεωρία και ανάλυση περιοδολόγησης του καπιταλισμού που παραμένει βάσιμη μέχρι σήμερα. Συνοπτικά, η περιοδολόγηση του καπιταλισμού διεξάγεται στο επίπεδο του κοινωνικού τρόπου παραγωγής και μέσα στα πλαίσια της γενικής θεωρίας του. Κάθε ταξικός τρόπος παραγωγής συγκροτείται πάνω σε ένα σύνολο ταξικών σχέσεων παραγωγής, οι οποίες συνδέονται με τις έμμεσα μόνο ταξικά-επηρεαζόμενες δυνάμεις παραγωγής. Οι τρόποι παραγωγής διακρίνονται ανάλογα με τις θεμελιακές σχέσεις κατοχής και ελέγχου της κοινωνικής παραγωγής μεταξύ παραγουσών και μη-παραγουσών τάξεων. Τα στάδια σε κάθε τρόπο παραγωγής βασίζονται στους μετασχηματισμούς και στους προκύπτοντες ειδικούς τύπους των βασικών σχέσεων κατοχής και ελέγχου. Συνεπώς, το κριτήριο περιοδολόγησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι οι μετασχηματισμοί στις διαδικασίες παραγωγής και ιδιοποίησης υπεραξίας. Αυτοί αφορούν κατ’ εξοχήν, αλλά όχι μόνο, την σφαίρα της παραγωγής και την αντίθεση κεφάλαιο-εργασία σε αυτήν. Επιπλέον, επειδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής συγκροτείται ως ένα σύστημα ανεξάρτητων ιδιωτικών κεφαλαίων σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, οι διαδικασίες εξαγωγής υπεραξίας τροποποιούνται μέσα από τις διαδικασίες κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Δηλαδή, η θεμελιακή σχέση του (η σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας στην παραγωγή και η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας) εκφράζεται και τροποποιείται στην ανταλλαγή μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων. Η ταξική πάλη είναι παρούσα σε όλο το εύρος του πεδίου αυτού και είναι αυτή που πυροδοτεί τόσο μετασχηματισμούς του συστήματος όσο και την ανατροπή του. Οι πολιτικές μορφές είναι απότοκοι, με σχετικούς βαθμούς ελευθερίας, των μετασχηματισμών της σχέσης-κεφάλαιο.

Οι μετασχηματισμοί στις διαδικασίες παραγωγής και ιδιοποίησης υπεραξίας βασίζονται, κατ’ αρχήν, σε αλλαγές στην διαδικασία εργασίας και αποτελούν νέους συνδυασμούς σχετικής και απόλυτης υπεραξίας.

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε, κατά σειρά σημασίας, τις εξής βασικές κατηγορίες σχέσεων που διαφοροποιούν τα διάφορα στάδια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής:

1) Διαδικασία παραγωγής/εργασίας

2) Διαδικασία κοινωνικοποίησης της παραγωγής

α. Διαδικασίες ανταγωνισμού (ενδοκλαδική και διακλαδική διάσταση, τάσεις που επηρεάζουν την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής κλπ.)

β. Χρηματοπιστωτικό σύστημα

γ. Οικονομικές λειτουργίες του κράτους

3) Διαδικασίες διανομής εισοδήματος (μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου)

4) Μορφές εκδήλωσης των οικονομικών κρίσεων: η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου αποτελεί την αιτία των κρισιακών τάσεων αλλά η μορφή εκδήλωσης τους εξαρτάται από ιστορικά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

5) Μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης

6) Διεθνές σύστημα: ο ιμπεριαλισμός (δηλαδή ο διεθνής μηχανισμός οικονομικής εκμετάλλευσης που υποστηρίζεται από πολιτικο-στρατιωτικά μέσα) αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο διαχρονικά ο καπιταλισμός οργανώνει το διεθνές σύστημα του. Επομένως, δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο του μονοπωλιακού σταδίου αλλά γενικότερη σχέση. Ο χαρακτήρας του ιμπεριαλισμού μετασχηματίζεται από στάδιο σε στάδιο.

 

Από αυτή την θεωρία περιοδολόγησης προκύπτουν τα ακόλουθα στάδια:

(α) καπιταλισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού (μέχρι τα τέλη του 19ου αι.)

(β) μονοπωλιακός καπιταλισμός υποδιαιρούμενους σε: 1) μονοπωλιακή φάση (κρίση του 1929 – 2ος Π.Π) και 2) κρατικο-μονοπωλιακή φάση (τέλος 2ου Π.Π – κρίση του 1973).

(γ) μετά την κρίση του 1973 ανοίγει ένα νέο στάδιο.

 

Το σημερινό στάδιο

Η συζήτηση για ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού που ξεκίνησε μετά την κρίση του 1973 είναι εξαιρετικά εκτεταμένη. Οι δημοφιλέστερες εκδοχές της το ταυτίζουν είτε με το νεοφιλελευθερισμό είτε με την παγκοσμιοποίηση είτε με την χρηματιστικοποίηση. Συνήθως, μετακινούνται από την πρώτη προς την δεύτερη και την τρίτη εκδοχή και πλέον σε συνδυασμούς τους (νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, παγκοσμιοποιημένη χρηματιστικοποίηση κλπ.). Οι φευγαλέες αυτές μεταλλάξεις προκύπτουν λόγω της απουσίας συνεκτικής θεωρίας περιοδολόγησης. Πλέον, ιδιαίτερα τα ρεύματα του Δυτικού Μαρξισμού, άγονται και φέρονται από περιστασιακές «μόδες». Ο Νεοφιλελευθερισμός είναι ένα σημαντικό ρεύμα που καθοδήγησε κύματα καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (ιδιαίτερα από το 1980 μέχρι τις αρχές του 21ου αι.) αλλά έχει πλέον σαφώς ξεπεραστεί (ήδη από την παγκόσμια κρίση του 2008). Η παγκοσμιοποίηση διακήρυξε εσφαλμένα το τέλος της εθνικής οικονομίας και των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Πράγματι, ιδιαίτερα από τα τέλη του 1990 αυξήθηκε ραγδαία η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, χωρίς όμως αυτό να σηματοδοτεί το τέλος της εθνικής οικονομίας και των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Σήμερα μάλιστα τα τελευταία επιστρέφουν ακόμη πιο έντονα (Mavroudeas (2019)). Επιπλέον, φάσεις αύξουσας διεθνοποίησης του κεφαλαίου έχουν υπάρξει και στο παρελθόν («πρώτη παγκοσμιοποίηση» στα μέσα του 19ου αι.) χωρίς να αποτελούν ιδιαίτερο στάδιο. Τέλος, η «μόδα» της χρηματιστικοποίησης παραγνωρίζει ότι η εξάπλωση του πλασματικού κεφαλαίου είναι μία διαδικασία που υπάρχει πάντα τον καπιταλισμό και που ήταν και σε άλλες ιστορικές περιόδους σημαντική. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί ένα νέο στάδιο ή ακόμη και ένα νέο καπιταλισμό (Mavroudeas & Papadatos (2018)).

Παραμερίζοντας το πρόβλημα της ονοματολογίας, το νέο στάδιο που βρίσκεται εν εξελίξει μετά την κρίση του 1973 έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά.

1) Στη Διαδικασία παραγωγής γενικεύεται η χρήση ευλύγιστων μορφών εργασίας υποβοηθούμενων σε μεγάλο βαθμό από την χρήση πληροφορικής (αν και η εφαρμογή της είναι σημαντικότερη σε δραστηριότητες της κυκλοφορίας παρά αυτές της παραγωγής) με αποτέλεσμα την ενίσχυση του διευθυντικού ελέγχου, την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης και σημαντικές οικονομίες στην χρήση σταθερού κεφαλαίου. Όμως, η ευελιξία της εργασίας δεν οδηγεί σε μία τάση αποειδίκευσης αλλά σε ένα σύνθετο τοπίο όπου άλλοι τύποι εργασίας αποειδικεύονται άλλοι επανειδικεύονται, υπερειδικεύονται ή πολυ-ειδικεύονται. Ακόμη όλοι αυτοί οι τύποι εργασίας αποτελούν πλέον συνδυασμούς χειρωνακτικής-διανοητικής εργασίας. Επιπλέον, μέσω της ευελιξίας της εργασίας ενισχύονται ξανά μετά από αρκετό καιρό οι διαδικασίες εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας καθώς δίνεται η δυνατότητα αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας πέραν του 8ώρου.

2) Διαδικασία κοινωνικοποίησης της παραγωγής:

α. Διαδικασίες ανταγωνισμού: Τα πολυκλαδικά μονοπώλια αποκτούν ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο. Υπάρχει μία αντιφατική τόνωση των τάσεων συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Ενώ υπό την πίεση της κρίσης το μέγεθος της μέσης επιχείρησης έχει περιορισθεί, υπάρχει μία σημαντική αύξηση της βαρύτητας του σταθερού κεφαλαίου (τόσο λόγω της μείωσης του μεριδίου των μισθών όσο και λόγω του κόστους της εισαγωγής νέων τεχνολογιών). Από την άλλη πλευρά, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αυξάνει μέσω διαδοχικών κυμάτων ενοποιήσεων και εξαγορών, που συνδυάζεται όμως με την ταυτόχρονη αύξηση των υπεργολαβιών: συγκεντροποιούνται οι νευραλγικές δραστηριοτήτες ενώ δίνονται ως υπεργολαβίες οι δευτερεύουσας σημασίας και πάντα υπό τον έλεγχο της κεντρικής επιχείρησης. Συνεπώς, ακόμη και στους κλάδους που οι υπεργολαβίες οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των λειτουργούντων επιχειρήσεων, οι περισσότερες είναι εξαρτημένες ουσιαστικά από τις κεντρικές επιχειρήσεις.

β. Χρηματοπιστωτικό σύστημα: Ενισχύεται ο ρόλος του πιστωτικού χρήματος και εμφανίζονται νέες μορφές χρήματος (ηλεκτρονικό κλπ.). Αναδιαρθρώνεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του ρόλου των χρηματιστηρίων (Αγγλοσαξωνικό μοντέλο) σε βάρος των τραπεζών (Ιαπωνο-γερμανικό μοντέλο). Επίσης το τραπεζικό σύστημα μετακινείται από τις παραδοσιακές δραστηριότητες του (καταθέσεις και δάνεια) σε νέες δραστηριότητες χρηματο-οικονομικής διαμεσολάβησης (αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα κλπ.).

γ. Οικονομικές λειτουργίες του κράτους: Αντίθετα με τις νεοφιλελεύθερες δοξασίες το κράτος δεν αποσύρεται αλλά αποκτά νέο ρόλο. Εγκαταλείπει μερικές οικονομικές δραστηριότητες στα ιδιωτικά κεφάλαια (ιδιωτικοποιήσεις) και υιοθετεί ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια λειτουργίας για τις εναπομένουσες κρατικές επιχειρήσεις (αυξάνοντας έτσι τον βαθμό εκμετάλλευσης για ένα τμήμα της εργατικής τάξης που παρέμεινε σχετικά προστατευόμενο το προηγούμενο χρονικό διάστημα). Πολλές λειτουργίες του απο-πολιτικοποιούνται και γίνονται μη-υπόλογες σε δημόσιο έλεγχο (π.χ. ανεξάρτητες Κεντρικές Τράπεζες). Ιδιαίτερα μετά την εξάντληση του Νεοφιλελευθερισμού, το καπιταλιστικό κράτος επανέρχεται ξανά με σοσιαλφιλελεύθερες μορφές ως «κράτος-επιτελείο».

3) Διαδικασίες διανομής εισοδήματος: Βασικό χαρακτηριστικό είναι η συστηματική μείωση του μεριδίου των μισθών. Επιδιώκεται να διατηρηθεί σταθερό εάν όχι να μειωθεί το κοινωνικό τμήμα της αξίας της εργασιακής δύναμης.

4) Μορφές κρίσης: Οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εκφράζονται ολοένα και συχνότερα ως χρηματοπιστωτικές, εμπορικές και δημοσιονομικές κρίσεις.

5) Μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης: Κρίση των μαζικών κομμάτων και στροφή προς χαλαρότερους πολιτικούς σχηματισμούς στην βάση επιμέρους συμφερόντων και ομάδων πίεσης. Καθοριστικός πολιτικός ρόλος των ΜΜΕ.

6) Διεθνές σύστημα: Κυριαρχεί η διεθνοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου και η αύξουσα σημασία των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων. Αυτό για μία περίοδο συμβάδιζε με την εκτεταμένη απορρύθμιση των διεθνών κεφαλαιακών κινήσεων και την ενίσχυση περιφερειακών ολοκληρώσεων. Όμως η τάση αυτή πλέον φαίνεται να αναστρέφεται.

 

Η σχέση-πανεπιστήμιο

Η δεύτερη βασική ειδοποιός διαφορά της ανάλυσης του «Οι Τρεις εποχές του Πανεπιστημίου» είναι ότι ορίζει την σχέση-πανεπιστήμιο (κατ’ αναλογία της σχέσης-κεφάλαιο αλλά προφανώς όχι ισότιμα αλλά σαν παρελκόμενο της προηγούμενης) σαν θεμελιακό στοιχείο της συγκρότησης του καπιταλισμού.

Στον καπιταλισμό η κοινωνική εμπειρία και θεωρία συγκροτείται ως επιστήμη και η καλλιέργεια της τελευταίας είναι υπόθεση μίας διακριτής, από την κοινωνική παραγωγή, διαδικασίας: του πανεπιστημίου. Αυτή η τοπολογική μετάσταση διευκολύνει ώστε τα εκάστοτε κυρίαρχα πρότυπα επιστήμης να αποσυνδέονται από τις ταξικές τους ορίζουσες και να εμφανίζονται ως ταξικά ουδέτερα.

Συνεπώς, η σχέση-πανεπιστήμιο (ο τρόπος συσχέτισης επιστήμης (πανεπιστημίου) και παραγωγής) είναι υποσύνολο της σχέσης-κεφάλαιο ακριβώς γιατί είναι ειδική σχέση του καπιταλισμού. Ως θεσμός της αστικής κοινωνίας το πανεπιστήμιο αναπαράγει τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις. Έχει ιδιαίτερη σημασία όχι τόσο στην πρωτογενή διαμόρφωση της θεμελιακής σχέσης, δηλαδή της σχέσης-κεφάλαιο (αυτή συγκροτείται πρώτα και κύρια μέσα στην άμεση διαδικασία παραγωγής), όσο στην οργάνωση βασικών προϋποθέσεων και απαιτήσεων της. Εκτός από την οργάνωση και διαμόρφωση της επιστήμης, το πανεπιστήμιο επιδρά και σε μία σημαντική δευτερεύουσα σχέση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας: την σχέση διανοητικής-χειρωνακτικής εργασίας.

Σκοπός του πανεπιστημίου, στα πλαίσια της αναπαραγωγής εκ μέρους του των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, είναι η παραγωγή και μετάδοση των θεωρητικών-γνωσιακών και παραγωγικών προαπαιτήσεων του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Στόχος του είναι η παραγωγή αυτών των τμημάτων της διανοητικής εργασίας ή των συνδυασμών διανοητικής-χειρωνακτικής εργασίας που απαιτούν επιστημονική συγκρότηση. Συνεπώς το πανεπιστήμιο προετοιμάζει και διαμορφώνει ένα σημαντικό τμήμα των παραγωγικών δυνάμεων και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας: πρόκειται για τον παραγωγικό και τον κατανεμητικό ρόλο του. Το πανεπιστήμιο δεν αρκείται μόνο στον δεύτερο γιατί δεν διαμορφώνει μόνο άτομα έτσι ώστε να επιτελέσουν παραγωγικά και αναπαραγωγικά καθήκοντα, αλλά επιτελεί και τον πρώτο γιατί παράγει επιστήμη και παραγωγικές εφαρμογές, δηλαδή συνδέεται – άλλοτε έμμεσα και άλλοτε πιο άμεσα – με την παραγωγική διαδικασία καθ’ εαυτή. Επιπρόσθετα, επιτελεί και τον ιδεολογικό ρόλο, δηλαδή οργανώνει την ιδεολογική νομιμοποίηση της αστικής κοινωνίας. Η λειτουργία και η σχετική βαρύτητα καθενός από τους ρόλους αυτούς διαφοροποιείται από «εποχή» σε «εποχή».

 

 

ΙΙΙ. Οι τρεις εποχές του πανεπιστημίου

 

Το Πανεπιστήμιο περνά από τρεις διακριτές «εποχές»: από το Ερασμιακό πανεπιστήμιο των πρώτων αστικών χρόνων (κοινότητα επιστημόνων, σχέσεις μαθητείας, αποστασιοποίηση από άμεσο κρατικό και εν γένει εξωπανεπιστημιακό έλεγχο) στο Δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο (κρατική οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και σήμερα στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο.

Στις δύο πρώτες «εποχές» η υπαγωγή της επιστήμης στις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής κερδοφορίας (δηλαδή η σχέση-πανεπιστήμιο) ήταν έμμεση και τυπική. Αντιθέτως, αυτό που διαφοροποιεί ριζικά την τρίτη «εποχή» είναι η ουσιαστική πλέον και άμεση υπαγωγή της επιστήμης στις ανάγκες του κεφαλαίου.

Στο Ερασμιακό πανεπιστήμιο η σχέση-πανεπιστήμιο οργανωνόταν και αποσκοπούσε στην ιδεολογική κυρίως λειτουργία. Η επιστήμη σε αυτό το στάδιο δεν είχε αναπτυχθεί πλήρως σε παραγωγική δύναμη. Σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη αστική παράδοση, το πανεπιστήμιο αποτελούσε «ελεύθερο έδαφος» από τον ενδεχόμενο αυταρχισμό της πολιτικής εξουσίας όσο και από επιμέρους, ιδιοτελή ιδιωτικά συμφέροντα, αφιερωμένο στην ελεύθερη, ακώλυτη επιστημονική έρευνα και στην εκπαίδευση με σκοπό το γενικό καλό. Οι βασικές επαγγελματικές κατηγορίες που παρήγαγε ήταν κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες και κρατικά στελέχη (γιατροί, δικηγόροι κλπ.). Αυτό απηχούσε εν μέρει το γεγονός ότι στα πρώτα βήματα της ανάπτυξης του (δυτικού κυρίως) καπιταλισμού η διαχείριση της πολιτικής εξουσίας δεν γινόταν άμεσα από την αστική τάξη αλλά από μία σειρά ενδιάμεσες τάξεις και στρώματα. Ταυτόχρονα όμως η μεσο-αστική τάξη διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία καθώς και την αυτονομία της κουλτούρας απέναντι σε κρατικές ή ατομικές επιχειρηματικές επιταγές. Επομένως το πανεπιστήμιο παρήγαγε κυρίως την ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης (ιδεολογική λειτουργία) και δευτερευόντως κάποιες επαγγελματικές κατηγορίες (κατανεμητική λειτουργία) οι οποίες όμως ήταν εκτός του χώρου της παραγωγής (και της εργασίας) και κυρίως στον χώρο της αναπαραγωγής. Από τις βασικές σχολές του Ερασμιακού πανεπιστημίου, η Φιλοσοφική και η Νομική αντιστοιχούσαν κυρίως στην πρώτη λειτουργία ενώ η Ιατρική στην δεύτερη. Η παραγωγική λειτουργία του Ερασμιακού πανεπιστήμιου ήταν ασήμαντη ή ανύπαρκτη (π.χ. οι τεχνολογικές καινοτομίες του 18ου και 19ου αι. δεν προήλθαν από τα πανεπιστήμια αλλά από την διαδικασία της παραγωγής και τις συνδεόμενες με αυτήν σχολές μαθητείας). Επιπλέον το Ερασμιακό πανεπιστήμιο παρέμεινε, κατά βάση, ένα κλειστό «αριστοκρατικό» πανεπιστήμιο. Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας εκφραζόταν μόνον εξ αποστάσεως μέσα στο πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα με την μορφή της θεωρητικής αντιπαράθεσης (επιστήμονες που υποστήριζαν τον κόσμο της εργασίας, δηλαδή αποτελούσαν «ταξικούς αποστάτες»). Το Ερασμιακό πανεπιστήμιο αντιστοιχούσε στο στάδιο του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Το Δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο υπάγεται στενότερα οργανωτικά στο κράτος και διαμορφώνεται ως τρίτη βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος. Αντιστοιχούσε, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου η αναπαραγωγή του συστήματος αφορούσε ολοένα και περισσότερο το κράτος (ως συλλογικό κεφαλαιοκράτη). Εάν στο Ερασμιακό πανεπιστήμιο η παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας περιοριζόταν στην θεσμοθέτηση της πανεπιστημιακής ελευθερίας και των ορίων της, στο δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο το πλαίσιο οργάνωσης, λειτουργίας (και ιδιαίτερα χρηματοδότησης και αναπαραγωγής) του ακαδημαϊκού συστήματος ρυθμιζόταν πολύ πιο άμεσα. Το κράτος αναλάμβανε πλέον άμεσα την ευθύνη λειτουργίας του πανεπιστημίου και φυσικά διαμεσολαβούσε πολύ πιο στενά την λειτουργική εξυπηρέτηση, εκ μέρους του πρώτου, των αναγκών της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Ταυτόχρονα ο κατανεμητικός ρόλος του πανεπιστημίου απόκτησε αυξανόμενη σημασία. Η δημιουργία πανεπιστημιακών σχολών που εκπαίδευαν μηχανικούς και τεχνικούς είναι χαρακτηριστική. Ταυτόχρονα το δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο ήταν ένα μαζικό πανεπιστήμιο, ανοιχτό πλέον και στους γόνους άλλων – πέραν της αστικής – κοινωνικών τάξεων. Στον βαθμό που οι επιστημονικές κατηγορίες που παρήγαγε το δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο έπαιρναν ελευθερο-επαγγελματική μορφή λειτουργούσε και ως μηχανισμός κοινωνικής ανέλιξης. Όμως ήδη πλέον, σημαντικές μερίδες αποφοίτων κατευθύνονται προς την άμεση διαδικασία της παραγωγής και μάλιστα με την μορφή μισθωτής εργασίας. Έστι, μέσω του κατανεμητικού προορισμού, η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία απέκτησε μία κοντινότερη αντανάκλαση μέσα στο εσωτερικό του πανεπιστημίου.

Όμως τόσο το Ερασμιακό όσο και το Δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο διατηρούσε την σχετική αυτονομία του από τις άμεσες ανάγκες του κεφαλαίου: η επιστήμη μπορούσε να παρουσιάζεται ως ταξικά ουδέτερη και η επιστημονική έρευνα ως ελεύθερη, αφιλοκερδής αναζήτηση της Αλήθειας. Τα αποτελέσματα της μόνον έμμεσα μετατρέπονταν σε παραγωγική δύναμη για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή.

Αντιθέτως με τις προηγούμενες «εποχές», στο σήμερα διαμορφούμενο πανεπιστήμιο η επιστήμη, η εκπαίδευση και η έρευνα υπάγονται πλέον άμεσα στις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής κερδοφορίας. Αυτό αποτελεί την βασική τομή στο πεδίο της σχέσης-πανεπιστήμιο που οδηγεί στην συγκρότηση μίας νέας εποχής: του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου.

 

 

«Εποχές» του πανεπιστημίου: μία σχηματική παρουσίαση

Φάσεις του (αστικού) πανεπιστημίου Ερασμιακό Δημόσιο-κρατικό Επιχειρηματικό
στάδιο του κ.τ.π. Ελεύθερος Ανταγωνισμός Μονοπωλιακό

και Κρατικο-μονοπωλιακό

Νέο στάδιο
κύρια λειτουργία Ιδεολογική Κατανεμητική Παραγωγική
τύπος υπαγωγής της επιστήμης στο κεφάλαιο Έμμεση Έμμεση Άμεση
Μορφή έκφρασης της αντίθεσης Κ-L εξωτερικά και κατ’ αντανάκλαση, μέσω του ιδεολογικού ρόλου εξωτερικά και κατ’ αντανάκλαση, μέσω του κατανεμητικού ρόλου εσωτερικά, μέσω της παρουσίας σχέσεων μισθωτής εργασίας
ιδιοκτησιακό καθεστώς Όχι τυποποιημένο Κυρίως δημόσιο δημόσιο (με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια) και ιδιωτικό
βαθμός μαζικότητας Κλειστό Μαζικό μαζικό αλλά και κατακερματισμένο
ταξικός προορισμός αποφοίτων Αστικά και μεσο-αστικά στρώματα Αστικά, μεσο-αστικά στρώματα και εργαζόμενη διανόηση αστικά, νέα μεσο-αστικά στρώματα και νέες εργατικές κατηγορίες
κοινωνική διαίρεση του Πανεπιστημιακού πληθυσμού Διδάσκοντες-διδασκόμενοι διδάσκοντες-διδασκόμενοι μερίδες που είτε άμεσα είτε έμμεσα εκμισθώνουν και εκμεταλλεύονται εξαρτημένη μισθωτή εργασία και μερίδες μισθωτής εργασίας

 

 

IV. Το Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο

 

Το κεντρικό θεμέλιο του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου είναι η άμεσηυπαγωγή της επιστήμης στο κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η διάσταση του πανεπιστημίου από την κοινωνική παραγωγή, γιατί κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε την ουσιαστική κατάργηση του πρώτου. Όμως, οι ανάγκες και οι επιταγές της καπιταλιστικής οικονομίας έρχονται πλέον πολύ πιο κοντά στο πανεπιστήμιο ενώ πληθαίνουν οι μηχανισμοί διαπλοκής. Η άμεση υπαγωγή εκφράζεται και στα τρία θεμελιακά πεδία του: την έρευνα, την εκπαίδευση και την διοίκηση.

Η έρευνα είχε αναβαθμισθεί, σε σχέση με την διδασκαλία που παλιότερα ήταν το κύριο μέλημα, από την προηγούμενη εποχή του πανεπιστημίου. Ήδη το Δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο αναλάμβανε σημαντικό ρόλο στον τομέα της Έρευνας και της Ανάπτυξης και απορροφούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους κυρίως κρατικής χρηματοδότησης. Από τα τέλη του 19ου αιώνα τα γερμανικά και τα αμερικανικά πανεπιστήμια μετατράπηκαν σε ερευνητικά κέντρα. Οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις (παγκόσμιοι πόλεμοι, ψυχρός πόλεμος κλπ.) ενίσχυσαν την τάση αυτή καθώς το πανεπιστήμιο αναλάμβανε κρίσιμο και ενεργό ρόλο στις συγκρούσεις αυτές στηρίζοντας τον καπιταλισμό της χώρας του. Όμως το κέντρο βάρους της έρευνας στο Δημόσιο-κρατικό πανεπιστημίο ήταν στην βασική έρευνα. Δευτερευόντως διεξαγόταν και εφαρμοσμένη έρευνα. Στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο η ισορροπία αυτή ανατρέπεται. Προηγουμένως το πανεπιστήμιο ήταν υποχρεωμένο – είτε μέσω της εποπτείας των υπουργείων παιδείας είτε/και για να διατηρήσει την αξιοπιστία του – να μπορεί να επιδείξει έρευνα πρώτης γραμμής (βασική έρευνα) και η διδασκαλία του να συνδέεται με αυτή. Αντιθέτως, στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο υπάρχει ένας κατακερματισμός όπου κάποια λίγα ιδρύματα εξακολουθούν να λειτουργούν όπως παλιά, άλλα γίνονται κυριολεκτικά τμήματα μελετών επιχειρήσεων και άλλα περιορίζονται στην διδασκαλία χωρίς να διεξάγουν ουσιαστικά έρευνα. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις (εκτός των τελευταίων «διδακτηρίων») όμως έχει ενισχυθεί ο ρόλος της εφαρμοσμένης έρευνας που επιβάλλει μία αμεσότερη σύνδεση με την οικονομία και την αγορά. Η έρευνα λοιπόν «βιομηχανοποιείται», δηλαδή καλλιεργείται μαζικά και υπάγεται πολύ πιο άμεσα στις ανάγκες του κεφαλαίου. Συνακόλουθα, περιορίζεται ή/και ελαχιστοποιείται η δυνατότητα έρευνας σε μη κερδοφόρα ή «προβληματικά» πεδία. Επακόλουθο είναι η εμπορευματοποίηση της επιστήμης και της έρευνας και η μαζική εισαγωγή μέσα στην «πανεπιστημιακή κοινότητα» όχι πλέον απλά ιεραρχικών σχέσεων όπως στο παρελθόν αλλά σχέσεων μισθωτής εργασίας (με εξω-πανεπιστημιακές διασυνδέσεις). Η μαζική, βιομηχανοποιημένη και εμπορευματοποιημένη έρευνα χρειάζεται, εκτός από τους πανεπιστημιακούς, ένα ειδικό προσωπικό – άσχετο, εν πολλοίς, από την πανεπιστημιακή διδασκαλία – που αποτελεί κυριολεκτικά μισθωτή διανοητική εργασία. Το δυναμικό αυτό απαρτίζεται από προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές (που πολλές φορές δεν έχουν καν την τύχη η εργασία τους να είναι μισθωτοί) και πτυχιούχους ερευνητές.

Στο πεδίο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης λαμβάνουν χώρα δύο σημαντικές αλλαγές. Πρώτον, αλλάζει ο διαχωρισμός των γνωστικών αντικειμένων και πλέον αντί τα πανεπιστημιακά τμήματα (και τα πτυχία που απονέμουν) να καλύπτουν μία ολόκληρη επιστήμη (δίνοντας και ανάλογα εργασιακά δικαιώματα), προωθείται μία κατακερματιστική εξειδίκευση συνδυασμένη με μία απατηλή διεπιστημονικότητα. Δεύτερον, επιβάλλεται μία τάση σχολειοποίησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και εκκαθάρισης της από κάθε κριτικό στοιχείο.

Ο κατακερματισμός των γνωστικών αντικειμένων και άνοδος των εφαρμοσμένων και επιχειρηματικών κατευθύνσεων προωθείται γιατί ο κληροδοτημένος από τον Διαφωτισμό παραδοσιακός ακαδημαϊκός διαχωρισμός των επιστημών δεν είναι πλέον λειτουργικός για τον καπιταλισμό. Καθώς το πανεπιστήμιο υπάγεται άμεσα πλέον στην παραγωγή, η παραδοσιακή ακαδημαϊκή διαίρεση – που στόχευε κυρίως στην καλλιέργεια αστών-πολιτών – φορέων της κυρίαρχης ιδεολογίας αλλά ταυτόχρονα με μία ευρύτητα σκέψης – χρειάζεται μόνο για μία εξαιρετικά μειοψηφική ελίτ. Αντίθετα, η μάζα των αποφοίτων πρέπει να διαμορφωθεί και να διοχετευθεί όπως και εκεί που οι ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας επιτάσσουν. Πλέον το κριτήριο για τη συγκρότηση πανεπιστημιακών τμημάτων και την εισαγωγή μαθημάτων στα προγράμματα σπουδών δεν είναι η αντιστοίχιση τους σε βασικές διαιρέσεις και θεματικές κατηγορίες της επιστήμης αλλά οι απαιτήσεις της οικονομίας. Ταυτόχρονα, παραδοσιακά τμήματα – ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες – υποβαθμίζονται, υποχρηματοδοτούνται, δεν στελεχώνονται επαρκώς ή και κλείνουν. Οι πρόωρες εξειδικεύσεις – και μάλιστα σε προπτυχιακό επίπεδο, δηλαδή πριν ένας φοιτητής μπορέσει να αποκτήσει μία συνεκτική επιστημονική συγκρότηση – δεν παράγουν επιστήμονες (με την παραδοσιακή έννοια του όρου) αλλά επιστημονικά επιμορφωμένους-καταρτισμένους ειδικούς σε εξαιρετικά περιορισμένα πεδία της κοινωνικής γνώσης. Το αποτέλεσμα είναι η ελαχιστοποίηση οποιασδήποτε συνολικής οπτικής και συνακόλουθης κριτικής θεώρησης. Επιπλέον, περιορίζονται τα εργασιακά δικαιώματα καθώς ένας τέτοιος πτυχιούχος μπορεί να απασχοληθεί μόνο σε ένα περιορισμό φάσμα εργασιών. Μάλιστα όταν αυτές καλύπτουν βραχυπρόθεσμες ανάγκες, τότε μετά την κάλυψη τους ο πτυχιούχος αυτός ουσιαστικά απαξιώνεται και πρέπει να αποκτήσει μία νέα ειδίκευση για να μπορέσει να εργασθεί.

Σχετικά με την δεύτερη αλλαγή – την σχολειοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας – υπάρχει μία τάση τυποποίησης του διδακτικού περιεχομένου των μαθημάτων, που υπαγορεύεται από τις κυρίαρχες θεωρίες και πανεπιστημιακά ιδρύματα σε κάθε κλάδο αλλά και από επιχειρηματικές εξαρτήσεις που αφενός φτωχαίνει την διδασκαλία και αφετέρου συνήθως εξοβελίζει  κάθε ετερόδοξη άποψη. Καθώς επιβάλλονται διαδικασίες ανταγωνισμού μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων επικρατούν ορισμένα κυρίαρχα διδακτικά πρότυπα που ορίζονται ως «κανόνας» και που λειτουργούν πολύ πιο ασφυκτικά από οποιαδήποτε προηγούμενα καθώς συνδυάζονται άμεσα με οικονομικά οφέλη.

Στο τομέα της διοίκησης η λειτουργία του πανεπιστημίου χάνει τον δημόσιο και τυπικά κοινωφελή μανδύα της και συνδέεται στενότερα με ιδιωτικά συμφέροντα. Προχωρά μία διαδικασία ιδιωτικοποίησης, όχι με την έννοια της παραχώρησης στην ιδιωτική ιδιοκτησία όσο στο ότι η διοίκηση του πανεπιστημίου αντιγράφει εταιρικά πρότυπα. Ακόμη, οι πανεπιστημιακοί χάνουν σιγά-σιγά το αποκλειστικό προνόμιο της διεύθυνσης των πανεπιστημίων και πλέον, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν επαγγελματίες διευθυντές με αμφίβολη σχέση με το πανεπιστήμιο.

 

Η πυραμιδοειδής ιεραρχία του επιχειρηματικού πανεπιστημίου και ο συνδυασμός δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα

Η «εποχή» του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου – σε αντίθεση με τις προηγούμενες της – δεν χαρακτηρίζεται από ένα τύπο πανεπιστημιακού ιδρύματος αλλά από μία πυραμειδοειδή ιεραρχία διαφορετικών τύπων. Αφήνοντας στην άκρη επιμέρους ιδιομορφίες των διαφόρων εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων, μπορούν να διακριθούν τρεις βασικοί τύποι.

Η σχετικά στενή κορυφή της πυραμίδας αποτελείται από ιδρύματα που συνδυάζουν τις κλασικές λειτουργίες του πανεπιστημίου με τις νέες του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Παράγουν επιστήμη και εκπαιδεύουν σε αυτή χωρίς να δεσμεύονται άμεσα για την εξυπηρέτηση ειδικών καπιταλιστικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Ταυτόχρονα όμως έχουν και ισχυρές επιχειρηματικές δραστηριότητες, χωρίς όμως η λειτουργία τους να εξαρτάται από τις τελευταίες. Πρόκειται για ιδρύματα με υψηλό κύρος και ισχυρές οικονομικές βάσεις , που τα αποδεσμεύουν από οικονομικές πιέσεις και εξαρτήσεις – που αποσκοπούν στην παραγωγή των ελίτ της άρχουσας τάξης αλλά και στην διεξαγωγή βασικής έρευνας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα πανεπιστήμια της αμερικανικής Ivy League και τα περισσότερα ανάλογα του βρετανικού Russel Group. Τα ιδρύματα αυτά είναι είτε δημόσια είτε ιδιωτικά, αλλά τα τελευταία δεν ανήκουν στην κατηγορία των for-profit (δηλαδή δεν εξαρτώνται από την αποκόμιση κέρδους για την λειτουργία τους και έχουν την δυνατότητα παροχής μη-κερδοφόρων εκπαιδευτικών και ερευνητικών διαδικασιών).

Η μέση της πυραμίδας αποτελείται από ευάριθμα κυρίως δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα που προορισμός τους είναι κυρίως η εκπαίδευση, ενώ η έρευνα που διεξάγουν είναι λιγότερο βασική και ολοένα και περισσότερο εφαρμοσμένη και έχουσα επιχειρηματικές διαπλοκές. Ο τύπος αυτός έχει συνήθως δεσμεύσεις και περιορισμούς καθώς περιορίζεται η κρατική χρηματοδότηση και η εξεύρεση εναλλακτικών πόρων οδηγεί στον ανταγωνισμό μεταξύ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων για χορηγούς και επιχειρηματικά ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα. Παρ’ όλα αυτά διαφέρουν από τα for-profit ιδρύματα.

Η βάση της πυραμίδας αποτελείται από πολλά χαμηλού επιπέδου ιδρύματα με άμεση επιδίωξη την κερδοφορία (for profit) και τυχάρπαστο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Τα ιδρύματα αυτά είναι κυρίως ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η επιβίωση τους σχετίζεται άμεσα με την κερδοφορία τους. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα τους είναι σχετικά βραχύβια και επιδιώκουν να καλύψουν άμεσες ανάγκες της αγοράς εργασίας και επιχειρήσεων. Προσφέρουν εκπαιδευτικά προγράμματα ουσιαστικά επιστημονικής κατάρτισης (και όχι εκπαίδευσης) σε εξαιρετικά στενές εξειδικεύσεις. Από την στιγμή δε που οι συγκεκριμένες εξειδικεύσεις δεν έχουν ζήτηση τότε τα αντίστοιχα προγράμματα καταργούνται.

Το σύνολο αυτό έχει ένα μαζικότερο φοιτητικό πληθυσμό συγκριτικά με τις άλλες «εποχές». Όμως αυτή η μαζικοποίηση του φοιτητικού πληθυσμού – καθώς λίγο-πολύ παντού διευρύνεται η ελευθερία πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση – συμβαδίζει με μία εξίσου έντονη διαστρωμάτωση και διαίρεση των διαφόρων κατηγοριών πτυχιούχων. Χωρίζουν λιγότερα πράγματα έναν πτυχιούχο ενός πανεπιστημιακού προγράμματος δεύτερης κατηγορίας από τον πτυχιούχο ενός προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης από όσα τον χωρίζουν από τους αποφοίτους μίας σχολής ελίτ. Γι’ αυτό άλλωστε και η πρόσβαση στις τελευταίες περιορίζεται δραστικά όσο αυξάνει η ελευθερία πρόσβασης σε όλα τα υπόλοιπα πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Ακριβώς επειδή το Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο έχει αυτή την πυραμιδοειδή διάρθρωση γι’ αυτό είναι άστοχος ο όρος «πανεπιστήμιο-επιχείρηση». Ακριβολογώντας, αντιστοιχεί μόνο στα for-profit ιδρύματα και επίσης παραγνωρίζει τις ευρύτερες λειτουργίες του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Επίσης, υπονοεί κατά βάση ιδιωτικά ιδρύματα όταν ο κύριος όγκος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένει τυπικά δημόσιος. Άλλωστε έχει αναγνωρισθεί ότι η δημιουργία καθαρών καπιταλιστικών αγορών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι εφικτή για αντικειμενικούς λόγους (Marginson (2013), Hemsley-Brown (2011) και από μία καθαρά Ορθόδοξη σκοπιά Winston (2013)). Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις μελέτες του ΟΟΣΑ (που έχει αναλάβει ειδικό ρόλο στην ανώτατη εκπαίδευση) όπου ταλαντεύεται αντιφατικά ανάμεσα στο ρόλο των πανεπιστημίων ως παρόχων ιδιωτικών οφελών στους φοιτητές και άλλες ομάδες συμφερόντων (stakeholders) και ως παρόχων δημοσίων αγαθών (Hunter (2013)). Επειδή δεν μπορούν να υπάρξουν καθαρές καπιταλιστικές αγορές στην ανώτατη εκπαίδευση γι’ αυτό στο Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο οργανώνονται οιωνεί-αγορές (quasi markets) κυρίως μέσω των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας (της καθ’ ημάς ψευδώνυμης «αξιολόγησης). Στα συστήματα αυτά μία δημόσια ή ημι-δημόσια αρχή παίζει αποτιμά τα ιδρύματα προσομοιάζοντας την λειτουργία της αγοράς αλλά έχοντας επίσης σημαντικά άλλα κριτήρια (Willmott (2003)). Με τον τρόπο αυτό επιβάλλεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιδρυμάτων αλλά αυτός υπόκειται πάντα σε ισχυρή κρατική εποπτεία και δεν παίρνει τις γυμνές και καταστροφικές μορφές του ενδο-καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

 

Η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία και οι πανεπιστημιακές κοινωνικές ομάδες

Η άμεση εισχώρηση της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα στο πανεπιστήμιο μετασχηματίζει την ταξική διάρθρωση του. Οι κλασικές κοινωνικές μερίδες (καθηγητές, φοιτητές) μετασχηματίζονται και υποδιαιρούνται σε νέες κατηγορίες και εμφανίζονται νέες μερίδες με καινοφανή χαρακτηριστικά. Επιπλέον, τόσο οι μετασχηματισμένες παραδοσιακές όσο και οι νέες μερίδες που εμφανίζονται πολώνονται σε σχέση με το εάν άμεσα είτε έμμεσα εκμισθώνουν και εκμεταλλεύονται εξαρτημένη μισθωτή εργασία ή αντίθετα επιτελούν μισθωτή (εκμεταλλευόμενη) εργασία.

Στον πανεπιστημιακό χώρο συγκροτούνται παραδοσιακά δύο βασικές κοινωνικές μερίδες (καθηγητικό σώμα και φοιτητές) και δευτερευόντως κάποιες άλλες (εργαζόμενοι, βοηθητικό προσωπικό κλπ.), που το μέγεθος και η βαρύτητα τους ποικίλει ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Ο ταξικός χαρακτήρας των δύο βασικών κοινωνικών μερίδων δεν παραμένει σταθερός και αμετάλλακτος διαχρονικά αλλά αποτυπώνει τους μετασχηματισμούς της σχέσης-πανεπιστήμιο μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.

Στην πρώτη «εποχή» ο πανεπιστημιακός χώρος απαρτιζόταν κυρίως από το καθηγητικό σώμα και τους φοιτητές. Το πρώτο ήταν ένα μεσο-αστικό στρώμα γιατί βασική αρμοδιότητα είχε να νομιμοποιεί ιδεολογικά την αστική κοινωνία και να εκπαιδεύει αυτούς που θα αναπαρήγαγαν αυτή την λειτουργία καθώς και επαγγελματίες (γιατρούς, δικηγόρους κλπ.) που στην περίοδο εκείνη αποτελούσαν μεσο-αστικά στρώματα. Ο φοιτητικός πληθυσμός επίσης προερχόταν από αστικά και μεσο-αστικά στρώματα καθώς ο αριθμός των εισακτέων ήταν μικρός. Το πανεπιστήμιο επομένως, μέσα από ένα πλέγμα ταξικών φραγμών, εκπαίδευε γόνους των αστικών και μεσο-αστικών στρωμάτων, οι οποίοι με την σειρά τους εντασσόντουσαν στις τάξεις αυτές.

Στο Δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο ο ταξικός χαρακτήρας του καθηγητικού προσωπικού και του φοιτητικού πληθυσμού διαφοροποιήθηκε ενώ η ανάπτυξη των πανεπιστημίων και της υποδομής τους οδήγησε στην μαζικοποίηση των δευτερευουσών κοινωνικών μερίδων (εργαζόμενοι κλπ.). Και τα δύο αυτά στρώματα μαζικοποιήθηκαν δραστικά, ιδιαίτερα στην «χρυσή περίοδο» του’60 και του ’70 που οι ραγδαίοι ρυθμοί καπιταλιστικής συσσώρευσης απαιτούσαν αντίστοιχες αυξήσεις του επιστημονικού και του εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού. Η ανάγκη αυτή μαζικοποίησης μείωσε την λειτουργική σημασία των ταξικών φραγμών και για τους δύο αυτούς πανεπιστημιακούς πληθυσμούς. Όσον αφορά το καθηγητικό στρώμα, αυτό διαιρέθηκε σε περισσότερες βαθμίδες και έχασε εν μέρει τμήμα του «αριστοκρατικού» χαρακτήρα και της κοινωνικής αίγλης που είχε προηγουμένως. Από την άλλη πλευρά όμως, τουλάχιστον κάποιοι επιστημονικοί κλάδοι του απέκτησαν μεγαλύτερο βάρος στην οικονομική ζωή ενώ κάποιοι άλλοι αναβαθμίσθηκαν όσον αφορά τις διαδικασίες θεσμοποίησης και ρύθμισης των αστικών κοινωνιών. Το καθηγητικό σώμα εξακολουθούσε να προέρχεται από (αν και όχι πλέον τόσο ασφυκτικά) και να ανήκει σε αστικά και μεσο-αστικά στρώματα. Από την άλλη, η ταξική προέλευση του φοιτητικού πληθυσμού άλλαξε σημαντικά καθώς το πανεπιστήμιο άνοιξε σε εργατικά και λαϊκά στρώματα. Εκείνο όμως που άλλαξε καταλυτικά ήταν η ταξική ένταξη των πτυχιούχων, καθώς πολλοί κλάδοι έχασαν τον ελευθερο-επαγγελματικό χαρακτήρα τους και απέκτησαν χαρακτηριστικά εξαρτημένης μισθωτής εργασίας.

Στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο ο φοιτητικός πληθυσμός και το καθηγητικό σώμα διασπώνται σε μερίδες που διαπερνώνται πλέον άμεσα από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Ένα μέρος του καθηγητικού σώματος αποτελεί πλέον ανοικτά την εργοδοσία ενώ ένα τμήμα του φοιτητικού πληθυσμού (προπτυχιακού και μεταπτυχιακού) αλλά και ένα τμήμα επίσης του καθηγητικού προσωπικού αποτελούν κυριολεκτικά μισθωτή εργασία. Επιπλέον, προστίθεται μία μαζική κατηγορία ερευνητών και διδασκόντων με αρκετές εσωτερικές διαφοροποιήσεις που ουσιαστικά αποτελούν «επιστημονικό προλεταριάτο».

 

Ακαδημαϊκός «ιμπεριαλισμός»

Σήμερα είναι προφανής η αυξανόμενη διεθνοποίηση του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Υπό το πρόσχημα των διεθνών συνεργασιών και της «αριστείας» σχηματίζονται διεθνείς εξαρτήσεις και δημιουργούνται πολυεθνικά επιχειρηματικά πανεπιστήμια. Η κίνηση αυτή ξεκινά από ιδρύματα στην κορυφή της πυραμίδας αλλά επεκτείνεται στις υπόλοιπες βαθμίδες της. Ξεκινώντας ιδιαίτερα από Δυτικά πανεπιστήμια, πλέον δεν επιδιώκεται μόνο οι προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών και επιστημονικού και διδακτικού προσωπικού αλλά δημιουργούνται παραρτήματα και «υπεργολαβίες» σε άλλες χώρες. Οι εξαρτήσεις αυτές αφορούν κυρίως την εκπαίδευση αλλά πλέον επεκτείνονται και στην έρευνα. Βέβαια οι τύποι εξάρτησης διαφέρουν σημαντικά. Τα ιδρύματα της κορυφής των βασικών ιμπεριαλιστικών χωρών συνδέονται με ιδρύματα χωρών από κατώτερες βαθμίδες της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας αντλώντας φοιτητές και προσωπικό, πουλώντας εκπαιδευτικές και ερευνητικές υπηρεσίες και ακόμη και δημιουργώντας – με ή χωρίς συνεργασίες εγχώρια παραρτήματα. Αντίθετα μεσαία ιδρύματα έχουν μικρότερες τέτοιες δυνατότητες και περιορίζονται να πωλούν το όνομα τους. Τέλος, στη βάση της πυραμίδας for-profit ιδρύματα πωλούν σε αντίστοιχα ιδρύματα υποδεέστερων χωρών ουσιαστικά την ταμπέλα τους. Από τις διασυνδέσεις αυτές φυσικά προκύπτουν ανάλογα οικονομικά οφέλη και εξαρτήσεις.

Ιδιαίτερο ρόλο τα τελευταία χρόνια σε αυτή την τάση διεθνοποίησης και ακαδημαϊκού «ιμπεριαλισμού» παίζουν τα προγράμματα εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Άλλωστε γι’ αυτό προωθούνται εξαιρετικά επιθετικά από επιφανή Δυτικά ιδρύματα. Ουσιαστικά πρόκειται για σπουδές Linguaphone (δηλαδή χαμηλής εκπαιδευτικής αξίας) καθώς απουσιάζει ο πλούτος της δια ζώσης επαφής και διδασκαλίας. Ταυτόχρονα όμως είναι σχετικά φθηνές και συνεπώς διευρύνουν την πανεπιστημιακή αγορά. Επίσης, βοηθούν στην εκτόπιση ακαδημαϊκού διδακτικού προσωπικού και στην αντικατάσταση του από κακοπληρωμένους και εντατικοποιημένους φροντιστές αφενός και εξοπλισμούς τηλεδιάσκεψης αφετέρου. Επιπλέον, η διδασκαλία χάνει κάθε αμεσότητα και ζωντάνια ενώ αυξάνει η δυνατότητα τυποποίησης και σχολειοποίησης της και εκκαθάρισης της από αιρετικά στοιχεία.

 

Οι ιδιαιτερότητες του ελληνικού Επιχειρηματικού πανεπιστημίου

Στην Ελλάδα το Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο ήλθε με σημαντική χρονική υστέρηση. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν δύο στοιχεία. Πρώτον, το ισχυρό μεταπολιτευτικό φοιτητικό κίνημα που καθυστέρησε σημαντικά τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις της ανώτατης εκπαίδευσης. Κρίσιμο θεσμικό εμπόδιο αποτελεί πάντα η συνταγματική απαγόρευση ιδιωτικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και διδάκτρων (άρθρο 16). Έτσι, μόνο μέσω νομικής φαλκίδευσης (από το ΣτΕ) ξεπεράσθηκε η απαγόρευση διδάκτρων για τις μεταπτυχιακές σπουδές. Δεύτερον, το ότι στον ελληνικό καπιταλισμό ακόμη και οι ισχυρότεροι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν περιορισμένη Έρευνα & Ανάπτυξη καθώς προτιμούν να την αγοράζουν από το εξωτερικό ή να την παίρνουν δωρεάν από το δημόσιο. Βέβαια και το τελευταίο έχει περιορισμένες δαπάνες γι’ αυτήν.

Για τους ίδιους λόγους το Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο στη χώρα μας πήρε «μπάσταρδη» μορφή. Ουσιαστικά, μέχρι σήμερα αποτελεί ένα κέλυφος που στο εσωτερικό του λειτουργούν πάμπολλα μικρομάγαζα επιχειρηματιών-πανεπιστημιακών. Αντίθετα, στο κυρίαρχο πρότυπο του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου είναι το τελευταίο σαν συνολικός μηχανισμός που αναπτύσσει τις λειτουργίες του. Στο εσωτερικό του κάποιες μερίδες πανεπιστημιακών μετέχουν στη διεύθυνση (και συμμετέχουν στην αποκόμιση υπεραξίας) ενώ η μεγάλη πλειοψηφία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, καλοπληρωμένο προσωπικό. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονται μικρομάγαζα και διαδικασίας ατομικής ιδιοποίησης μέσα στο ίδρυμα. Όμως ήδη φαίνεται ότι αυτή η περίοδος πανεπιστημιακών μικρομάγαζων παρέρχεται καθώς τόσο θεσμικά όσο και αντικειμενικά αναπτύσσονται ισχυρές τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης.

Καθοριστικό ρόλο στην προώθηση του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου στη χώρα μας έπαιξε η ΕΕ και η δημιουργία του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης. Βασικοί άξονες είναι η διαδικασία της Μπολόνια και η Στρατηγική της Λισαβώνας. Αξίζει να επισημανθεί ότι, ενώ η πρώτη προσπαθούσε να ωθήσει τα κράτη-μέλη στην κατεύθυνση αυτή, η δεύτερη έχει ένα πολύ πιο αποφασιστικό και διεθνικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει νομικά δεσμευτικές ντιρεκτίβες (π.χ. στην αναγνώριση πτυχίων), κοινές συστάσεις καθώς και πολλά δεσμευτικά χρηματοδοτικά σχήματα (δηλαδή χρηματοδότηση έναντι θεσμικών αλλαγών).

Τέλος, η ελληνική κρίση και τα Μνημόνια που επιβλήθηκαν εντείνουν την οικοδόμηση του Επιχειρηματικού πανεπιστημίου καθώς η κρατική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων μειώθηκε δραματικά με αποτέλεσμα τα τελευταία να στρέφονται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες και διασυνδέσεις για την εξεύρεση πόρων. Φυσικά, η στροφή αυτή ενισχύεται από την γρήγορη πλέον αλλαγή του θεσμικού πλαισίου από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις.

 

 

V. Για ένα πρόγραμμα πάλης ενάντια στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο

 

Η αντίθεση στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να οργανωθεί στην βάση της ρομαντικής αναπόλησης των παλαιότερων «εποχών» του, καθώς οι βάσεις συγκρότησης τους έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η προσπάθεια αντιμετώπισης των αλλαγών αυτών και της επιχειρηματικοποίησης με βάση διαταξικές συμμαχίες με επίκεντρο ηθικές επικλήσεις περί αφιλοκέρδειας του πανεπιστημίου είναι ατελέσφορες. Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού οδηγούν στο Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και συνεπώς δεν μπορεί να ανατραπεί το τελευταίο με την επίκληση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων του καπιταλισμού, γιατί αυτή παρέρχεται ανεπιστρεπτί.

Η μόνη κοινωνική δύναμη που μπορεί να αντιπαλέψει το Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο είναι η ενοποίηση όλων αυτών των πανεπιστημιακών μερίδων που οδηγούνται στην μισθωτή εργασία και η σύνδεση τους με τον κόσμο της εργασίας εκτός πανεπιστημίου. Άλλωστε οι μερίδες αυτές – τόσο μέσα στο πανεπιστήμιο όσο και αυτές που παράγονται από το πανεπιστήμιο και βγαίνουν μετά στην αγορά εργασιακής δύναμης – βρίσκονται στην καρδιά των καινούργιων εργασιακών κατηγοριών που δημιουργεί το νέο στάδιο του καπιταλισμού. Ένα τέτοιο μέτωπο παιδείας – εργασίας, που θα ενώνει τις εργαζόμενες μερίδες του πανεπιστημίου μεταξύ τους αλλά και με τις εργαζόμενες μάζες εκτός πανεπιστημίου, δεν μπορεί παρά να βάλει στο επίκεντρο του το ζήτημα της εργασίας: τόσο της βελτίωσης της θέσης της μέσα στην σημερινή τάξη πραγμάτων αλλά κυρίως την απελευθέρωση της από την μισθωτή εργασία.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν πρέπει να διστάζει να συνδέει το πανεπιστήμιο με την παραγωγή και την εργασία. Άλλωστε μία κοινωνία της απελευθερωμένης εργασίας θα πρέπει να υπερβεί την ύπαρξη ενός θεσμού γνώσης διαχωρισμένου από την παραγωγή, όπως το πανεπιστήμιο. Δύναμη του αιτήματος απελευθέρωσης από την μισθωτή εργασία είναι ακριβώς η στήριξη στον κόσμο της εργασίας. Η εκπαίδευση – όχι φυσικά ουδέτερα και χωρίς κοινωνικούς προσδιορισμούς – είναι πλέον οργανικό χαρακτηριστικό του κόσμου αυτού. Η αστική τάξη αποσύνδεσε την εκπαίδευση από την εργασία όταν αυτό σήμαινε την πίεση για εξασφάλιση απασχόλησης σε όσους σπούδαζαν και σήμερα έρχεται να απαιτήσει την επανασύνδεση τους αλλά με τους δικούς της όρους. Ο κόσμος της εργασίας όχι μόνο δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να υπεκφύγει αυτή την σύνδεση. Πρέπει να την θέσει αλλά από την δική του σκοπιά και με τους δικούς του όρους. Αυτό σημαίνει διεκδικήσεις όπως η παρεχόμενη γνώση να διευρύνει τους κοινωνικούς και γνωστικούς ορίζοντες και να διευκολύνει τον κόσμο της εργασίας να οργανώνει και να διευθύνει αυτός την κοινωνική παραγωγή. Φυσικά, κάτι τέτοιο αντίκειται στις θεμελιακές βάσεις του σημερινού κοινωνικού συστήματος, αλλά βήματα στην κατεύθυνση αυτή σαφώς και μπορούν να επιτευχθούν. Επίσης, σημαίνει την διεκδίκηση η εκπαίδευση να συνδυάζεται με το δικαίωμα στην απασχόληση με σταθερούς και αξιοπρεπείς όρους. Ακόμη σημαίνει την διεκδίκηση της ελεύθερης πρόσβασης, ιδιαίτερα για τα εργαζόμενα και τα λαϊκά στρώματα, στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Τέλος χρειάζονται αιτήματα που να βάζουν στο στόχαστρο τους την επιχειρηματικοποίηση και να συνδέονται με γενικότερα προβλήματα του κόσμου της εργασίας.

Ο δρόμος για ένα τέτοιο μέτωπο με αυτό το περιεχόμενο είναι προφανές ότι δεν είναι εύκολος. Απαιτείται να ξεπερασθούν σημαντικές αγκυλώσεις και διαχωρισμοί. Κατ’ αρχήν χρειάζεται η υπέρβαση της αίσθησης τόσο των εργαζόμενων μερίδων του πανεπιστημίου όσο και των αποφοίτων του ότι είναι κάτι διαφορετικό από τον κόσμο της εργασίας. Επιπλέον, χρειάζεται στο εσωτερικό του πανεπιστήμιου το ξεπέρασμα της υπεροψίας και της αδιαφορίας των παραδοσιακών πανεπιστημιακών βαθμίδων (και ιδιαίτερα των μερίδων τους που εμπλέκονται σε σχέσεις μισθωτής εργασίας) απέναντι στους «αφανείς πανεπιστημιακούς» και στους εργαζόμενους μεταπτυχιακούς και προπτυχιακούς φοιτητές. Τέλος, ένα κρίσιμο βήμα είναι η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζόμενων μερίδων στο πανεπιστήμιο (μεταπτυχιακοί φοιτητές, «αφανείς πανεπιστημιακοί» κλπ.).

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Cantwell, B., & Kauppinen, I. (Eds.). (2014), Academic Capitalism in the Age of Globalization. Baltimore, MD: John Hopkins University Press.

 

Chandler J., Barry J. & Clark H. (2002), ‘Stressing Academe: The Wear and Tear of the New Public Management’, Human Relations, 55 (9),

 

Clark B.R. (1998), Creating entrepreneurial universities: Organisational pathways of transformation, Oxford: Pergamon Press.

 

Ditton, M. (2009), ‘How social relationships influence academic health in the ‘enterprise university’: an insight into productivity of knowledge workers’, Higher Education Research & Development, 28(2)

 

Hemsley-Brown, J. (2011), ‘Market, heal thyself: the challenges of a free market in higher education’, Journal of Marketing for Higher Education, 21(2)

 

Hunter, C. P. (2013), ‘Shifting themes in OECD country reviews of higher education’, Higher Education, 66, 707–723.

 

Jessop B. (2017), ‘Varieties of academic capitalism and entrepreneurial universities: On past research and three thought experiments’, Higher Education, 73, 853–870

 

Marginson S. (2000), ‘Rethinking academic work in the global era’, Journal of Higher Education Policy and Management, 22(1).

 

Marginson S., & Considine M. (2000), The enterprise university: Power governance and reinvention in Australia, Cambridge: Cambridge University Press.

 

Marginson S. (2013), ‘The impossibility of capitalist markets in higher education’, Journal of Education Policy, 28(3)

 

Ιωαννίδης Α. & Μαυρουδέας Στ. (2000), «Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Eίναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιο της σήμερα;», στον τόμο του 7ου συνεδρίου του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ με θέμα «ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ».

 

Ioannides A. – Mavroudeas S. (2003), ‘Stages of Capitalist Development: Is there a new post-1973 stage in process?’, International Conference ‘The work of Karl Marx and the challenges of the 21st century’, Institute of Philosophy, Havana, Cuba 5-7 May.

https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2011/07/03/%E2%80%98stages-of-capitalist-development-is-there-a-new-post-1973-stage-in-process%E2%80%99/

 

Μαυρουδέας Στ. (1997), «Πανεπιστήμιο και καπιταλισμός», Ουτοπία νο.18.

 

Μαυρουδέας Στ. (2005), Οι τρεις εποχές του πανεπιστημίου – Το πανεπιστήμιο στον καπιταλισμό, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

 

Μαυρουδέας Στ. (2006), «Η Πολιτική Οικονομία και η Κριτική της», Αθήνα: Τυπωθύτω

 

Mavroudeas S. & Papadatos F. (2018), ‘Is the Financialisation Hypothesis a theoretical blind alley?’, World Review of Political Economy, 9(4).

 

Mavroudeas S. (2019), ‘De-globalisation and the Return of the Theory of Imperialism’, σε Kaoru Natsuda K. et al (eds.), Globalisation and Public Policy, London: IJOPEC

 

Münch R. (2014). Academic Capitalism: Universities in the Global Struggle for Excellence. London: Routledge.

 

Slaughter S. & Leslie L.L. (1997), Academic capitalism: Politics, policies and the entrepreneurial university, Baltimore, MD: Johns Hopkins University Press.

 

Slaughter S. & Rhoades G. (2004). Academic Capitalism and the New Economy: Markets, State and Higher Education. Baltimore, MD: Johns Hopkins University Press.

 

Willmott H. (2003), ‘Commercialising Higher Education in the UK: the state, industry and peer review’, Studies in Higher Education, 28(2)

 

Winston G. (1999), ‘Subsidies, Hierarchy and Peers: The Awkward Economics of Higher Education’, Journal of Economic Perspectives, 13(1)

 

Winter R. (2009), ‘Academic manager or managed academic? Academic identity schisms in higher education’, Journal of Higher Education Policy and Management, 31(2)

 

 

https://www.academia.edu/44072547/%CE%97_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B7_%CE%95%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7

https://www.researchgate.net/publication/344217404_E_Politike_Oikonomia_ton_neosynteretikon_anadiarthroseon_sten_Anotate_Ekpaideuse

 

Another comment on the current tensions between Greece and Turkey (and a debate with a Turkish chauvinist– S.Mavroudeas PRESS TV 11-9-2020

Yesterday (11-9-2020) I was asked by PRESS TV to comment on the current tensions between Greece and Turkey.

I expressed the opinion that these tensions and war-mongering threats are coming from both sides, that is the Greek and the Turkish ruling elites. And that the peoples of Greece and Turkey have nothing to gain from this. The two ruling elites scramble for supposed oil reserves in the Eastern Mediterranean basin. The existence of these reserves is far from certain; and also, if they exist, it is equally uncertain whether it is economically feasible to exploit them (debth, price of oil etc.). The irony is that, even if they exist and one side or the other gets them, the ultimate beneficiary would be the big Western oil companies that will exploit them paying peanuts to the host country.

So, the Greek and the Turkish ruling elites are flirting with war for their own gains and the gains of their foreign patrons. The Greek and the Turkish peoples have nothing to gain from this. However, they will pay a bloody price in the case of a war as they will be the cannofodder for their ruling elites.

The solution is a return to the status quo ante and the cease of all aggressive actions by both sides.

The other commentator in the News programme was a Turkish analyst who expressed the typical nationalistic and war-mongering rhetoric of chauvinist jingoists in both sides of the Aegean. Notable, among his arguments, was the dictum that you can expand your borders by winning militarily. Typical rubbish by people that usually send other people to be massacred while they play the super-heroes safely at home.

The videos of the comment can be assesed via the following links:

https://urmedium.com/c/presstv/34705

 

‘The Economic and Political Consequences of the COVID-19 Pandemic’, Stavros Mavroudeas – Chinese Academy of Social Sciences Symposium

The Academy of Marxism of the Chinese Academy of Social Sciences (CASS) organised an International Symposium on ‘Building a Community of Shared Future for Mankind During Fighting against COVID-19’. The symposium took place on the occasion of the launch of the collective volume titled ‘China’s Fight Against The COVID-19 Epidemic: Its Contribution And Implications To The World In The Eyes Of Foreigners, in which I contributed a paper titled ‘The Economic and Political Consequences of the COVID-19 Pandemic’.

 

My presentation in the Symposium can be downloaded through the following links:

https://www.scribd.com/document/473826724/The-Economic-and-Political-Consequences-of-the-COVID-19-Pandemic-CASS-Lecture

https://www.researchgate.net/publication/343905959_The_Economic_and_Political_Consequences_of_the_COVID-19_Pandemic_-_CASS_lecture

https://www.academia.edu/43960872/THE_ECONOMIC_AND_POLITICAL_CONSEQUENCES_OF_THE_COVID_19_PANDEMIC

 

‘Marxism and its contemporary relevance’ – Stavros Mavroudeas, FARAK International Conference

I was invited to speak at the International Conference on ‘Liberalism, Marxism, Study of Realism, Gandhism and Communism’, organised by FARAK in India.

The subject of my speech is ‘Marxism and its contemporary relevance’.

The transcript of my speech and the video follows.

 

 

FARAK international conference

‘Liberalism, Marxism, Study of Realism, Gandhism and Communism’

  

‘Marxism and its contemporary relevance’

 

Stavros Mavroudeas

Professor of Political Economy

Panteion University, Athens, Greece

e-mail: s.mavroudeas@panteion.gr

 

What is Marxism and why is relevant today

In 1989, after the fall of the Eastern bloc, mainstream pundits professed the death of Marxism.

However, not long since, around the 2008 global capitalist crisis this mainstream belief was shaken. Even die-hard mainstream voices (like the FT and the Economist) professed that Marx is more relevant than ever today. Of course, they gave a distorted picture of Marx and Marxism. Nevertheless, the ‘death of Marxism’ argument was buried for good.

The advent of the current COVID-19 health-cum-economic crisis reverberated even more strongly the contemporary relevance of Marxism.

But what gives Marxism this enduring analytical and practical power?

The answer lies in his ‘DNA’. Marxism is an entity comprising of (a) a worldview, (b) a socio-economic analysis and (c) a guideline for social praxis.

 

Marxism’s worldview

The essence of Marxism’s worldview is the very realistic proposition that our world is material, conflictual and dynamic.

  • Material because it is the matter (rather than some metaphysical mind) that forms our world.
  • Conflictual because contradictions (between social classes, opposing interests etc.) are the rule.
  • Dynamic because the struggle between the opposing sides of these contradictions generates change.

This is the old philosophical tradition of dialectics. Marx and Engels based this perspective on material conditions (rather than on idealist principles as for example in Hegelian idealist dialectics).

Hence, Marxism conceives the world as a material entity which is riddled with contradictions (and not harmony) and is prone to changes.

Marxism’s world view is organized on the basis of two intertwined theoretical sets: Dialectical Materialism and Historical Materialism.

 

Dialectical Materialism

Dialectical Materialism offers the methodology to understand our world. It is founded on the old dialectical scheme of thesis – antithesis – synthesis. This scheme signifies that out of the struggle between opposing sides (thesis and antithesis) a new situation will emerge (synthesis).

Among the many other features of the dialectical materialist analysis two have a prominent role and are particularly pertinent for comprehending the contemporary world.

The first feature is the distinction between appearance and essence. Its situation has an external appearance (the way it is presented in everyday life). But beneath it is hidden an essence; that is a system of generic relations that may not be viewed with a naked eye, but it dictates the way things evolve. For understanding the true condition of things, the human theory must move beyond the realm of appearances and discover the hidden essence of things. According to Marx’s very accurate dictum ‘all science would be superfluous if the outward appearance and the essence of things directly coincided’. The essence represents the general, generic elements and their concomitant laws of motion of a thing and/or a situation. Thus, it represents its general characteristics or, in dialectical materialist terms, its abstract dimension. The appearance is the modification of this general character with specific and special (for each particular case) characteristics. Hence, the appearance belongs to the level of the concrete.

 

Appearance Essence
concrete abstract

 

 

The second crucial feature is the method of abstraction. It follows from the previous feature. In order to understand the world, we have to proceed beneath the level of the appearances and discover the hidden but governing level of essence. Science should do this through the method of abstracting from special characteristics (which are of a lesser importance), concentrate on the few basic aspects and then dig beneath them to discover the hidden essence.

abstract                     concrete

 

 

Historical Materialism

Historical Materialism is the application of the dialectical materialist perspective in comprehending the human history. Marxism breaks radically from pre-existing conceptions of history as the result of the impact of ideas that were to effect changes in a society. For Marxism, ideas stem from material conditions. At the heart of material conditions is the economy; that is the system through which the humankind gets the necessities for its subsistence. This has been characterized, by friends and foes, as economic determinism. It is indeed economic determinism (as even Bill Clinton recognized that ‘It is the economy stupid’ that matters). But, contrary to the various anti-determinists, it is a determinism that (a) permits degrees of freedom and (b) recognizes feed-back effects. Hence, it is not a mechanistic determinism, as they erroneously clamour. In more strict Marxist terms, the economic relations are the base on which the superstructure (the rest of the social relations) is erected.

Contradictions – that is the struggle between opposing sides – in class-divided societies takes the form of class struggle between social classes. The primary field of this class struggle is the economy, but it subsequently spills over to the rest of social relations (which in turn affect the economy through feedback circuits).

Then Marxism explains the evolution of human societies through a stages of history theory. Human societies are organized on the basis of modes of production (MoP – that is configurations of socio-economic relations between different classes). Thus, different modes of production are recognized (primitive communal societies, slavery, feudalism, capitalism etc.). Each MoP has exhausted its life cycle and is ready for substitution by another MoP once it can no longer develop the forces of production (FoP – that is expand the well-being of societies).

 

 

Marxism’s socio-economic analysis

The world’s materiality rests primarily on the economy. For this reason, Marxism accurately profess the primacy of the economy over the rest of the social relations. Thus, Marxism’s second fundamental axis is his system of political economy. It consists of the Labour Theory of Value (LTV) and the Theory of Surplus-Value.

 

Labour Theory of Value

This theory regards human labour as the sole creator of wealth. Human labour is the only active component of the production process and the one that sets in motion the other FoP (means of labour etc.). Without human intervention no wealth-production can take place. Consequently, in capitalism (capitalist commodity production), where almost all goods become commodities, the amount of labour spent over the production of each commodity is its value. This (labour) value passes through a series of transformations (as it passes from the sphere of production to the spheres of circulation and distribution) and it is ultimately expressed as (monetary) price. Hence, value determines price but the latter – contrary to D.Ricardo – almost never coincides with its determining value; it rather fluctuates around it. This is the famous Law of Value:

value      determines               price

 

Marx formulated this conception through his Value Theory of Abstract Labour (that is a social conception of labour), as distinct from Ricardo’s (and the majority of Classical Political Economy) Value Theory of Embodied Labour (that is a technical conception of labour). Also contrary to Ricardo, value determines price but (a) through an indirect mechanism passing through different spheres (Prices of Production) and (b) at a subsequent phase prices feed-back on values.

Theory of Surplus-Value

This is the theory that explains how exploitation takes place in the capitalist system. It is based on the valid assumption that what it is bought and sold in the labour market is not the labour performed but the ability to perform labour (labour-power). This assumption grasps very accurately the fact that what a capitalist buys are hours of labour under his command and not the actual labour performed. The capitalist pays to the labourer a certain amount (value of labour-power). Then, the capitalist implements his managerial prerogative and is able to extract from the labourer’s work more value than what he has initially paid him. This is called surplus-value, it is unpaid labour and it is transformed in the capitalist’s profit.

It is worth noting that no other economic theory (Neoclassical, Keynesian etc.) can offer a different coherent explanation of the capitalist’s profit.

Subsequently, Marxism argues that capitalism is a socio-economic system organized around the extraction of profit (profit motive). This is again a very realistic assumption that no other economic theory can offer a satisfactory alternative.

From the rich and sophisticated Marxist economic analysis two elements are especially important.

The first element is that the capitalist system is riddled with internal contradictions. A consequence of these contradictions is the regular appearance of economic crises. Marxism, as opposed to mainstream Economics, has a very developed and meticulous theory of economic crises. The basis of the Marxist theory of economic crises is the famous Law of the Tendency of the Profit Rate to Fall (LTPRF). The gist of this argument is that capitalists by competing among themselves for greater profits ultimately lead the system to overaccumulation (that is expansion beyond its realistic dimensions) and thus to a falling rate of profit. This falling profitability tendency, once surpassing certain definite levels, leads to economic crises (that is the collapse of normal functioning of the system and the reduction of the GDP). In a nutshell, this conception argues that the ‘success’ of the system leads to its ‘failure’.

Relentlessly, Marx emphasises this self-destructive force built into the process of capitalist development:

‘And how does the bourgeoisie get over these crises? On the one hand, by the enforced destruction of a mass of productive forces; on the other, by the conquest of new markets, and by the more thorough exploitation of the old ones. That is to say, by paving the way for more extensive and more destructive crises, and by diminishing the means whereby crises are prevented.’

 

The second important element of Marxist economic analysis is that as the capitalist system ‘grows old’ (that is it fails to expand the FoP and becomes an obstacle to their further development), then it increases the exploitation of the toiling masses. This takes the form of relative (but also absolute in several cases) immiseration of the popular classes. In stricter terms, this explains the increase of economic inequalities and poverty in contemporary capitalism.

 

 

Marxism’s guideline for social praxis and change

Based on his worldview and his socio-economic analysis, Marxism offers his guideline for social praxis. It argues that once a socio-economic system is exhausted it is futile to try to reform it. Thus, it is necessary to remove it and substitute it with a better one. This has happened in the past with the succession from pre-capitalist socio-economic systems to the capitalist socio-economic system. Hence, Marxism pivot for social praxis is the societal change.

This societal change does not take place smoothly and peacefully as vested dominant interests and social classes do not relinquish their grip on society. Thus, societal change comes through class struggle:

‘The history of all hitherto existing societies is the history of class struggles’

(K.Marx)

In the case of the capitalist system, class struggle takes place on the basis of the antagonistic relation­ship between its two main classes: labour (the creator of social wealth) and capital (the appropriator of the greater part of social wealth). Marxism argues that labour (the working class) is the instigator of societal change towards a more just and equitable socio-economic system: socialism (and ultimately communism). Class struggle by labour (and the rest of the allied with-it popular classes) should not try to reform the system as this is futile. Instead, it should follow the strategic aim of overthrowing the whole system. This strategic aim is organized at the tactical level with the everyday struggles for ameliorating the working and living conditions of the toiling classes.

 

The contemporary relevance of Marxism

Marxism’s ‘DNA’ (his worldview, socio-economic analysis and guideline for social praxis) gives him his analytical and practical superiority and explains his contemporary relevance.

The recurrence of economic crises during the recent decades (e.g. 2008, 2020) emphasises Marxism’s superiority against mainstream Economics. His focus on economic crises makes Marxism better equipped to understand bot the existence and the recurrence of this phenomenon; whereas mainstream Economics simply lack a general theory of crisis or hve a very weak one (in the case of Keynesianism).

Similarly, the increase of inequalities and poverty in contemporary capitalism prove the contemporary relevance of Marxism. Again, mainstream Economics fail to offer a convincing alternative perspective.

But also, at a deeper epistemological level, Marxist materialist dialectics and their notion of contradiction prove particularly apposite in understanding the contemporary world that is riddled with conflicts and antagonisms.

 

A comment on the current tensions between Greece and Turkey – S.Mavroudeas PRESS TV 11-8-2020

The News Bulletin of PRESS TV asked for my comments on the current tensions between Greece and Turkey regarding the Exclusive Economic Zones in the Eastern Mediterranean.

 

The video of my comments and their transcript follows.

https://urmedium.com/c/presstv/30191

The current tensions are part of the long-running antagonism between the Greek and the Turkish ruling elites. This antagonism goes back to the formation of nation-states in the Balkan and the Eastern Mediterranean area in the 19th and the early 20th centuries.

In this antagonism both ruling elites scramble for gains and for regional influence.

They both use international law at will; that is each one chose an item of international law of the seas that suits it and disregards others.

This antagonism takes place under the auspices of the US, EU and NATO who are the ultimate patrons and arbiters. Recently, Greece has become even more subservient to these patrons because of its participation in the EU and the subsequent wreck of its economy during the recent economic crises. On the other hand, Turkey pursues a more independent and aggressive policy by playing not only with the West but also with Russia and other regional powers. As it feels more confident, the Turkish ruling elite expands its areas of operation more aggressively. However, the Greek ruling elite – although in a worse condition – does not fail to reply aggressively wherever it can.

The object of the current tensions is the ownership and the exploitation of potential oil and natural gas reserves in the Eastern Mediterranean. Thus, both ruling elites try to extend their Exclusive Economic Zones. The irony is that (a) the existence of these reserves (and moreover whether they are economically exploitable) is far from certain and (b) if they exist it is US and Western oil companies that will get the contracts.

This is a miserable reason for throwing the peoples of Greece and Turkey into a bloody war. A famous Turkish poet (Nazim Hikmet) once wrote that they are two Greeces and two Turkeys. The one is that of the ruling elite and it is fake: it serves only the interests of itself and its patrons. The other is that of the people and it is the real one. This real Greece and this real Turkey have no interest whatsoever in a bloody war supervised by the Western patrons.

«Υποθέσεις εργασίας για την πολιτική οικονομία των σύγχρονων επιδημιών», Στ. Μαυρουδέας – ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

νο.12, καλοκαίρι 2020

«Υποθέσεις εργασίας για την πολιτική οικονομία των σύγχρονων επιδημιών»

Σταύρος Μαυρουδέας

  1. Ο καπιταλισμός τα τελευταία 30-40 χρόνια διαπερνάται ολοένα και συχνότερα από επιδημικά κύματα, όταν προηγουμένως επικρατούσε η πεποίθηση ότι οι πρόοδοι της ιατρικής και η δημιουργία καθολικών και αναπτυγμένων συστημάτων υγείας είχε θέσει τέρμα σε τέτοια φαινόμενα. Ιδιαίτερα μετά το1975 έχουμε την εμφάνιση των «αναδυομένων επιδημιών», δηλαδή δεκάδων νέων ασθενειών, οφειλόμενων κυρίως σε ιούς, με μια συχνότητα που δεν έχει ανάλογο στην ιστορία. Οι νέες αυτές επιδημίες προέρχονται κυρίως από ζωοανθρωπονόσους, δηλαδή από την μεταφορά ζωικών ιών στον άνθρωπο.

 

  1. Η γενική απάντηση στο φαινόμενο αυτό βρίσκεται στη Μαρξιστική θέση περί «μεταβολικού χάσματος», δηλαδή στο ρεαλιστικό επιχείρημα ότι ο καπιταλισμός επιδεινώνει δραστικά τις σχέσεις ανθρώπου – φύσης καθώς προωθεί τυφλά την εμπορευματοποίηση και εκμετάλλευση της τελευταίας παραγνωρίζοντας φυσικούς περιορισμούς και κοινωνικές επιπτώσεις. Η θέση αυτή δεν σημαίνει αποδοχή διάφορων έξαλλων οικολογικών απόψεων περί επιστροφής στη φύση και απο-ανάπτυξης, που παραγνωρίζουν ότι (α) όλα τα ανθρώπινα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα επεμβαίνουν και μεταβολίζουν την φύση και επίσης ότι (β) αυτός ο μεταβολισμός είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση ακόμη και της απλής επιβίωσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Όμως σημαίνει ότι ο καπιταλισμός επεκτείνει ανεξέλεγκτα αυτό τον μεταβολισμό καθώς το κεντρικό του κίνητρο είναι η κερδοφορία του κεφαλαίου, η οποία λειτουργεί με λουδοβίκεια λογική («μετά από εμένα ο κατακλυσμός»).

 

  1. Όμως αυτή η γενική μακροπρόθεσμη απάντηση δεν αρκεί για να ερμηνεύσει αυτή την αύξηση των επιδημιών τα τελευταία 30-40 χρόνια και χρειάζεται συμπλήρωση με μεσοπρόθεσμους ιστορικούς προσδιορισμούς. Μπορούμε βάσιμα να αναγνωρίσουμε τους ακόλουθους. Πρώτον, η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της (αναγκαίας κατά τα άλλα) βιομηχανικής γεωργίας έχει οδηγήσει στη χρήση προβληματικών υγειονομικά μεθόδων που όμως ενισχύουν την καπιταλιστική κερδοφορία και έχει προκαλέσει ήδη σημαντικά προβλήματα (π.χ. σαλμονέλα). Δεύτερον, λόγω της διεθνοποίησης του κεφαλαίου (της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης») η αύξηση του ανταγωνισμού επιβαλλει διεθνώς την υιοθέτηση αυτών των μεθόδων παραγωγής καθώς συνεπάγονται χαμηλότερα κόστη. Τρίτον, η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του καπιταλιστικού αγροτο-βιομηχανικού συμπλέγματος περιορίζει δραματικά τις παρθένες περιοχές και φέρνει σε επαφή την ανθρωπότητα με ασθένειες και ιούς που μέχρι πρότινος ήταν περιορισμένοι εκεί και αφορούσαν μικρές ιθαγενείς κοινότητες. Οι τελευταίες είτε είχαν αποκτήσει σχετική ανοσία σ’ αυτούς είτε οι επιδημίες περιορίζονταν μόνο στις κοινότητες αυτές και δεν εξαπλώνονταν σημαντικά. Τέταρτον, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου με τον πολλαπλασιαμό των μεταφορών και των δρόμων επικοινωνίας μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών του κόσμου διευκολύνει την ταχύτατη μετάδοση των επιδημιών σε όλη την υφήλιο, ενώ παλιότερα ήταν πιο περιορισμένες και συνεπώς πιο ελεγχόμενες. Πέμπτον, η εμπορευματοποίηση της χρήσης και κατανάλωσης εξωτικών ειδών ενισχύει τις ζωοανθρωπονόσους.

 

  1. Οι περισσότερες από τις νέες αυτές επιδημίες (α) δεν έχουν αυστηρούς ταξικούς φραγμούς αλλά (β) έχουν ταξικά ασύμμετρες επιπτώσεις. Δεν έχουν αυστηρούς ταξικούς φραγμούς γιατί μεταφέρονται μέσω καταναλωτικών ειδών (στη διατροφή) και κοινωνικής συνεύρεσης και συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εύκολα κλασικές μέθοδοι ταξικού διαχωρισμού (π.χ. «να αφήσουμε τους πληβείους να ψοφήσουν στα γκέτο τους»). Όμως έχουν ασύμμετρες επιπτώσεις καθώς οι εργαζόμενοι είναι πιο εκτεθειμένοι στις μολύνσεις (π.χ. εργάτες «πρώτης γραμμής»), έχουν πιο ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και διαβίωσης (π.χ. αγορά φθηνότερων και χειρότερης ποιότητας καταναλωτικών προϊόντων) και φυσικά χειρότερη υγειονομική περίθαλψη.

 

  1. Οι νεοσυντηρητικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών αδυνάτισαν τα δημόσια καθολικά συστήματα υγείας καθώς ιδιωτικοποίησαν (κυρίως έμμεσα) τμήματα και λειτουργίες τους, μείωσαν την χρηματοδότηση τους και ενίσχυσαν τον ιδιωτικό τομέα υγείας. Όμως τα πρώτα είναι τα μόνα που μπορούν να επωμισθούν το μεγάλο κόστος της αντιμετώπισης επιδημικών κυμάτων που δεν αφήνει περιθώρια για κερδοφορία. Γι’ αυτό ο ιδιωτικός τομέας στην υγεία, εμπρός σε τέτοια επιδημικά κύματα, αποσύρεται και παραμένει μόνο σε «φιλέτα» που υπόσχονται σημαντική κερδοφορία (πρόσθετα κέρδη), π.χ. έρευνα σε θεραπείες, φάρμακα και εμβόλια. Σε καμία όμως περίπτωση δεν επωμίζεται το κόστος της περίθαλψης του πληθυσμού συνολικά.

 

  1. Η αντιμετώπιση κάθε νέας επιδημίας – και μέχρι να βρεθούν φάρμακα και εμβόλια – επιβάλλει τον περιορισμό κοινωνικών και ιδιαίτερα οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι περιορισμοί αυτοί προκαλούν ύφεση ή και κρίση της οικονομικής δραστηριότητας. Εδώ προκύπτει για το κεφάλαιο το δίλημμα του ποια καμπύλη να εξομαλύνει: της επιδημίας ή της οικονομικής ύφεσης. Επάνω στην αντίφαση αυτή ταλαντεύονται οι πολιτικές των αστικών κρατών.

 

  1. Ταυτόχρονα όμως, το κεφαλαίο αντιμετωπίζει την κατάσταση αυτή όχι μόνο ως κίνδυνο αλλά και ως ευκαιρία. Έτσι πειραματίζεται πλέον ολοένα και πιο έντονα με την δημιουργία μίας «νέας νέας» οικονομικής και κοινωνικής κανονικότητας ου να ενισχύει την κερδοφορία και την κυριαρχία του.

 

  1. Στο κοινωνικό επίπεδο η «νέα νέα κανονικότητα» σημαίνει την επιβολή της «κοινωνικής αποστασιοποίησης» κυριολεκτικά ως νέο δυστοπικό τρόπο ζωής. Έχει όμως ένα σημαντικό όφελος για το καπιταλιστικό σύστημα καθώς εντείνει τις τάσεις εξατομίκευσης και λειτουργεί απαγορευτικά σε μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις. Οι επιδημίες προκαλούν αντιφατικές μαζικές κοινωνικές ψυχολογίες θυμού και φόβου. Ο πρώτος οδηγεί στην εξέγερση απέναντι στο σύστημα που αφήνει ανοχύρωτη την κοινωνία. Ο δεύτερος οδηγεί στην πειθήνια στοίχιση πίσω από την κρατική εξουσία και στην υποταγή. Για την Αριστερά είναι κρίσιμο να βασισθεί στον πρώτο και να τον μετατρέψει από τυφλό συναίσθημα σε λογική κατανόηση (συνείδηση) και πρόγραμμα πάλης. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να υποτιμήσει τον δεύτερο καθώς υπάρχουν αντικειμενικοί υγειονομικοί κίνδυνοι χωρίς όμως να αποδέχεται την δυστοπία της «κοινωνικής αποστασιοποίησης». Η αντίφαση αυτή έχει και ταξική διάσταση που εκδηλώνεται επίσης διαφορετικά σε χώρες με διαφορετικό επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα εργαζόμενα στρώματα, υπό την απειλή της ανεργίας και της φτώχειας, συχνά επιλέγουν την επιστροφή στην εργασία (ακόμη και υπό την απειλή της επιδημίας) έναντι της «κοινωνικής αποστασιοποίησης»: το δίλημμα «θα πεθάνω από πείνα ή από τον ιό». Αντίθετα, μεσοαστικά στρώματα με σχετικά αποθέματα πλούτου και εμμονές με τον «ποιοτικό τρόπο ζωής» γίνονται φανατικοί υποστηρικτές των πιο ακραίων μορφών περιορισμού των κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων και ακόμη και θιασώτες κυριολεκτικά φασιστικών μέτρων ελέγχου. Κατ’ αντιστοιχία, σε αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες τα στρώματα αυτά είναι ισχυρότερα και επηρεάζουν έντονα τις εξελίξεις. Αντιθέτως, σε λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες (ή σε καθυστερημένες πολιτικά χώρες όπως στις ΗΠΑ) τα εργατικά και λαϊκά στρώματα πιέζουν για επιστροφή στην εργασία – εφόσον δεν έχουν πολιτική συνείδηση έτσι ώστε να αρθρώσουν πιο ολοκληρωμένα τις διεκδικήσεις τους και να τις κατευθύνουν ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα.

 

  1. Στο οικονομικό επίπεδο η «νέα νέα κανονικότητα» σημαίνει εκτεταμένα πειράματα με την τηλε-εργασία. Η τελευταία δίνει δυνατότητες αλλά εμπεριέχει και προβλήματα για το κεφάλαιο. Οι δυνατότητες της είναι ο περιορισμός και ο εξορθολογισμός του κόστους παραγωγής (τόσο στο μισθολογικό όσο και στο μη-μισθολογικό τμήμα του). Στον τομέα του μισθού, η τηλε-εργασία μπορεί να οδηγήσει σε πολλές κατηγορίες εργαζομένων. Ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών και λιγότερο στην μεταποίηση, κάποιες δουλειές μπορούν να γίνουν μέσω τηλε-εργασίας στο σπίτι. Εδώ εμφανίζονται δύο δυνητικές περιπτώσεις. Στην πρώτη οι τηλε-εργαζόμενοι ανήκουν στην επιχείρηση αλλά αμείβονται με μικρότερους μισθούς. Στην δεύτερη οι τηλε-εργαζόμενοι μπορεί να είναι τυπικά ανεξάρτητοι και να αμείβονται «με το κομμάτι» (ένα τρόπο αμοιβής που αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας). Και στις δύο περιπτώσεις το κεφάλαιο μειώνει το μισθολογικό κόστος του και επίσης κάνει οικονομία σε κατά κεφαλή πάγια έξοδα. Ένα συνεπακόλουθο όλων αυτών των πειραματισμών είναι η ραγδαία αύξηση της ανεργίας (του εφεδρικού στρατού εργασίας), με αποτέλεσμα την περαιτέρω συμπίεση των μισθών. Τα προβλήματα αφορούν την δυνατότητα εξάσκησης του διευθυντικού ελέγχου και την διαρκή πίεση για αύξηση της παραγωγικότητας. Η τηλε-εργασία δημιουργεί προβλήματα και στα δύο αυτά – αλληλοδιαπλεκόμενα άλλωστε – πεδία. Στην περίπτωση του μισθού «με το κομμάτι» η πίεση για αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να γίνει ευκολότερα μέσω της απαίτησης μεγαλύτερης παραγωγής. Όμως έχει το αρνητικό ότι θα πρέπει να υπάρχει μία έστω και μικρή αύξηση της αμοιβής. Στη περίπτωση της τηλε-εργασίας που αμείβεται με μισθό τότε οι αυξήσεις της παραγωγικότητας περνάνε ευκολότερα στο σύνολο τους σχεδόν στο κεφάλαιο. Όμως είναι δυσκολότερος ο διευθυντικός έλεγχος. Γι’ αυτό γίνονται εκτεταμένα πειράματα με κάμερες, καταγραφή πράξεων, πολλαπλές τηλε-συσκέψεις κλπ. Όμως, όλες αυτές οι διαδικασίες ελέγχου και εντατικοποίησης της εργασίας απαιτούν σημαντικό χάσιμο χρόνου και έχουν επίσης κόστη.

 

  1. Στον αντίποδα αυτών των πειραματισμών του συστήματος, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσουν αξιοποίηση των εργαλείων της πληροφορικής και της τηλε-εργασίας για μείωση του χρόνου εργασίας έτσι ώστε αντί να αυξηθεί να μειωθεί η ανεργία. Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων μπορεί να γίνει μόνο βοηθητικά στη ζωντανή ανθρώπινη συνεργασία και αλληλεπίδραση και, φυσικά, να υποβοηθά αλλά να μην υποκαθιστά την ανθρώπινη επαφή και τις συλλογικές διαδικασίες.

Επιτροπή Πισσαρίδη – ΠΡΙΝ 25-26/7/2020

ΠΡΙΝ 25-26/7/2020

Επιτροπή Πισσαρίδη: Ξαναζεσταμένες συνταγές με κύριο πιάτο τους εργαζόμενους

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Πριν μερικές ημέρες ο συστημικός τύπος πλημμύρισε από διθυραμβικές ανακοινώσεις για την τηλεδιάσκεψη μεταξύ κυβέρνησης και επιτροπής Πισσαρίδη. Η τελευταία συγκροτήθηκε με απόφαση της πρώτης για να εκπονήσει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μετά από πάνω από δέκα χρόνια βαθειάς κρίσης. Η σύνθεση της είναι η αναμενόμενη: βαθύτατα συντηρητικοί οικονομολόγοι, υποστηρικτές των Μνημονίων και στενά συνδεδεμένοι με επιχειρηματικά κέντρα (π.χ. ΣΕΒ).

Η τηλεδιάσκεψη και τα συνακόλουθα δελτία τύπου καταναλώθηκαν σε αλληλο-συγχαρητήρια ανάμεσα στην κυβέρνηση (που τα όρισε) και τα μέλη της επιτροπής ενώ πολύ λίγα πράγματα επί της ουσίας του ζητήματος (την κατάσταση της οικονομίας) ειπώθηκαν. Μάλιστα, η φαιδρότητα της υπόθεσης και το ότι έγινε απλά και μόνο για προπαγανδιστικούς λόγους φαίνεται από το ότι μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί στην δημοσιότητα όχι το πλήρες κείμενο της έκθεσης αλλά ούτε καν η εκτενής περίληψη. Όμως, από τα δημοσιευθέντα σημεία εξάγονται σαφή συμπεράσματα για τον ρόλο της εν λόγω επιτροπής και τις κατευθυντήριες της.

Είναι απόδειξη της φαιδρότητας του ελληνικού καπιταλισμού και του πολιτικού υπηρετικού προσωπικού του το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτή την δεκαετία κρίσης και υποβάθμισης στην διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα (και αφήνοντας στην άκρη τον πόνο και την μιζέρια του λαού που ελάχιστα τους απασχολεί) δεν έχει προβληματισθεί για τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας – που οι ίδιοι δημιούργησαν και που την οδήγησαν στα σημερινά χάλια. Σε παλιότερες «ηρωικές» εποχές της ελληνικής αστικής τάξης, σε ανάλογες κρισιακές περιόδους είχαν πυροδοτηθεί σημαντικοί προβληματισμοί (π.χ. διαμάχη Βαρβαρέσου – Ζολώτα) σχετικά με τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Φυσικά, πάντα από την σκοπιά του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας.

Αντιθέτως, στην εποχή μας η πρώτη αντίδραση του συστήματος ήταν να ρίξει την ευθύνη στην εργασία (υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις κλπ.). Όταν οι μισθοί καταβαραθρώθηκαν αλλά τα χάλια παρέμειναν οι αστικοί στρουθοκαμηλισμοί συνεχίστηκαν με ακόμη μεγαλύτερη επίθεση στην εργασία (επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, δημιουργία σιδερόφραχτου θεσμικού πλαισίου καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων κλπ.). Το δε κεφάλαιο, ο βασικός υπαίτιος του προβλήματος, ενισχύθηκε άμεσα και έμμεσα από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις. Βέβαια, η καχεκτική κατάσταση της οικονομίας παρέμεινε καθώς το ελληνικό κεφάλαιο έκανε αυτό που διαχρονικά γνωρίζει πολύ καλά: πήρε τις ενισχύσεις και απήλθε στο εξωτερικό.

Η επενδυτική απεργία του ελληνικού κεφαλαίου δεν οφείλεται στο δήθεν αντι-επιχειρηματικό θεσμικό πλαίσιο για το οποίο κλαυθμυρίζουν καπιταλιστές και συστημικά κόμματα. Το ελληνικό κεφάλαιο μια χαρά έκανε χρυσές δουλειές με αυτό το πλαίσιο, που άλλωστε αποτελούσε και μορφή συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού έναντι των ξένων ανταγωνιστών του. Αντιθέτως προκύπτει από την γνώση των βαθειών διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας τα οποία είναι δημιούργημα του ίδιου του συστήματος και όχι κάποιας μυθικής «ελληνικής σοβιετίας» (λες και Καραμανλήδες, Παπανδρέου και Μητσοτάκηδες ήταν μέλη κάποιου κομμουνιστικού πολιτμπυρό). Ο μεσαίου επιπέδου ανάπτυξης ελληνικός καπιταλισμός (με αντίστοιχες υπο-ιμπεριαλιστικές δραστηριότητες) ταλανίζεται από τα κλασικά προβλήματα της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας. Επιπλέον, ως καπιταλισμός δεύτερης γενεάς σέρνεται πίσω από τους πρωτεύοντες. Στη μεταδικτατορική περίοδο πρόβαλλε τη νέα εξίσου καταστροφική με τις προηγούμενες «Μεγάλη Ιδέα»: την αναβάθμιση του μέσω της ένταξης στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτή οδήγησε στην αποβιομηχάνιση, την απώλεια αυτόνομης οικονομικής πολιτικής και την δημιουργία μιάς οικονομίας υπηρεσιών απόλυτα εξαρτημένης από το εξωτερικό. Πρόκειται για την καταγέλαστη «ισχυρή Ελλάδα» του «καταλληλότερου» Σημίτη που ασμένως ακολούθησαν όλοι οι διάδοχοι του. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008 και η επακολουθήσασα κρίση της ευρωζώνης (2010) καταρράκωσαν τον καραγκιοζ-μπερντε του ελληνικού καπιταλισμού ακριβώς λόγω αυτών των βαθιών διαρθρωτικών προβλημάτων του.

Και εδώ έρχεται η επιτροπή Πισσαρίδη. Κατ’ αρχήν η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της ανήκει στο προσωπικό που ευθύνεται για προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν λέγεται και λέξη γι’ αυτό. Αντιθέτως, αναμασώνται προτάσεις-μπαλώματα που δεν αντιμετωπίζουν την καρδιά του προβλήματος. Άλλωστε έχουν προϋπάρξει στην έκθεση McKinley, σε μελέτες του ΣΕΒ και στους βασικούς στόχους του ΕΣΠΑ.

Αναμασάται η στρατηγική κατεύθυνση της μετατροπής της Ελλάδας σε εξαγωγική οικονομία. Ο στόχος αυτός υπάρχει στα τρία Μνημόνια και σήμερα, μετά από δέκα χρόνια και αναρίθμητες θεσμικές και άλλες αλλαγές, παραμένει άπιαστος. Η αποτυχία αυτή οφείλεται στο ότι μία οικονομία υπηρεσιών στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν έχει αυτή την δυνατότητα. Οι ελληνικές εξαγωγές εξαρτώνεται ασφυκτικά από ανάλογες εισαγωγές με αποτέλεσμα το ισοζύγιο να παραμένει στάσιμο. Επίσης, το μισθολογικό κόστος είναι μικρό τμήμα του συνολικού κόστους και γι’ αυτό η καταβαράθρωση των μισθών δεν οδήγησε σε αύξηση εξαγωγών.

Αναμασόνται επίσης τα περί ψηφιοποίησης και περιβαλλοντικών πολιτικών όταν αυτά μικρή επίπτωση έχουν στην αύξηση της παραγωγικότητας. Ιδιαίτερα δε οι τελευταίες έχουν σημαντικά κόστη για την καταρρακωμένη ελληνική οικονομία.

Το κέντρο βάρους των προτάσεων είναι η ενίσχυση του κεφαλαίου. Ξεχωρίζουν η απαίτηση για ολιγοπωλιοποίηση της οικονομίας (λιγότερες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις), περαιτέρω φοροαπαλλαγές (αύξηση αποσβέσεων κλπ.), κίνητρα για να ξαναληστευθούν λαϊκές αποταμιεύσεις στο χρηματιστήριο καθώς και η προνομιακή δικαστική μεταχείριση των επιχειρηματικών υποθέσεων. Επίσης, τα πανεπιστήμια και η εκπαίδευση εν γένει έχουν την τιμητική τους μέσω της απαίτησης για ακόμη μεγαλύτερη πρόσδεση στις απαιτήσεις της αγοράς.

Σαν φύλλο συκής προτείνονται κάποια δήθεν φιλε-εργατικά μέτρα (ενίσχυση άδειας μητρότητας και πατρότητας, μείωση φορολογικής επιβάρυνσης). Όμως αυτά κρύβουν αγκάθια. Εξώφθαλμη περίπτωση η εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στον δεύτερο πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης.

Πρακτικά, από τα μέχρι σήμερα γνωστά η επιτροπή Πισσαρίδη είναι απλά μία από τα ίδια. Η μόνη χρήση της είναι για την ενίσχυση των κυβερνητικών και συστημικών παραμυθιών και για την δικαιολόγηση επιπρόσθετων ενισχύσεων στο κεφάλαιο και βαρών στην εργασία.

 

Συνέντευξη Ράδιο ΛΟΚΟΜΟΤΙΒΑ 23-7-2020 Αγγέλης Μαυρουδέας

 

 

 

 

Την Πέμπτη 23/7/2020 το Ράδιο ΛΟΚΟΜΟΤΙΒΑ φιλοξένησε συζήτηση με τους Γ.Αγγέλη (οικονομικό δημοσιογράφο) και Στ.Μαυρουδέα (καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας). Η συζήτηση αφορούσε την παγκόσμια και την ελληνική οικονομία και κάλυψε θέματα όπως η οικονομική κρίση και η επιδημία του κορωναϊού, οι αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, το πρόσφατο πρόγραμμα οικονομικής στήριξης της ΕΕ και οι μνημονιακές δεσμεύσεις που συνεπιφέρει, η έκθεση Πισσαρίδη και πολλά άλλα.

Η καταγραφή της συζήτησης βρίσκεται στον παρακάτω σύνδεσμο:

Ένα σύντομο σχόλιο για την πρόσφατη φαιδρή μελέτη του ΙΟΒΕ για τα οφέλη των ιδιωτικοποιήσεων

Τα επιχειρηματικά think tanks δεν φημίζονται ούτε για την ανιδιοτέλεια ούτε φυσικά για την αξιοπιστία τους. Το ΙΟΒΕ αποτελεί κορυφαίο δείγμα αυτής της περίπτωσης. Κανείς μπορεί να κάνει ταπετσαρία σπιτιού, όχι δωματίου, με τα παλιόχαρτα αναλύσεων του που αφενός εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών του (του ΣΕΒ) και αφετέρου έχουν διαψευστεί παταγωδώς.
Τελευταίο δείγμα η σήμερα διαφημιζόμενη μελέτη για την αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (http://iobe.gr/docs/research/RES_03_15072020_SUM_GR.pdf).
Τρεις σύντομες παρατηρήσεις:
1) Εντυπωσιάζει η ευρηματικότητα στην διαμόρφωση υποκριτικών όρων: «αξιοποίηση της ιδιωτικής (sic!) περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου», δηλαδή σε απλά ελληνικά «ιδιωτικοποιήσεις», δηλαδή κατάργηση της περιουσίας αυτής.
2) Η μεθοδολογία της έρευνας είναι φαιδρή (πόσες επιπλέον επενδύσεις έφερε κάθε ιδιωτικοποίηση). Ούτε συζήτηση για ενδεχόμενες πραγματικές ή δυνητικές ζημιές (π.χ. απώλειες εσόδων του Δημοσίου). Αν φοιτητής σε πτυχιακή εργασία χρησιμοποιούσε την μεθοδολογία (;) αυτή θα κοβόταν.
3) Στη λίστα της «αξιοποίησης’ περιλαμβάνονται περιπτώσεις εξόχως σκανδαλώδεις (π.χ. Fraport και όχι μόνο) χωρίς να λέγεται λέξη για τρέχουσες οικονομικές αντιδικίες (π.χ. διεκδικήσεις της Fraport από το ελληνικό Δημόσιο), το πραγματικό ύψος της επένδυσης (π.χ. κατά το ήμισυ από εγχώριο δανεισμό) κλπ.
Φυσικά αρκετοί από την εν λόγω φαιδρή μελέτη συγκαταλέγονται στα μέλη και το υποστηρικτικό προσωπικό της επιτροπής Πισσαρίδη για την σωτηρία της ελληνικής οικονομίας.
Λίγη αιδώς Αργείοι!!
Αλλά που να βρεθεί τέτοιο πράγμα για την ελληνική ολιγαρχία και τους κονδυλοφόρους της.

‘The relationship between working time and productivity –Intensity of labour’ by Alexis Ioannides & Stavros Mavroudeas, INTERNATIONAL JOURNAL ON WORKING CONDITIONS

INTERNATIONAL JOURNAL ON WORKING CONDITIONS

 

‘The relationship between working time and productivity – Intensity of labour’

by Alexis Ioannides & Stavros Mavroudeas,

 

ABSTRACT

Influential economists like Marx, Jevons, Chapman and Robbins argued that working time and labour intensity – productivity are strongly correlated. Nevertheless, the quantitative relationship between these two magnitudes has never been estimated. This article makes a step towards estimating this relationship. It proposes a new theoretical formulation, following the ideas of influential economists. It utilizes for the first time data from ergonometric experiments to estimate the material basis of this relationship. The estimated relationship between working time and maximum intensity for manual labour is mainly based upon the physical limitations of human body. The findings confirm the thesis of a strong negative correlation that can lead to output maximization following a working time reduction. They can also be used to explain the long term decreasing trend of working time that seems to reach an end in our days.

 

 

Click to access IJWC.19_Ioannides&Mavroudeas_p.27.45.pdf

https://www.scribd.com/document/468909894/The-Relationship-Between-Working-Time-and-Productivity-Intensity-of-Labour-IJWC-19-Ioannides-Mavroudeas

https://www.researchgate.net/publication/342883019_INTERNATIONAL_JOURNAL_ON_WORKING_CONDITIONS_The_relationship_between_working_time_and_productivity_-Intensity_of_labour

https://www.academia.edu/43597151/INTERNATIONAL_JOURNAL_ON_WORKING_CONDITIONS_The_relationship_between_working_time_and_productivity_-Intensity_of_labour