‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why Do They Systematically Fail?’ in Marangos (ed.) ‘The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis’

J.Marangos’ (ed.) ‘The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis’ has just been published by Palgrave:

http://www.palgrave.com/de/book/9783319602004#

In this collective volume I have contributed a chapter with the telling title ‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why Do They Systematically Fail?’ (Pages 23-45).

The following abstract offers a brief description of my chapter.

 

ABSTRACT

 The current Greek crisis – together with crises of the other euro-periphery economies – is at the epicenter of European Union’s (EU) structural problems. In order to overcome this crisis, the EU in agreement with successive Greek governments has applied three Economic Adjustment Programmes (EAPs), entailing successive loans to Greece in order to avoid default and linked to conditionality delineating the recipient’s obligations. These Programmes despite their successive reviews and modifications failed dismally to overcome the Greek crisis and achieve their own milestones. This paper explores the causes of this blatant failure. The first part presents the historical timeline of the Greek EAPs and pinpoints their failures. The next part analyses the origins of these programmes and the peculiarities of the Greek EAPs. The last part explains the political economic reasons of the systematic failures.

 

Ένα σχόλιο για τα ναυτιλιακά ομόλογα

Ένα σχόλιο για τα ναυτιλιακά ομόλογα

Στ. Μαυρουδέας

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την ίδια ώρα που φορτώνει νέα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων και της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ο πιστότερος υπηρέτης των εφοπλιστών. Την ίδια ώρα που φορτώνει περικοπές και νέα φορολογικά βάρη στους πρώτους, όχι μόνο προστατεύει με νύχια και με δόντια την ασύδοτη φοροδιαφυγή των εφοπλιστών αλλά προσπαθεί να τους διευκολύνει στο να βρουν «φθηνό χρήμα» για τις ιδιωτικές δουλειές τους.

Η ναυτιλία αντιμετωπίζει προβλήματα από τους χαμηλούς ναύλους στην παγκ. ναυλαγορά (ιδιαίτερα στα χύδην φορτίου πλοία που έχει κυρίως το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο).

 

Εξαιτίας των χαμηλών ναύλων που οδήγησε στη χρεωκοπία αρκετές ξένες (π.χ. γερμανικές, Hanjin) αλλά και ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες, οι τράπεζες διεθνώς είναι διστακτικές στη χορήγηση δανειακών κεφαλαίων προς τη ναυτιλία.

 

Οι Έλληνες εφοπλιστές δεν φαίνεται στην πλειοψηφία τους να εμφανίζουν προβλήματα ρευστότητας καθώς έχουν συσσωρεύσει από το παρελθόν μεγάλα ίδια κεφάλαια και έχουν αγοράσει πάρα πολλά πλοία κοψοχρονιά από χρεωκοπημένες ξένες ναυτιλιακές. Επίσης οι «μεγάλοι» του κλάδου εξακολουθούν να μπορούν να δανείζονται με καλούς όρους στις διεθνείς χρηματαγορές. Ταυτόχρονα όμως αντιλαμβάνονται ότι μεσοπρόθεσμα αν δεν μπορέσουν να αντλήσουν ικανή ποσότητα δανειακών κεφαλαίων θα πρέπει να μειώσουν τον κύκλο των εργασιών τους τουλάχιστον σε ότι αφορά την ποντοπόρο ναυτιλία. Ιδιαίτερα οι μικρότερες ναυτιλιακές εταιρείες νιώθουν αυτή την απειλή εντονότερα.

 

Από αυτή την άποψη οποιαδήποτε πηγή φθηνών δανειακών κεφαλαίων είναι ευπρόσδεκτη για το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Η πρόσφατη επιτυχία έκδοσης εταιρικών ομολόγων (Μυτιληναίος, Γερμανός) άνοιξε τις σχετικές ορέξεις.

 

Στην περίπτωση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς όμως η άντληση δανειακών κεφαλαίων είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και αμφίβολης αποδοτικότητας εγχείρημα. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι:

  • Η δομική έλλειψη δανειακών κεφαλαίων στην ελληνική χρηματαγορά που έχουν δημιουργήσει η κρίση και τα μνημόνια
  • Η ανάγκη για έγκριση από την τρόικα προκειμένου να χορηγηθούν πιστώσεις σε ικανή έκταση και ιδιαίτερα όταν πρόκειται να τις εγγυηθεί το ελληνικό δημόσιο.
  • Γι’ αυτούς τους λόγους η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν είναι ικανή να προσφέρει σημαντική μόχλευση. Επιπλέον είναι δύσκολο να λειτουργήσει το μοντέλο των τιτλοποιήσεων στην ελληνική πραγματικότητα.
  • Τα ναυτιλιακά ομόλογα δεν έχουν καλή προϊστορία καθώς πολύ συχνά στο παρελθόν ναυτιλιακές εταιρείες πέτυχαν το «κούρεμα» τους.
  • Είναι δύσκολη η αποτίμηση του ενεργητικού μίας ναυτιλιακής εταιρείας (λόγω του offshore δικαίου που τις καλύπτει) και συνεπώς ένας ομολογιούχος δεν μπορεί να ξέρει καλά τι εγγυήσεις έχει σε περίπτωση προβλημάτων.
  • Οι ελληνικές τράπεζες (που πλέον έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό υπό ξένο έλεγχο) δεν καλοβλέπουν τα εταιρικά ομόλογα καθώς χάνουν σημαντικές καταθέσεις (μεγάλοι και αξιόχρεοι πελάτες) ενώ τα commissions που εισπράττουν δεν αντισταθμίζουν στο ελάχιστο τη ζημιά αυτή. Και όλα αυτά σε μία περίοδο που ενεδρεύει ο κίνδυνος νέων προβλημάτων (δυσκολότερα stress tests από το 2018, προβλήματα ανακεφαλαιοποίησης, bail in κλπ.).

 

Στην περίπτωση που πίσω από τα ναυτιλιακά ομόλογα δοθούν, με κάποιο τρόπο, εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου τότε πρόκειται περί σκανδάλου ολκής καθώς θα επιβαρυνθούν οι Έλληνες πολίτες.

Συμπερασματικά:

  • Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να «γλύψει» το εφοπλιστικό κεφάλαιο και να δείξει ότι είναι καλύτερος υπηρέτης του από την ΝΔ.
  • Το εφοπλιστικό κεφάλαιο δέχεται χαμογελαστά το «γλύψιμο» αν και ξέρει ότι έχει μικρές δυνατότητες. Αυτές πιθανά που «καίγονται» περισσότερο να προχωρήσουν τα ναυτιλιακά ομόλογα είναι μικρότερες ναυτιλιακές εταιρείες (που θέλουν να μειώσουν ή και να αναχρηματοδοτήσουν τον υπέρογκο δανεισμό τους με φθηνότερα επιτόκια).
  • Είναι αμφίβολη η θέση της τρόικα και ιδιαίτερα της Γερμανίας στο θέμα αυτό. Η τελευταία – και δημόσια – έχει στοχοποιήσει (για τους δικούς της λόγους) το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Αν δεχθεί κάτι τέτοιο είναι εύλογο ότι θα ζητήσει ακριβά ανταλλάγματα.
  • Η ενδεχόμενη παροχή εγγύησης του ελληνικού δημοσίου συνεπάγεται απαράδεκτες επιβαρύνσεις για τους Έλληνες φορολογούμενους

 

Τι δουλειά έχει η ελληνική κυβέρνηση να εξυπηρετεί τις ιδιωτικές μπίζνες του εφοπλιστικού κεφαλαίου που μάλιστα βρίσκεται κυρίως εκτός της χώρας; Δεν έχει αρκετά άλλα προβλήματα ο ελληνικός λαός για να ασχοληθούν με αυτά όλοι αυτοί οι κρατικοί αξιωματούχοι; Δεν μπορούν οι ναυτιλιακές εταιρείες να κοιτάξουν μόνες τους τις δουλειές τους;

 

Η χώρα έχει χρυσοπληρώσει το εφοπλιστικό κεφάλαιο το οποίο έναντι δεν δίνει ούτε ψίχουλα και συνεχώς απαιτεί και περισσότερα. Όχι μόνο δεν χρειάζεται περισσότερες χαριστικές διευκολύνσεις αλλά πρέπει επιτέλους και να πληρώσει τα χρεωστούμενα του. Να φορολογηθεί τώρα το εφοπλιστικό κεφάλαιο.

A short interview in Sputnik radio on Cyprus, 14/7/2017

A short interview in Sputnik radio on the Cyprus energy dispute and the collapse of the Cran Mondana talks, 14/7/2017

 

 

ΕΕΠΟ: ‘The value composition of GDP and its relation to the production of value: The US, UK and Greece’ , διάλεξη του V.Kasper

Η Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ) διοργανώνει διάλεξη του Victor Kasper με θέμα The value composition of GDP and its relation to the production of value: The US, UK and Greece’ («Η αξιακή σύνθεση του ΑΕΠ και η σχέση της με την παραγωγή αξίας: Οι ΗΠΑ, το ΗΒ και η Ελλάδα»).

Ο V.Kasper είναι Αν.Καθηγητής του Buffalo State (State University of New York) με εκτεταμένο έργο στην Πολιτική Οικονομία.

Το θέμα της διάλεξης αφορά την συσχέτιση των κατηγοριών των Εθνικών Λογαριασμών με την Μαρξιστική οικονομική ανάλυση και τις έννοιες της.

Η διάλεξη θα δοθεί στα αγγλικά στις 19/7/2017 στις 6μμ σε αίθουσα της ΓΣΕΒΕΕ (Αριστοτέλους 46, Αθήνα).

Περισσότερες πληροφορίες και υλικό στην ιστοσελίδα της ΕΕΠΟ (https://poleconom.wordpress.com).

Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ)

A passionate and patient contribution to revolutionary theory and politics – Comment on Laibman

 

 

A passionate and patient contribution to revolutionary theory and politics

 

Stavros Mavroudeas

 

David Laibman’s Passion and Patience offers a nicely and systematically classified collection of his editorials for Science & Society. Contrary to usual academic practice, that suffices to simply present a journal’s contents, these editorials are opinion pieces on significant issues and debates. This is one of the best traditions of scientific journals of the Left: not merely to publish articles but also to engage actively in current intellectual and political issues. Needless to say this tradition is becoming today an endangered species even in radical and heterodox journals because of the withdrawal from active politics and the retreat to a badly conceived specialization. David’s editorials go against this current and this book is an excellent and topical (despite the passing of time) collection of his inquiries into a broad range of issues of political economy, social theory, history, culture and politics concerning modern capitalism and human emancipation from capitalist exploitation.

Passion and Patience is true to its title, borrowed from an old communist dictum. It has both these virtues that are necessary for a Marxist; especially in the current difficult era of collapse of many of the first socialist experiments, capitalism’s increasing aggressiveness and barbarism and at the same time acute crisis. It has passion in the sense of unwavering commitment to revolutionary struggle and the toiling masses. As David appositely explains, this is not some form of sentimentalism (‘hot blood from the heart’ as an old anarchist wrote to Marx) but the guiding line (the organizing principle) for analyzing and intervening in political and intellectual struggles. But it also has patience. Not as a low-brow accommodation with objective difficulties but as a deep understanding that revolutionary politics is a long distance track. It requires copious work, meticulous involvement with even seemingly unimportant issues and especially continuous self-criticism in order to confront problems, errors and contradictions.

In this endeavor Laibman shows the analytical vitality of Marxism and its merits compared to both bourgeois theory and other radical traditions. Moreover, he demonstrates that Marxism is a dynamic and evolving corpus of theory and practice – contrary to several attempts to fossilize it in some form of ‘theological’ and bureaucratic thinking – and is the sole solid foundation for the struggle for a new human society free from exploitation.

Such a principled and at the same time creative and productive development of Marxism is of paramount significance nowadays. After a period of simplistic and crude denigration several quarters of the capitalist system have differentiated their stance towards Marxism. Faced with their own contradictions and failures – expressed in recurrent crises, growing immiseration of increasing segments of the society and aggravating imperialist conflicts – they attempt a qualified domestication of Marxism. Laibman offers an excellent polemic against them in his editorial on mainstream appraisal of the Communist Manifesto (‘THE MANIFESTO: CELEBRATION VS. REDEDICATION’) that glorify Marx’s political magnum opus and, at the same time, sanitize it from any revolutionary content. It is interesting that this attitude has recently expanded to various intellectuals that refer to Marxism with exclamations but also with an open or covert rejection of its revolutionary aspirations. There is a sudden abundance nowadays of erratic or à la carte Marxists that eclectically appraise some or other part of Marxist theory but at the same time discard its commitment to overthrowing capitalism and constructing socialism. These ‘bourgeois Marxists’ (to use a contradiction in terms) may accept even class analysis but in order to reform capitalism and make it more sustainable.

Against such attempts to domesticate Marxism in the capitalist system the answer cannot be a ‘referential’ defense by having recourse to classical texts; nor a defensive closure of Marxism in a small circle of ‘faithfuls’. Instead, a passionate commitment to its core structure – and its revolutionary aspirations are the more fundamental part of it – and at the same time a patient creative development of it is necessary.

Among the various issues that David’s book tackles there are several that, in my opinion, merit particular positive appraisal.

First among them, are his unwavering commitment to Labor Value Theory and his numerous contributions to its creative development. Against mainstream but also radical ‘academic respectability barriers’ (as Laibman aptly brands it) the Labor Theory of Value remains the main pillar of Marxist economic analysis and moreover it more relevant than ever for comprehending capitalism’s modus operandi. The Marxian Value Theory of Abstract Labor (as differentiated from the Ricardian Value Theory of Embodied Labor) offers the best platform for understanding simultaneously capitalist exploitation and capitalism’s functioning. Moreover, its dialectical analysis of the primacy of the sphere of production within the total circuit of capital offers critical guidance not only to revolutionary analysis but to revolutionary politics as well.

A second issue is Laibman’s insistence on the significance of planning for socialism. In our times, this goes against the negative trend within heterodoxy and radical theory to realign with mainstream market solutions and to adhere, implicitly or explicitly, to versions of market socialism. Socialism without planning is a vacuous concept. The very essence of the vision of a new free from exploitation society is that this society can organize its economy on the basis of collective, democratically and participatory organized will. Despite failures and deformations of the past this remains the core of the socialist project.

Equally important is David’s insistence in stadial thinking and stages theory. He very accurately defines stadiality as the notion that society advances through stages, and that given stages are preconditions for ones that follow. This type of analysis comprehends that society evolves through distinct phases rather than through an undifferentiated continuum. These phases exhibit objective characteristics – and pose related limitations to collective action – but also permit specific ‘windows of opportunity’ for breaking out from these phases and surpassing them. In other words, each phase or stage posits both constraints and degrees of freedom and alternatives for surpassing these constraints. This Marxist dialectical understanding grasps better, in David’s own words, the intense interaction between the objective and subjective dimensions than non-Marxist social science that decouples and counterposes mechanistically these two dimensions. Stages theory offers not only better explanatory power but is also a crucial basis for revolutionary politics. Revolutionary politics, as exemplified by the best traditions of the Communist current, cannot be a simple sum of specific actions and campaigns. On the contrary, they should be based on structured political programs. The basis for constructing a coherent political program is a mid-term analysis of society’s evolution. That is an understanding of the distinct phases and stages through which it proceeds and of the specific forms that the system’s fundamental contradictions take in each of these stages. This mid-term analysis offered by stadial thinking pinpoints the critical systemic weak links on which revolutionary strategy should focus. Tactics follow suit from this program-informed mid-term strategy. These valuable insights offered by stadial thinking tend to be lost nowadays within radical theory and movements. They are being replaced by either voluntarist notions that ‘anything goes’ and blind spontaneism or by an accommodation with existing capitalist reality and mere reforms for a ‘capitalism with a human face’. The reinstatement of stadial analysis and a structured and programmatically-organised revolutionary strategy is of paramount importance nowadays.

There are a number of issues on which I must register my disagreement with David.

The first such issue touches upon his early writings on perestroika and his positive appraisal of M.Gorbachev. David portrayed it as a positive experiment in socialist rejuvenation. Today it is clear that it was a movement towards the restoration of capitalism in the Soviet Union. Perestroika’s political and economic program was not one of socialist democratization and participatory planning but one of recourse to bourgeois polities and market solutions. Its end results are tantamount to that.

The second issue is David’s argument that Marxists should ‘give principled support to all reform movements and currents’. He argues that we should not make the distinction between radical and non-radical reforms, we should not try to fool people by advancing reforms that the system cannot deliver and that we should be part of all the spontaneous movements that arise in workplaces and working-class communities. In my opinion this argument goes against the stadial thinking and the necessity of a revolutionary strategy based on a political program and not on mere spontaneism. Marxists of course have to swim into the toiling masses and be part of even their most elementary mobilisations. However, this does not imply a carte blanche. First, they are mass mobilisations and popular demands that advance human emancipation but there are also those that may hinder it. The bleak outcome of the ‘Arab springs’ is a case in point. Second, there may be reforms that ameliorate for a period the position of the working people but ultimately they lead to disaster and an even greater deterioration of their living conditions. In the Greek case PASOK is a typical example: an initial policy of income redistribution that, once popular radicalism was neutralized, led to an aggressive realignment with neoliberalism. Kirchnerism in Argentina offers another contemporary example. For all these reasons Marxists should intervene in mass movement on the basis of their political programs and strategies. This can involve both reforms that can be accommodated by the system and those that cannot be accommodated by the system in a particular historical conjuncture. For example, the demands for peace and land redistribution – and even all power to the soviets – were not infeasible in capitalism in general. They were infeasible for capitalism at the particular historical moment of the Russian revolution. And at the same time it was obvious to almost everybody that under a different political and economic system these demands were feasible and to the benefit of the great social majority. In the same vain the demand for disengaging from the European Union for the euro-periphery countries is not something infeasible in general for capitalism. But at this historical point the ruling classes of these countries cannot even think such a move for both objective and subjective reasons. At the same time, this is the only road for a pro-popular solution of the crisis. And this is becoming increasingly obvious to the working people irrespective of their adherence or not to socialism.

Marxists should organize their political intervention on the basis of political programs that pinpoint exactly such weak links and ‘windows of opportunity’. This logic follows Marx’s brilliant thesis that communism is not an ideal to which reality have to adjust itself but ‘the real movement which abolishes the present state of things’ and that the conditions of this movement exist in current societies. The construction of this thin red line that leads from everyday struggles for the improvement of the conditions of sale of the labour power to the abolition of the system of exploitation of labour power is the difficult task that Marxists have to accomplish. David’s book contributes both passionately and patiently to this task.

 

The links for my comment on D.Laibman’s ‘Passion and Patience’ are the following:

http://www.scribd.com/document/351203858/A-passionate-and-patient-contribution-to-revolutionary-theory-and-politics-A-comment-on-Laibman

http://www.researchgate.net/publication/317570685_A_passionate_and_patient_contribution_to_revolutionary_theory_and_politics

http://www.academia.edu/33444552/A_PASSIONATE_AND_PATIENT_CONTRIBUTION_TO_REVOLUTIONARY_THEORY_AND_POLITICS

 

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3 – SYmposium on Laibman’s ‘Passion and Patience’

 

July 2017, Vol. 81, No. 3

The new issue of Science & Society is out.

Among other material it includes a very interesting symposium on D.Laibman’s recent book (‘Passion and Patience’) in which I have contributed with a short comment.

The issue’s contents follow below.

My own contribution will follow is a separate post.

 

Editorial Perspectives

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 323–324.

Citation | PDF (296 KB) | PDF with links (296 KB)

Marxism in Our Time: Notes from the Editor

D. L.

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 325–330.

Citation | PDF (322 KB) | PDF with links (323 KB)

Articles

Viewing Africa with Marx: Remarks on Marx’s Fragmented Engagement with the African Continent

Stefan Kalmring, Andreas Nowak

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 331–347.

Abstract | PDF (394 KB) | PDF with links (398 KB)

Class, Capital and the Global Unfree Market: Resituating Theories of Monopoly Capitalism and Unequal Exchange

Bill Dunn

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 348–374.

Abstract | PDF (465 KB) | PDF with links (480 KB)

Materialist Dialectics and Biophysical Worlds

Salvatore Engel-Di Mauro

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 375–396.

Abstract | PDF (557 KB) | PDF with links (570 KB)

Passion and Patience: A Symposium

David Laibman’s Synthesis Approach to Long-Standing Issues of Marxist Debate

Steve Ellner

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 397–403.

Citation | PDF (357 KB) | PDF with links (359 KB)

Festina Lente?

Tom Brass

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 403–409.

Citation | PDF (266 KB) | PDF with links (268 KB)

A Passionate and Patient Contribution to Revolutionary Theory and Politics

Stavros Mavroudeas

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 409–414.

Citation | PDF (257 KB) | PDF with links (258 KB)

Nature, Time, and Historical Materialism

Mizhar Mikati, Rupinder Minhas

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 414–420.

Citation | PDF (264 KB) | PDF with links (266 KB)

Passion and Patience: A Grateful Rejoinder

David Laibman

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 420–426.

Citation | PDF (263 KB) | PDF with links (264 KB)

Communication

Carchedi’s Dialectics: A Critique

Kaan Kangal

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 427–436.

Citation | PDF (349 KB) | PDF with links (353 KB)

Review Article

A Russian Celebration of Marx, 25 Years After His Death

John Gonzalez

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 437–446.

Citation | PDF (349 KB) | PDF with links (350 KB)

Reviews

Science & Society July 2017, Vol. 81, No. 3: 447–464.

 

Ούτε λέξη για την ταμπακιέρα … Μία οφειλόμενη απάντηση σε νέο σχόλιο της Iskra

 

 

Ούτε λέξη για την ταμπακιέρα …

Μία οφειλόμενη απάντηση σε νέο σχόλιο της Iskra

Σταύρος Μαυρουδέας

 

11/6/2017

Στις 10/6/2017 η Iskra δημοσίευσε την απάντηση μου σε προηγούμενο σχόλιο της μαζί με νέο δικό της σχόλιο («Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑ.Ε») με την δήλωση ότι «ότι είχε να πει το έγραψε στο σχόλιο της» και ότι δεν σκοπεύει να συμμετάσχει «σε ένα άκομψο σίριαλ ερωταπαντήσεων, σύνηθες στην Αριστερά, που συχνά δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο παρά να καλλιεργεί «εξυπνάδες» και να δηλητηριάζει το κλίμα και τις σχέσεις».

Φίλοι της Iskra αν θεωρείτε ότι η μέχρι τώρα συζήτηση καλλιεργεί «εξυπνάδες» και «δηλητηριάζει» τότε δεν θα έπρεπε να μπείτε καν στον κόπο να την προκαλέσετε με επανειλημμένα σχόλια σας. Δεν ανοίγει κανείς μία συζήτηση όταν βιάζεται να αποδράσει από αυτήν.

Επίσης, τον προσωπικό τόνο και τις «εξυπνάδες» (τύπου Βρούτου) μάλλον πρέπει να τις αναζητήσετε στα κείμενα σας. Επίσης, ότι καλό είναι να συγκρατήσετε την ορμή σας και να φρεσκάρετε τις γλωσσικές σας γνώσεις. Το «παρακαλώ» μόνο επιτακτικό δεν είναι στην ελληνική γλώσσα.

Για την ουσία του ζητήματος, που είναι και το σημαντικότερο, δεν λέτε τίποτα ή μάλλον επιδίδεστε στις γνωστές διγλωσσίες στις οποίες διαπρέψατε – προς η ζημία σας – ιδιαίτερα στην περίοδο των εκλογών.

Ευτυχώς οι ανώνυμοι «κύκλοι της ΛΑΕ» αντικαθίστανται από το «γραφείο τύπου της ΛΑΕ». Φυσικά να δηλώσω προκαταβολικά ότι περιποιεί τιμή στην ασημαντότητα μου η ενασχόληση ενός τόσο βαρυσήμαντου οργάνου με τις απόψεις μου.

Το τελευταίο κατά πρώτον αντιπαρέρχεται μετά απαξίας «μικροπρεπείς χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στην ΛΑΕ» και δεν απαντά σε «εύκολες μειωτικές κρίσεις για την παράταξη και για διαδρομές προσώπων και συλλογικοτήτων της». Εύγε φίλτατοι. Ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την αυτοκριτική για πράξεις και δηλώσεις σου είναι να υποδυθείς την προσβεβλημένη παρθένα. Αλήθεια, δεν θεωρεί η ΛΑΕ ότι οφείλει μία αυτοκριτική για τα μέχρι τώρα πεπραγμένα της (ιδιαίτερα στην περίοδο της συμμετοχής της στο ΣΥΡΙΖΑ); Ποιο από τα αναφερόμενα στο κείμενο μου είναι άστοχο και άδικο;

Στη συνέχεια το ερίτιμο γραφείο τύπου της ΛΑΕ δηλώνει ότι «συμφωνεί πλήρως με την θέση που διατυπώνει ο σ.Μαυρουδέας πως η έξοδος από την ΟΝΕ αποτελεί τμήμα της συνολικής και άμεσης αποδέσμευσης από την ΕΕ. Τελεία και παύλα.». Αυτό αποτελεί σίγουρα μία πρόοδο. Όμως μήπως θα έπρεπε να διατυπωθεί και στα επίσημα πολιτικά ντοκουμέντα της ΛΑΕ; Για παράδειγμα στην πρόσφατη απόφαση του ΠΣ της ΛΑΕ τίποτα ανάλογο δεν λέγεται αλλά μόνον επαναλαμβάνονται οι παλιές εσφαλμένες και ανεπαρκείς διατυπώσεις της ιδρυτικής διακήρυξης της ΛΑΕ.

Επίσης, το γραφείο τύπου της ΛΑΕ, αμέσως μετά την προαναφερθείσα θετική διατύπωση έρχεται να την «νερώσει» επαναλαμβάνοντας τα γνωστά τετριμμένα περί αμεσότητας της εξόδου από την ΟΝΕ. Πρόκειται περί κουτοπονηριάς. Όπως προσπάθησε να εξηγήσει το αρχικό κείμενο μου, άλλο τεχνικό πρόγραμμα και άλλες πολιτικές προκείμενες θέτει ένα μέτωπο αποδέσμευσης από την ΕΕ και άλλες ένα μέτωπο «εξόδου από την ΟΝΕ κατ’ αρχήν και βλέπουμε».

Φίλοι της ΛΑΕ, συγχωρήστε αυτή την εμμονή στην ακρίβεια αλλά οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Πόσο μάλλον αν κάποιοι έχουν υποστεί το ευτελές παιχνίδι διγλωσσίας, παραπλανητικών διατυπώσεων και καιροσκοπισμού στο οποίο επιδοθήκατε συλλήβδην (για να αφήσουμε στην άκρη ορισμένες συνιστώσες σας που έκαναν πρωταθλητισμό σ’ αυτό) στην περίοδο των εκλογών.

Αν πράγματι συμφωνείτε σε στη μετωπική συμπόρευση της Αριστεράς με βάση ένα πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ επιτέλους πείτε το καθαρά.